Η Ιωάννα Παπαντωνίου χαμογελά καθώς παρατηρεί τη στιλιστική «συνέργεια» ανάμεσα σε έναν κεντημένο ντουλαμά του 19ου αιώνα και ένα μίνιμαλ φόρεμα Jil Sander. Η αποκλειστική φωτογράφιση για τη Vogue Greece αναπτύσσει έναν ενδυματολογικό διάλογο που την ενθουσιάζει.

Βρισκόμαστε στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς, όπου η προσωπική της σχέση με τον ντουλαμά –πανωφόρι των δυτικών Βαλκανίων κατά την Τουρκοκρατία– ξετυλίγεται σε ολόκληρη την αίθουσα. Ιστορικές φορεσιές, όπως του αγωνιστή του 1821 στρατηγού Δημήτρη Τσώκρη, θεατρικά κοστούμια με την υπογραφή της ίδιας, ρούχα σύγχρονων Ελλήνων σχεδιαστών εμπνευσμένα από το παραδοσιακό ρούχο, αλλά και μια λευκή συλλογή παραλλαγών του, ραμμένη από τον ελληνοράπτη Αριστείδη Τζονεβράκη, συνθέτουν την έκθεση Ντουλαμάς ο μεγαλοπρεπής. Ένα πανωφόρι αλλιώτικο από τ’ άλλα.

 


Ανδρικός επενδύτης από βαμβάκι, βελούδο, μπροκάρ και λεπτομέρειες κεντημένες με χρυσοκλωστή, δυτικά Βαλκάνια αρχές 20ού αιώνα, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα.
©Photographer: D. Andrianopoulos / Fashion Director: Nicholas Georgiou

Είναι μια εγωιστική έκθεση, ξεκαθαρίζει η Παπαντωνίου, σκηνογράφος-ενδυματολόγος και ιστορικός του ενδύματος. Και αυτό γιατί συγκεντρώνει αγαπημένα της πεδία, όπως η παράδοση, η δουλειά της στο θέατρο, η σύγχρονη ελληνική δημιουργία και η αδιάκοπη διαδρομή της μόδας. Την έκθεση οργανώνει το «στέκι» της, όπως χαρακτηρίζει το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα (ΠΛΙ), το οποίο ίδρυσε στο Ναύπλιο το 1974 στη μνήμη του πατέρα της, Βασιλείου Παπαντωνίου.

«Η εξέλιξη του σχήματος, αργά στην αρχή και αργότερα πιο γρήγορα, μέσα από τη μόδα, με συγκλονίζει», αναφέρει μιλώντας για τον ντουλαμά και τα αχνάρια (πατρόν) του, που αποτυπώνονται ψηφιακά στους τοίχους. «Τα δύο ημικύκλια δεξιά και αριστερά, σε συνδυασμό με το μπροστινό και την πλάτη, μπορούν να δεχθούν άπειρες παραλλαγές. Πέρα από την κομψότητα που προσφέρει, προσδίδει μεγαλείο. Μεταφράζεται σε όλες τις εποχές, με άπειρες παραλλαγές».

Ο ντουλαμάς –ή xybe, όπως ήταν γνωστός εκτός ελλαδικού χώρου– καθρέφτιζε το κοινωνικό στάτους, αλλά και τις εθνικές καταγωγές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία του 19ου αιώνα. Κατασκευαζόταν σε ραφεία αστικών κέντρων, όπως στα Ιωάννινα και στη Σκόδρα, και τις εκτελούσαν τερζήδες (ράφτες) και τσιράκια (βοηθοί), με τα κεντήματα να «επικοινωνούν» την οικονομική ευχέρεια των πελατών.

 


Ντουλαμάς από βαμβάκι, βελούδο, μπροκάρ και λεπτομέρειες κεντημένες με χρυσοκλωστή, Πελοπόννησος, μέσα 19ου αιώνα, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα. Βαμβακερό πουκάμισο Isabel Marant Etoile, Attica. Βαμβακερό παντελόνι, Lemaire.
©Photographer: D. Andrianopoulos / Fashion Director: Nicholas Georgiou

Το επάγγελμα του τερζή ήταν ανδρικό και κλειστό, με τη δεξιοτεχνία να περνάει από χέρι σε χέρι, με τα τσιράκια να γίνονται τερζήδες και οι εκτός σιναφιού να μην είναικαλοδεχούμενοι. Αργότερα, στις απελευθερωμένες περιοχές ο ερχομός της βασίλισσας Αμαλίας σήμανε και την άφιξη του ενδυματολογικού στιλ Bidermeier, με τη σύζυγο του Όθωνα να χρησιμοποιεί ένα styling που συνδύαζε δυτική και παραδοσιακή άποψη. Η έλευση της βασίλισσας Όλγας στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα οδήγησε στην αγορά των πρώτων ραπτομηχανών για την κατασκευή ρούχων με δυτικές επιρροές. Πίσω απ’ αυτές κάθονταν γυναίκες που φοιτούσαν σε ειδικές σχολές.

Ένας κόκκινος ανδρικός ντουλαμάς, από τα εκθέματα-σταρ της έκθεσης, υποδέχεται τους επισκέπτες στο μουσείο. Σύμφωνα με την Ιωάννα Παπαντωνίου, μόνο δύο πανομοιότυπα κομμάτια έχουν καταγραφεί παγκοσμίως – το πρώτο περιλαμβάνεται στη συλλογή του Metropolitan Museum of Art στη Νέα Υόρκη και το άλλο στο Εθνογραφικό Μουσείο Βελιγραδίου. Η έρευνα για τον εντοπισμό περισσοτέρων συνεχίζεται από το ΠΛΙ, εκεί όπου βρίσκεται η πλουσιότερη συλλογή μόδας στην Ελλάδα.

Απαρτίζεται από πέντε χιλιάδες ρούχα και αξεσουάρ και αποτελεί μέρος της ευρύτερης συλλογής του, ενός «κόσμου» 45.000 αντικειμένων που συνδέονται με τον λαϊκό και τον νεότερο ελληνικό πολιτισμό. «Δεν είμαι συλλέκτρια. Πάντα πρέπει να έχω έναν σκοπό», εξηγεί. «Ό,τι κάνω πρέπει πάντα να οδηγεί κάπου». Όπως όταν έμαθε να χειρίζεται υπολογιστή για να μπορεί να «χτυπάει» κομμάτια στο eBay και σε διαδικτυακές δημοπρασίες, εμπλουτίζοντας το ΠΛΙ με φορέματα του «πατέρα» της υψηλής ραπτικής, Charles Frederick Worth, μεταξύ άλλων.

Ανάμεσα σε κρινολίνα, κορσέδες και καπέλα, το Ίδρυμα μπορεί να υπερηφανεύεται για μια συλλογή που ξεκινάει με τμήματα από Κοπτικούς χιτώνες του 6ου μ.Χ. αιώνα, για να φτάσει στα αθλητικά παπούτσια Zvezdochka που σχεδίασε ο Marc Newson σε συνεργασία με τη Nike, αλλά και στα τακούνια-στιλέτο του Jimmy Choo.

 


Λευκός ντουλαμάς από άγριο μετάξι, ειδικά φτιαγμένος για την έκθεση από το «Αριστοτέχνημα» – Αριστείδης Τζονεβράκης, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα 2019. Φόρεμα από βισκόζ Jil Sander, Free Shop. Παπούτσια από γκρο ύφασμα Aquazzura, Enny Monaco.
©Photographer: D. Andrianopoulos / Fashion Director: Nicholas Georgiou

Το ΠΛΙ έχει στην κατοχή του δημιουργίες του Γάλλου Paul Poiret και του Ισπανού Mariano Fortuny, Ελλήνων της Διασποράς, όπως του Αλεξανδρινού μαέστρου του ντραπέ Jean Desses και του Ελληνοαμερικανού, αγαπημένου σχεδιαστή της Nancy Reagan, James Galanos, κομμάτια του Ελληνοκύπριου Γιάννη Ευαγγελίδη, αλλά και το σύνολο των συλλογών του Γιάννη Τσεκλένη. Στις αποθήκες του, οι ντουλαμάδες και η γυναικεία βερσιόν τους, τα πιρπιρί, φυλάσσονται σύμφωνα με διεθνή πρότυπα –κατάλληλο φωτισμό και αερισμό– και συντηρούνται από ειδικούς.

Στο μεταξύ, η συλλογή αναπτύσσεται μέσα από δωρεές: ο Γιάννης Τσαρούχης, για παράδειγμα, είχε παραχωρήσει κοστούμι της Μαρίας Κάλλας από παράσταση της Μήδειας του Κερουμπίνι στο Ντάλας τη δεκαετία του ’60, ενώ ένα από τα τελευταία αποκτήματα είναι μια συλλογή ρούχων της Λόλας Ζολώτα, δωρεά του ΚΙΚΠΕ. Στην έκθεση του Μπενάκη προστέθηκε πρόσφατα ένα νέο απόκτημα, μια «κοζόκα» κεντημένη και ραμμένη από τον τερζή της βασίλισσας Αμαλίας, δωρεά της οικογένειας Γιαννοπούλου από το Ναύπλιο. Το πλούσιο αυτό υλικό οδήγησε σε μια σειρά εκθέσεων που αποτελούν σταθμούς για τα ελληνικά δεδομένα, όπως οι Πτυχώσεις το 2004 και το Ενδύεσθαι το 2010.

 


Ιωάννα Παπαντωνίου
©Photographer: D. Andrianopoulos / Fashion Director: Nicholas Georgiou

Διαδρομή Ζωής

Η Ιωάννα Παπαντωνίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936, όμως μέχρι να σπουδάσει σκηνογραφία και ενδυματολογία στο Wimbledon School of Art του Λονδίνου μεσολάβησαν αρκετά. Οι θεατρικές εικόνες τη συντρόφευαν από τα πρώτα της κιόλας χρόνια. Θυμάται έντονα τη σκηνή της Λυρικής, όπως και του Εθνικού Θεάτρου, όταν ο Δημήτρης Χορν πρωταγωνιστούσε στη Νυχτερίδα. «Πάντα μου έκαναν εντύπωση τα ρούχα στο θέατρο. Αναρωτιόμουν πώς ήταν φτιαγμένα. Και έπαιρνα τις κουκλίτσες μου και τους καρφίτσωνα ρούχα». Πολύ αργότερα, σε ηλικία οκτώ ετών, η μητέρα της αναγκάστηκε να τη σπρώξει για να μπει στην αίθουσα για το πρώτο της μάθημα χορού στο Λύκειο των Ελληνίδων. «Όταν τελείωσε, με τράβαγε πάλι, για να βγω έξω», αναπολεί γελώντας.

Το 1948, στα έντεκά της, ανακάλυψε τον Christian Dior, όταν βρέθηκε με τη μητέρα της και τη μοδίστρα της σε μία από τις επιδείξεις του οίκου στο Παρίσι, έναν χρόνο μετά την παρουσίαση του επαναστατικού New Look. «Θυμάμαι που καθόμουν σε ένα από τα γκρι καρεκλάκια και κοίταζα τις ωραίες κουρτίνες, πριν ξεκινήσουν να κατεβαίνουν από τη σκάλα τα μανεκέν. Θυμάμαι ένα φόρεμα σε συνδυασμό παπαγαλί, μοβ και μπλε ρουά. Το ζωγράφισα μετά σε ένα τετράδιο».

Η επιθυμία της ήταν να γίνει ενδυματολόγος. «Δεν με άφησε η μητέρα μου. Τελειώνοντας το σχολείο, πήγα στο Λονδίνο, νομίζοντας ότι θα φοιτούσα σε ενδυματολογική σχολή, αλλά βρέθηκα εσωτερική σε finishing school, μια σχολή για καλές κυρίες. Έπαθα σοκ, αλλά ήμουν πάντα ρεαλίστρια και είπα: “Τώρα είσαι εδώ, δες τι θα μάθεις, να μην πάει χαμένο”. Και έτσι έμαθα αγγλικά και ιππασία».

 


Νέοι Ντουλαμάδες, κατασκευασμένοι από τον Αριστείδη Τζονεβράκη.
©D. Andrianopoulos

Στη συνέχεια παντρεύτηκε, χώρισε και σπούδασε. Έγινε η πρώτη γυναίκα σκηνογράφος του Εθνικού Θεάτρου και συνεργάστηκε με το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και τον θίασο του Αλέξη Μινωτή και της Κατίνας Παξινού, μεταξύ άλλων. Παράλληλα, ταξίδεψε ανά την Ελλάδα με το Λύκειο των Ελληνίδων, αλλά και το ΠΛΙ, για έρευνα πάνω στο ένδυμα, αποστολή που την οδήγησε και σε πολλές άλλες χώρες, όπως η Ινδία, όπου ξεναγήθηκε ως επίσημη καλεσμένη της Kamaladevi Chattopadhyay, η οποία συνέβαλε στην αναγέννηση των ινδικών τεχνών μετά την ανεξαρτητοποίηση της χώρας. Από την Ινδία προέρχονταν και τα υφάσματα από μαξιλάρια που χρησιμοποίησε για ένα κοστούμι που βασίστηκε στη σιλουέτα του ντουλαμά, για τη Λυδία Κονιόρδου ως Κλυταιμνήστρα στις Χοηφόρες του Αισχύλου, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Κώστα Τσιάνου, το 1992, και το οποίο παρουσιάζεται στην έκθεση.

Η ομάδα της Ιωάννας Παπαντωνίου, μεταξύ των οποίων και ο σκηνογράφος Σταμάτης Ζάννος, προετοιμάζεται για μια νέα έκθεση που θα εστιάσει στην ελληνική μόδα του ’70, στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Γιατί είναι σημαντικό να παρουσιάζεται η μόδα με μουσειακό τρόπο; «Πρέπει ο άνθρωπος να μπορεί να προσεγγίζει το παρελθόν», παρατηρεί.

«Αν δεν γνωρίζεις το παρελθόν, δεν ξέρεις τίποτα». Αυτός είναι και ο λόγος που εξακολουθεί να επεξεργάζεται τον μεγάλο της σκοπό, την ίδρυση ενός ινστιτούτου πολιτισμού του ενδύματος. Το όραμά της περιλαμβάνει έναν πολύπλευρο, ζωντανό οργανισμό με οικονομική ανεξαρτησία, που θα φιλοξενεί εκθέσεις, ντεφιλέ, συνέδρια και δημιουργούς για εκπαιδευτικές δράσεις, εστιατόριο και κατάστημα.

 


Λεπτομέρεια από ένδυμα του Δημήτρη Ντάσιου, εμπνευσμένο από τον Ντουλαμά.
©D. Andrianopoulos

Στο μεταξύ, το παραδοσιακό πανωφόρι εξακολουθεί να εμπνέει. Το 2016, ένα πιρπιρί από τη Σκόδρα βρέθηκε σε μία από τις βιτρίνες της έκθεσης Inspirations στο MoMu της Αμβέρσας, όπου ο Dries van Noten «μιλούσε» για όλα εκείνα που τον τροφοδοτούν δημιουργικά. Στην περίπτωση του Βέλγου δημιουργού, το πανωφόρι αποτελούσε έμπνευση ως προς τα μοτίβα του, ενώ στο Μπενάκη Πειραιώς κεντρική θέση παίρνει το πατρόν του, με την Παπαντωνίου και τον Τζονεβράκη να έχουν δημιουργήσει μια τυποποίηση ενός «βολικού», όπως λέει εκείνη, αχναριού για τη λευκή κολεξιόν-σπουδή.

Επίσης για την έκθεση, οι Έλληνες δημιουργοί Άγγελος Μπράτης, Δημήτρης Ντάσιος, Deux Hommes, Τίνα Καραγιώργη, Σοφία Κοκοσαλάκη, Λουκία, Maison Faliakos, Mi-Ro, Μάρκελλος Νύκτας, Parthenis, Δάφνη Βαλέντε, Zeus+Δione και Βασίλης Ζούλιας δημιούργησαν τη δική τους εκδοχή.

Η φωτογράφιση συνεχίζεται με ένα φόρεμα του Brunello Cucinelli που δένει αρμονικά με έναν ακόμα κεντημένο με χρυσή κλωστή ντουλαμά. Το χθες που συναντά το σήμερα δημιουργεί μια συνέργεια που την εκφράζει απόλυτα. Μένει, βέβαια, το αύριο. «Όνειρό μου είναι να προωθήσουμε τον πολιτισμό της μόδας, αλλά και την ελληνική μόδα», συμπληρώνει. «Αν μου έχει μείνει κάποιο όνειρο, είναι αυτό».

 

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Μαΐου της Vogue Greece.