“To στυλ που χαρακτηρίζει τα σχέδια του Thimister για τις couture και ready-to-wear συλλογές του είναι εκείνο της πολυτελούς ατέλειας και ενός φθαρμένου μεγαλείου που μεταλλάσσεται σε κάτι διαβολικά μοδάτο” έγραψε η Sally Singer στο τεύχος ιουλίου 2000 της Vogue για τον σχεδιαστή Josephus Thimister συγκαταλέγοντάς τον στη “Νέα Φρουρά” της μόδας μαζί με τους Nicolas Ghesquière, Junya Watanabe και Hedi Slimane.

Γεννημένος στο Μάαστριχτ το 1962, ο Thimister αποφοίτησε από τη βελγική Royal Academy of Fine Arts της Αμβέρσας, εκεί από όπου λίγα χρόνια πριν είχαν αποφοιτήσει και “οι έξι της Αμβέρσας”, όπως έγιναν γνωστοί στον τύπο, συστήνοντας μετέπειτα στον κόσμο το βελγικό σικ και τη μόδα στην πιο ειλικρινή μορφή της, ριζοσπαστικοποιώντας το look των 90ς – οι σχεδιαστές Ann Demeulemeester, Dries Van Noten, Marina Yee, Walter Van Beirendonck, Dirk Bikkembergs, Dirk Van Saene, με τον Martin Margiela ως έβδομο ανεπίσημο επίτιμο μέλος.

Ο Thimister γνώρισε τον Karl Lagerfeld σε ένα fashion show της Chanel και για λίγο διάστημα εργάστηκε στο ατελιέ του, ενώ μαθήτευσε και δίπλα στον θρυλικό σχεδιαστή Jean Patou. Το 1992 αναλαμβάνει ως καλλιτεχνικός διευθυντής για τον Balenciaga. Εκεί εμπνέεται από τη δραματική δομή των παλαιότερων σχεδίων του Cristóbal Balenciaga, τελειοποιεί τη μαεστρία του στα τολμηρά και tailored κοψίματα και φέρνει τον οίκο ξανά στο παρόν, με έναν 90ς αισθησιακό μινιμαλισμό που δεν περνάει απαρατήρητος.

Θα παραμείνει στον Balenciaga έως το 1997, οπότε και θα αντικατασταθεί από τον Ghesquière, θα αναλάβει καλλιτεχνικός διευθυντής για το ιταλικό label Genny το 1998 και για τον οίκο Charles Jourdan το 2005, ενώ το 2018 θα διατελέσει καλλιτεχνικός σύμβουλος και για την καλοκαιρινή συλλογή 2018 του Emilio Pucci.

Ενδιάμεσα, θα συνεχίσει να παρουσιάζει τις προσωπικές του ready-to-wear και couture συλλογές. Έμπνευσή του; Οτιδήποτε δεν ήταν συνδεδεμένο με τον καταναλωτισμό και την εμπορικότητα και δεν ανήκε στο κατεστημένο. Είτε πρόκειται για τον όχι τόσο διάσημο αλλά εξαιρετικό Rococo γλύπτη Antonio Corradini, είτε για τις ενδυματολογικές επιλογές των μελών της τρομοκρατικής οργάνωσης Baader–Meinhof, είτε για τις στολές των Ρώσων αξιωματικών κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, στις οποίες βάσισε την τελευταία haute couture συλλογή του που παρουσίασε στο Παρίσι το 2010 με τίτλο “1915: Blood and Opulence”.

Οι κριτικοί περιέγραφαν τα ρούχα του ως αυστηρά, δυστοπικά, “ακατέργαστα”, αλλά και με έντονο το προσωπικό στοιχείο, το οποίο τον έκανε πάντα να ξεχωρίζει. Ακόμη κι αν δεν κατάφερε ποτέ να καταξιωθεί ως μεγάλο όνομα και να διατηρήσει έναν ρυθμό στην παραγωγή των προσωπικών του συλλογών, λόγω έλλειψης πόρων σε έναν μεγάλο βαθμό, ο Josephus Thimister θα μείνει πάντα στη μνήμη όσων αγάπησαν την αντισυμβατική ποίηση στις δημιουργίες του.