Με αφορμή ένα βιβλίο και μια έκθεση που μας μυούν στον πολύχρωμο κόσμο του διάσημου ιταλικού οίκου, η κόρη του ιδρυτή του αποκαλύπτει στην Έλις Κις τους κώδικές του.

Στην αίθουσα «Bianca» του αναγεννησιακού Palazzo Pucci οι προτομές Ρωμαίων αυτοκρατόρων μοιάζουν να παρατηρούν τα χαρακτηριστικά prints σε χαλιά, πολυθρόνες, αλλά και σκέιτμπορντ. Είναι μια μίξη αναζωογονητική όσο και απροσδόκητη, που ταιριάζει απόλυτα με το σύγχρονο state of mind του οίκου.

Στη via de’ Pucci, λίγα μέτρα από το Duomo της Φλωρεντίας, το οικογενειακό όνομα αντηχεί από το 1480, όμως το πανό πάνω από την κεντρική είσοδο του ιστορικού κτιρίου γράφει «Unexpected Pucci». Αυτός ο «απροσδόκητος» Pucci είναι μια νέα έκδοση, που συνοδεύεται από μια προσωρινή έκθεση με τον ίδιο τίτλο. Και στις δύο περιπτώσεις η καλλιτεχνική έκφραση ξεπερνά τα -ουδέποτε- στενά όρια της μόδας και μας υπενθυμίζει ότι μαζί με τα αγαπημένα ψυχεδελικά μοτίβα ο ιταλικός οίκος αποτελεί συνώνυμο του όμορφου τρόπου ζωής.

Στις ψηλοτάβανες αίθουσες του palazzo, όπως και στο βιβλίο, το δημιουργικό αφήγημα μεταφέρεται μέσα από συνέργειες που είχαν σαν αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, εντυπωσιακές πολυθρόνες για τον Cappellini, κεφάτα φλιτζάνια espresso για την Illy Art Collection και μοντερνιστικές πορσελάνες για τη Rosenthal. Οι συνεργασίες αποτελούν καθημερινότητα πλέον στον χώρο της μόδας και της πολυτέλειας, όμως δεν ήταν πάντα έτσι και ο ιδρυτής του ιταλικού οίκου, Emilio Pucci (1914-1992), υπήρξε πρωτοπόρος στον τομέα του δημιουργικού branding.

 


©Henry Clarke for Vogue

«Δεν με ενδιαφέρει η νοσταλγία», μου εκμυστηρεύεται η κόρη του, Laudomia Pucci. «Το ότι όλο αυτό μοιάζει σωστό σήμερα είναι ό,τι προσπαθούμε να πούμε. Για μένα σημασία έχει η συνοχή του μηνύματος όταν μπορείς να μπερδεύεις την ιστορία με το παρόν».

Καθόμαστε στο αίθριο και εκείνη φοράει ένα vintage Pucci πουκάμισο που θα μπορούσε να περιλαμβάνεται στην καλοκαιρινή συλλογή. Ως image director του οίκου, ταξιδεύει συχνά πρεσβεύοντας το brand διεθνώς, όμως σήμερα βρίσκεται στο σπίτι της, καθώς τα 2/3 του Palazzo Pucci ανήκουν ακόμα στην οικογένεια. Οι πόρτες του κτιρίου δεν ανοίγουν συχνά για το κοινό, όμως τις ηλιόλουστες μέρες του περασμένου Ιουνίου υποδέχθηκαν εκατοντάδες επισκέπτες. Πολλοί από αυτούς πέρασαν από το γραφείο του Emilio Pucci στο ισόγειο και θαύμασαν στη διπλανή αίθουσα μια συλλογή από ιδανικές για yachting βελούδινες-βαμβακερές κάπες του ’60, τοποθετημένες σε προθήκες.

 


©Press

Πέρα από οικογενειακή εστία, το palazzo είναι και η έδρα του Heritage Hub, κέντρου έρευνας της κληρονομιάς Pucci. Σε μια πόλη με έντονο made-in-Italy ιστορικό χαρακτήρα –ο Salvatore Ferragamo διαθέτει τον δικό του μουσειακό χώρο και ο Gucci τον εντυπωσιακό Gucci Garden– η Laudomia Pucci και η ομάδα της στράφηκαν στους νέους, όταν τα κεντρικά γραφεία του οίκου μεταφέρθηκαν στο Μιλάνο πριν από λίγα χρόνια. «Ήρθαμε αντιμέτωποι με την πρόκληση της ιστορίας», εξηγεί. «Γιατί ή θα γινόμασταν μουσείο -η Φλωρεντία έχει περίπου 69 και δεν πιστεύω ότι της χρειαζόταν ένα 70ό– ή έπρεπε βρούμε έναν τρόπο να ξεκινήσουμε μια άλλη συζήτηση».

 


©Franco Rubartelli for Vogue

Η δική της συζήτηση ξεκίνησε με φοιτητές από εξαιρετικές σχολές, όπως το Central Saint Martins και η Polimoda. Η δουλειά στο Hub γέννησε και την ιδέα για το βιβλίο. Έτσι άρχισε μια καταγραφή χαλιών –η ίδια είχε στο μυαλό της περίπου 20 σχέδια– που τελικά ανέδειξε 70 μοτίβα. Η έρευνα συνεχίστηκε σε έπιπλα και άλλα αντικείμενα και ο πλούτος των αρχείων δημιούργησε την ανάγκη επικοινωνίας του. Αποτέλεσμα, η έκδοση Unexpected Pucci, σε επιμέλεια της Laudomia Pucci και εισαγωγή της Suzy Menkes, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον εκδοτικό οίκο Rizzoli New York.

«Τα ιστορικά, heritage brands μόδας βρίσκονται στην Ιταλία και τη Γαλλία», παρατηρεί η Laudomia. «Μοιάζουν κάπως με την αριστοκρατία. Είναι όση είναι και είτε είναι κάποιος μέλος της είτε όχι. Μερικοί λένε ότι το heritage έχει τελειώσει, ότι το μήνυμα είναι βαρετό, ότι σήμερα χρειαζόμαστε την τεχνολογία, το cool. Η κληρονομιά μπορεί, πράγματι, να γίνει βαριά και βαρετή αν δεν ξέρει κανείς πώς να παίξει μαζί της. Αν δεν τη διδάξει και εξηγήσει. Δουλεύοντας με τους νέους, εμπνέεσαι. Δεν μιλάς μόνο για ένα προϊόν, αλλά και για αξίες. Αρχίζει μια κουβέντα, ένα storytelling – μεγάλες λέξεις στη μόδα σήμερα», καταλήγει.

 


©Horst P. Horst

Dolce vita με χρώμα

Αν η ταινία Dolce Vita δεν είχε γράψει ασπρόμαυρη ιστορία, τα χρώματά της θα ήταν σίγουρα αυτά που επινόησε ο Emilio Pucci, μαρκήσιος του Barsento, στη μεταπολεμική Ιταλία. Γόνος μιας εκ των παλαιοτέρων οικογενειών της Φλωρεντίας, γεννήθηκε το 1914 και υπηρέτησε στην ιταλική αεροπορία. Δεινός σκιέρ, το 1947 βρισκόταν στο Ζερμάτ της Ελβετίας όταν ένας φωτογράφος του Harpers Bazaar τον απαθανάτισε με μια σοφιστικέ στολή του σκι, την οποία είχε σχεδιάσει ο ίδιος. Λίγο αργότερα άνοιξε μια μπουτίκ στο Κάπρι, όπου πρότεινε resort κομμάτια στο νεοσύστατο, τότε, παγκόσμιο τζετ σετ.

Παθιασμένος με τα χρώματα, βουτούσε στα Μεσογειακά νερά κυνηγώντας το τιρκουάζ και το κοραλλί, ενώ στη στεριά παρατηρούσε τις μπουκαμβίλιες. Τις ίδιες αποχρώσεις έψαχνε και στα υφάσματα που αναζητούσε στους ειδικούς του Κόμο, οι οποίοι δημιούργησαν αποκλειστικά για εκείνον το Capri Blue και το Emilio Pink. Για τον διεθνή τύπο ήταν ο «Prince of Prints», ο σχεδιαστής που εμπνεόταν από τα μωσαϊκά της Σικελίας, τα μπατίκ του Μπαλί και τα αφρικάνικα μοτίβα. Τα ρούχα του, φτιαγμένα από πρωτοποριακά υφάσματα όπως το βαμβακερό ζέρσεϊ, ταξίδευαν στις βαλίτσες της Marilyn Monroe, της Sophia Loren και της Jackie Kennedy.

Όμως, τι σημαίνει Pucci σήμερα; «Η γλώσσα του γυναικείου prêt-àporter παραμένει ίδια», εξηγεί η Laudomia Pucci. «Για μένα συμβολίζει ή θα έπρεπε να συμβολίζει μια ευχάριστη στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου. Μια κομψή στιγμή. Διαθέτει το sophistication της Ιταλίας, τη χαρά των κατοίκων της. Αυτό είναι που οι άνθρωποι αγαπούν και θυμούνται, κάτι που μετατρέπεται σε αξία. Χτες έκανα ακριβώς την ίδια ερώτηση σε κάποιους Κινέζους καλεσμένους μας, οι οποίοι μου απάντησαν ότι το όνομα Pucci «είναι σοφιστικέ, όμορφο και χαρούμενο». Αυτές τις λέξεις τις κρατώ, δεν μπορούν όλες οι εταιρείες να πουν το ίδιο. Ο οίκος μας διαθέτει μια ελαφρότητα και μια κομψότητα και, ίσως, το καλλιτεχνικό άγγιγμα που του δίνει μια αίσθηση συνέχειας».

 


©Horst P. Horst

Η δική της ενασχόληση με την οικογενειακή επιχείρηση δεν ήταν υποχρέωση, αλλά φυσική εξέλιξη. Μεγάλωσε δίπλα στον Emilio, αλλά μαθήτευσε και πλάι στον Hubert de Givenchy, τον οποίο αποκαλεί δεύτερο πατέρα της. «Είχα την τύχη να γνωρίσω και τους δύο κόσμους, το πριν και το μετά. Είναι πλέον πολύ λίγοι οι άνθρωποι της γενιάς μου που είχαν την ευκαιρία να ζήσουν από κοντά εκείνους τους τεράστιους δημιουργούς. Αυτός ο κόσμος δεν υπάρχει πια. Έφυγε και ο Karl Lagerfeld, ο οποίος ανήκε στην αμέσως επόμενη γενιά», τονίζει.

Η ίδια βίωσε μια απαιτητική επαγγελματική ενηλικίωση, αναλαμβάνοντας τον οίκο όταν έφυγε από τη ζωή ο πατέρας της, το 1992. Το 2000 υπέγραψε συμφωνία με την LVMH, μεταβιβάζοντας το 67% της εταιρείας στον αναπτυσσόμενο τότε κολοσσό της πολυτέλειας. Η διαδρομή συνεχίζεται σταθερά, και σήμερα γυναίκες όπως η Nicole Kidman και η Rita Ora αγκαλιάζουν τα Pucci prints, ενώ έννοιες όπως η βιωσιμότητα απασχολούν όλο και περισσότερο την εταιρεία – στην έκθεση, ένα μεταλλικό μπουκάλι Pucci σε δύο διαφορετικά σχέδια δίνει το στίγμα της μάχης ενάντια στα πλαστικά.

 


©Thomas Dell’Agnello

Στο μεταξύ, η τρίτη γενιά ετοιμάζεται να αναλάβει δράση. Η Laudomia έχει τρία παιδιά και η μεγαλύτερη κόρη της σπουδάζει πληροφορική και τέχνη. «Έχει το μικρόβιο, μπορεί να ζωγραφίσει», μου λέει χαμογελώντας και ξαφνικά διαπιστώνω ότι η κεφάτη, α-λα-Pucci χρωματιστή ατμόσφαιρα είναι μεταδοτική. Χαίρομαι που είχα την ευκαιρία να ανακαλύψω τον «Unexpected Pucci» πριν το palazzo κλείσει και πάλι τις πόρτες του. «Όταν κάτι διακόπτεται, διατηρεί μια φρεσκάδα», με προλαβαίνει η Laudomia, σαν να διάβασε τη σκέψη μου. «Αυτό ακριβώς είναι η μόδα. Εξελίσσεται και πάντα προχωράει μπροστά».

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Οκτωβρίου της Vogue Greece.