Η Moët Hennessy – Louis Vuitton σφράγισε την συμφωνία εξαγοράς της Tiffany & Co για 16,2 δισεκατομμύρια δολάρια, μετά από εβδομάδες διαπραγματεύσεων που έκαναν τις φήμες στον επιχειρηματικό κλάδο να πολλαπλασιάζονται. Ο γαλλικός όμιλος είχε προτείνει, αρχικά, 120 δολάρια ανά μετοχή της Tiffany, της εταιρίας που είναι παγκοσμίως γνωστή για τα διαμάντια, τις βέρες και τα δαχτυλίδια αρραβώνων της, πριν ανεβάσει την πρόταση της στα περίπου 130 δολάρια, την περασμένη εβδομάδα. Ο γαλλικός όμιλος LVMH ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι κατέληξε σε οριστική συμφωνία για την αγορά της Tiffany & Co στην τιμή των 135 δολ. ανά μετοχή σε μετρητά.

Τι κερδίζει η Tiffany & Co περνώντας στα χέρια του γαλλικού ομίλου; «Το Δ.Σ. της Tiffany κατέληξε ότι η συγκεκριμένη συμφωνία με την LVMH ανοίγει έναν συναρπαστικό δρόμο για τον όμιλο, ο οποίος εκτιμά την παρουσία της Tiffany και πρόκειται να επενδύσει στα πλεονεκτήματα της και στο ισχυρό, ανθρώπινο δυναμικό της, παρέχοντας ταυτόχρονα ένα εντυπωσιακά υψηλό τίμημα που παρέχει ασφάλεια στους μετόχους της», ανέφερε ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Tiffany & Co, Roger Farah. «Η Tiffany θα φτάσει στα ύψη με νέους στόχους, αξιοποιώντας την μεγάλη εσωτερική της εμπειρία, την απαράμιλλη δεξιοτεχνία και τις ισχυρές πολιτιστικές της αξίες», συμπλήρωσε ο Alessandro Bogliolo, διευθύνων σύμβουλος της Tiffany & Co.

Ο Bernard Arnault, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της LVMH, δεσμεύτηκε ότι η μητρική εταιρεία «θα αναπτύξει αυτό το “κόσμημα” με την ίδια δέσμευση και αφοσίωση που έδειξε σε όλους τους οίκους που ενώθηκαν μαζί της στη διάρκεια της ιστορίας της». Σήμερα η LVMH έχει στην κατοχή της την Bulgari, την Tag Heuer και την Hublot στην κατηγορία των ειδών πολυτελείας (ρολόγια και κοσμήματα), αλλά η Tiffany & Co είναι η μεγαλύτερη εξαγορά που πραγματοποίησε ο Arnault κατά τη διάρκεια της θητείας του, αυτά τα 32 χρόνια.

Η Tiffany είναι «μια επιχείρηση που έχει μοναδική κληρονομιά και θέση στην αγορά της υψηλής κοσμηματοποιίας» και η οποία «μας εμπνέει τεράστιο σεβασμό και μεγάλο θαυμασμό», υπογράμμισε ο Arnault.

Η συναλλαγή αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τα μέσα του 2020, τόνισαν οι δύο εταιρείες.