Αυτή η συνάντηση ξεκίνησε με έναν όρο από την πλευρά μου. Του ζήτησα να βρεθούμε σε ένα μέρος που τον κάνει να νιώθει ευφορία. Ήθελα να καταλάβω τι σημαίνει γιορτινή διάθεση για έναν άνθρωπο ο οποίος για την πλειονότητα φέρει κάτι από την weird αισθητική του Κυνόδοντα, των Άλπεων, του Αστακού… «Ζαχαροπλαστείο Dezire, στο Κολωνάκι», μου απαντά.

Η κουβέντα μας διήρκεσε περίπου δύο ώρες, κατά τις οποίες ο Ευθύμης Φιλίππου ήπιε freddo espresso σκέτο, έφαγε ένα μελομακάρονο και κάπνισε δύο τσιγάρα. «Κάθε μέρα βρίσκω έναν λόγο για να μη σταματήσω το κάπνισμα. Ο σημερινός ήταν η συνέντευξη», θα μου πει στο τέλος, κατευθυνόμενος προς μια πολυκατοικία στη Βασιλίσσης Σοφίας, στο ημιυπόγειο της οποίας νοικιάζει εδώ και έξι μήνες ένα μικρό διαμέρισμα, το οποίο έχει μετατρέψει σε χώρο συγκέντρωσης και συγγραφής των έργων του.

Αυτά τα έργα που, ερήμην του, έχουν ορίσει το τοπίο της σύγχρονης ελληνικής συγγραφής όσο ελάχιστα. Και λέω ερήμην του, γιατί, όπως διαισθανόμουν, δεν επιδίωκε ποτέ την επιτυχία. Αντιθέτως, εκείνη του χτύπησε την πόρτα, οδηγώντας τον μέχρι το κόκκινο χαλί των Όσκαρ ή των Καννών. Ίσως γι’ αυτό και ξέρει να την απολαμβάνει με τον πιο ευγενή τρόπο: την απλότητα.

 


©Yiorgos Kaplanidis @Thisisnotanotheragency

 

Κύριε Φιλίππου, έχετε διαβάσει ποτέ Vogue;

Έχει βρεθεί αρκετές φορές στα χέρια μου και εντυπωσιάζομαι με κάποιες φωτογραφίες, όμως δεν θα δήλωνα φανατικός αναγνώστης της.

Τώρα, όμως, υπογράφετε και τα κοστούμια –πέρα από το κείμενο– ενός νέου θεατρικού που ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο. Πώς και αυτή η στροφή;

Καμιά στροφή. Θέλω να πω, δεν μπήκα στη διαδικασία να σχεδιάσω ρούχα από το μηδέν. Αποφάσισα απλώς να κρατήσω την ενδυματολογική επιμέλεια, υποδεικνύοντας στους ηθοποιούς τι να φορέσουν.

Γιατί επιλέξατε να συναντηθούμε σε ζαχαροπλαστείο; Σας αρέσουν τα γλυκά;

Μου αρέσουν πολύ τα μελομακάρονα.

Σας αρέσουν και τα Χριστούγεννα;

Ναι. Δεν με πιάνει η γνωστή μελαγχολία. Με κουράζει μόνο η πολυκοσμία, το ότι πρέπει να ντυθείς «κάπως» για να πας «κάπου». Προτιμώ την ησυχία.

Ποια Χριστούγεννα θυμάστε πιο έντονα;

Ίσως αυτά των παιδικών μου χρόνων. Δεν ήταν τυπικά, με γαλοπούλα και ανταλλαγή δώρων. Υπήρχε, όμως, ένα υποτυπώδες κλίμα γιορτής και με έπαιρνε κι εμένα η μπάλα της χαράς.

Δεν χαίρεστε εύκολα;

Είμαι φυγόπονος, ακόμα και σ’ αυτό. Έχω ανάγκη τον εύκολο δρόμο. Από την άλλη, ξέρω ότι η ζωή είναι μια προσπάθεια, δεν μπορείς να την αποφεύγεις.

 


©Yiorgos Kaplanidis @Thisisnotanotheragency

Έχετε ενοχές γι’ αυτό;

Όχι, κοιμάμαι ήσυχος τα βράδια.

Γιατί δεν σας αρέσει να μιλάτε για τον εαυτό σας;

Γενικά μου αρέσει να μη μιλάω. Μου αρέσει, όμως, να ακούω. Ευχαριστιέμαι όταν μαθαίνω κάτι για κάποιον. Τώρα, ας πούμε, που ξύνεις το πόδι σου κάτω από το τραπέζι, έχει νόημα για μένα.

Είστε παρατηρητικός. Τα γραπτά σας, δε, είναι ένας ύμνος στην περιγραφή.

Έχω εμμονή με την παρατήρηση και αγαπώ την περιγραφή. Θέλω να ξέρω για τους ήρωές μου –όπως και για τους ανθρώπους που συναντώ– κάθε λεπτομέρεια.

Έχετε κάνει ψυχανάλυση;

Ναι, για τέσσερα χρόνια. Ήταν λίγο μετά τα τριάντα, όταν πήρα την απόφαση να παρατήσω μια στρωμένη δουλειά σε διαφημιστική εταιρεία, να αφήσω τον σταθερό μισθό και να ασχοληθώ με τη συγγραφή σεναρίων. Δεν μπορούσα καν να ξεστομίσω αυτή μου την επιθυμία. Φοβόμουν για το μετά. Ήταν μια ζόρικη περίοδος. Ξυπνούσα το πρωί και δεν ήξερα γιατί σηκωνόμουν από το κρεβάτι.

Σας βοήθησε η θεραπεία;

Δεν ξέρω, σίγουρα περιορίστηκε η υστερία. Όταν βλέπεις παντού λάθη, κάποια στιγμή κουράζεσαι και η κούραση δίνει τη θέση της στην αισιοδοξία. Λες: Δεν μπορεί να είναι όλα μαύρα. Υπάρχει και το γκρι. Γκρινιάζω, αλλά δεν είμαι απαισιόδοξος.

Άλλο ένα στοιχείο ευκολίας η γκρίνια…

Πράγματι, είμαι επαγγελματίας γκρινιάρης.

Γιατί έτσι;

Ο πατέρας μου πέθανε νέος, δύο μήνες πριν γεννηθώ. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον πένθους και απέκτησα ασυνείδητα τον ρόλο του παιδιού που για να κερδίσει την προσοχή των άλλων, έπρεπε να τους κάνει να το λυπούνται. Υπήρχε ένα πρόσφορο έδαφος θλίψης, το οποίο εκμεταλλεύτηκα για να κερδίζω πράγματα. Όμως, γιατί το είπα αυτό; Τι λέγαμε; Α, για την αισιοδοξία.

 


©Yiorgos Kaplanidis @Thisisnotanotheragency

Όχι, για την γκρίνια.

Ναι. Με τα χρόνια, βέβαια, το βαρέθηκα αυτό το παιχνίδι. Να προκαλώ τον οίκτο προς ίδιον όφελος. Στα δεκαοκτώ είχε πλάκα, στα τριάντα καθόλου. Δεν υπομένω και τις μίζερες συμπεριφορές πια. Η ελαφρότητα μου φαίνεται πιο ελκυστική από την… δεν ξέρω ποιο είναι το αντίθετό της. Από τη βαρύτητα. Ας το πούμε έτσι.

Θέλατε πάντα να γίνετε συγγραφέας;

Δεν είχα ιδέα τι ήθελα. Σπούδασα Οικονομικά χωρίς να ξέρω γιατί. Στο σπίτι υπήρχε το αστείο «ο μπαμπάς ήταν γιατρός, θα γίνεις κι εσύ». Μου έκαναν δώρο ένα δερμάτινο τσαντάκι με ακουστικά και πλαστικά θερμόμετρα, για να παίζω τον γιατρό. Στο Γυμνάσιο, όταν κατάλαβα τι χρειάζεται για να γίνει κανείς γιατρός, εγκατέλειψα τη σκέψη. Πολύ διάβασμα.

Ήσασταν καλός μαθητής;

Μέτριος. Πολύ μέτριος.

Στην έκθεση, δηλαδή, δεν γράφατε άριστα;

Όχι, 14 με 15 νομίζω. Γενικά, δεν θυμάμαι πολλά από το παρελθόν.

Δεν έχετε φωτογραφίες να σας το θυμίζουν;

Έχω, αλλά δεν μου αρέσει να τις βλέπω. Ποτέ δεν με γοήτευε η νιότη. Ίσως να έχω εξιδανικεύσει τα γηρατειά, επειδή ο πατέρας μου έφυγε νέος. Κοιτάζω στον δρόμο τους ηλικιωμένους και λέω από μέσα μου: «Τι τυχεροί, πόσα έχουν ζήσει αυτοί οι άνθρωποι».

Ο ρόλος του Κόλιν Φάρελ ως γιατρού στον «Θάνατο του Ιερού Ελαφιού» είχε να κάνει με το ότι ο πατέρας σας ήταν γιατρός;

Υπάρχει μια σκηνή αμιγώς βιωματική, εκείνη όπου ο νεαρός τρώει μακαρόνια. Όταν ήμουν μικρός, η μητέρα μου σχολίαζε το πώς τα τρώω. «Τα τρως όπως ο πατέρας σου», έλεγε. Ήταν ο τρόπος που τα κάρφωνα με το πιρούνι. Μέχρι τότε αισθανόμουν περήφανος, νόμιζα ότι κάνω κάτι που μόνο εγώ και ο πατέρας μου μπορούσαμε. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα ότι όλοι έτσι τα τρώμε και απογοητεύτηκα.

 


©Yiorgos Kaplanidis @Thisisnotanotheragency

Διάβασα ότι γεννηθήκατε στις 18/1 και για έναν περίεργο λόγο έψαξα να δω τι άλλο συνέβη εκείνη την ημερομηνία.

Γεννήθηκε και πέθανε ο Τσιτσάνης.

Γι’ αυτό και η αγάπη σας για το λαϊκό τραγούδι, η λατρεία στον Μητροπάνο και το βιβλίο που γράψατε για εκείνον;

Στο σπίτι υπήρχαν πολλές κασέτες. Θυμάμαι περισσότερο μία της Μαρινέλλας. Η ελληνική ποπ του ’70 μου έγινε εμμονή. Είχα κι έναν θείο με μια δυσνόητη για μένα τότε δισκοθήκη, πλην εντυπωσιακή: Μαρκόπουλος, Θεοδωράκης… Στο μεταξύ, στο σχολείο είχε ξεσπάσει το κύμα της grunge, στο οποίο ήθελα να πλατσουρίσω. Η διασκέδασή μου ήταν των άκρων. Από τα λαϊκά κέντρα στα εναλλακτικά clubs.

Τώρα, πώς διασκεδάζετε;

Μπορώ να διασκεδάσω εξίσου καλά σε ένα καφενείο και στο μπαρ της Μεγάλης Βρεταννίας. Χορεύω κιόλας. Περισσότερο από παλιά.

Παλιά δεν χορεύατε;

Η νιότη με καταπίεζε σε πολλά. Με τρόμαζε η ταμπέλα του σαχλού, του χυδαίου, του λοξού…

Παρά ταύτα, αρέσκεστε στη λοξή γραφή.

Η πραγματικότητα είναι δισεκατομμύρια φορές πιο λοξή από τα κείμενά μου. Για λόγους επιβίωσης, οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούμε την αγριότητα γύρω μας. Παρατηρήστε μια μέρα τη μητέρα σας. Είναι άκρως πιο «διαταραγμένη» από την πρωταγωνίστρια στον Κυνόδοντα, που σπάει τα δόντια της στο μπάνιο.

 


©Yiorgos Kaplanidis @Thisisnotanotheragency

Τώρα, στο Νερό της Κολωνίας γράφετε πάλι για κάτι λοξό. Για έναν άνδρα που θέλει να στείλει γράμμα στη νεκρή μητέρα του.

Γράφω για ένα μηχάνημα που μετατρέπει τον προφορικό λόγο σε εικόνα και αυτήν σε άρωμα. Μια ομάδα γυναικών παίρνει το άρωμα και το μεταφέρει στον νεκρό με τον οποίο θέλει κάποιος να επικοινωνήσει, ώστε εκείνος να το μυρίσει και να μπορέσει να καταλάβει αυτό που θέλει να του πει, με τη λογική ότι εκεί που βρίσκεται έχει σκοτάδι, άρα δεν μπορεί να δει για να διαβάσει, αλλά μόνο να μυρίσει. Εντάξει, έτσι όπως το περιγράφω ακούγεται πολύ λοξό.

Έχετε μεταφυσικές ανησυχίες;

Όχι, ούτε σε θρησκείες πιστεύω.

Ο θάνατος σας φοβίζει;

Δεν τον σκέφτομαι. Περισσότερο με τρομάζει η αρρώστια.

Τις ταινίες σας τις βλέπετε;

Όχι, θέλω να τις αφήνω πίσω.

Όταν γράφετε, κυνηγάτε την ατάκα;

Καθόλου. Προσπαθώ να περιγράψω κάτι που φαντάζομαι εκείνη τη στιγμή. Με απασχολεί η επιλογή των λέξεων, όμως. Δεν θα χρησιμοποιούσα ποτέ αργκό, ας πούμε. Μου αρέσει οι άνθρωποι για τους οποίους γράφω να μιλούν μια γλώσσα ουδέτερη, άχρονη.

Με τον Γιώργο Λάνθιμο θα συνεργαστείτε ξανά;

Δεν νιώθω ότι χωρίσαμε. Είμαστε σαν οικογένεια. Ήδη δουλεύουμε δύο σενάρια. Ένα δικό μας και μια διασκευή βιβλίου του ’60.

Πώς είναι να γράφετε μαζί;

Ο Γιώργος δεν γράφει. Διαβάζει και παρατηρεί. Εγώ γράφω.

Έχετε διαφωνίες;

Πολλές. Και τσακωμούς. Αλλά επικοινωνούμε σε βασικά σημεία.

Θα θέλατε να ζείτε και να δουλεύετε έξω, όπως εκείνος;

Όχι, αγαπώ την Αθήνα. Στο παρελθόν με προβλημάτιζε η κοινή μας πορεία. Πια ξέρω ότι είμαστε δύο διαφορετικοί άνθρωποι. Ο Γιώργος έχει ίσως μεγαλύτερη φιλοδοξία από μένα, χωρίς να σημαίνει ότι αυτό είναι κακό. Πράγματα που κάνει μου φαίνονται αφόρητα. Να πετάξω, ας πούμε, στο LA για να συζητήσω τα διαδικαστικά μιας παραγωγής.

Δεν είστε φιλόδοξος;

Προφανώς και είμαι. Δεν με απασχολεί όμως η απήχηση. Με αφορά η γνώμη λίγων ανθρώπων.

 


©Yiorgos Kaplanidis @Thisisnotanotheragency

Όταν φτάσατε στις Κάννες και στα Όσκαρ, πώς εκδηλώσατε τη χαρά σας;

Όταν χαίρομαι ή λυπάμαι πολύ, κάνω κάτι χαζοβιόλικο. Δεν το δείχνω. «Δεν έγινε και κάτι με τα Όσκαρ» ή «Έλα μωρέ, δεν έγινε και τίποτα που πέθανε αυτός», λέω. Μπορεί να το κάνω επίτηδες. Αυτό είναι πιο ταραγμένο, τώρα που το σκέφτομαι. Μπορεί να είμαι ο τύπος που κάθεται ήσυχος και δεν θέλει κανείς να του τραβήξει το μανίκι, ενώ στην πραγματικότητα αυτό ακριβώς επιδιώκει (γελάει).

Ένας σκοτεινός συγγραφέας με μουστάκι;

Το μουστάκι προέκυψε ξαφνικά. Όταν το άφησα, γράφαμε τον Κυνόδοντα. Αποφάσισα να κάνω για πρώτη φορά στη ζωή μου διακοπές μόνος. Πήγα στη Φολέγανδρο, νοίκιασα ένα δωμάτιο και ξεκίνησα να γράφω. Τρελάθηκα με τη μοναξιά και για να σπάσω τη μονοτονία, άφησα μουστάκι.

Τι ζητάτε από το μέλλον;

Να είμαι υγιής και να έχω έναν άνθρωπο που αγαπώ δίπλα μου.

Τα στοιχειώδη.

Δεν ξέρω πόσο στοιχειώδη είναι πλέον αυτά.

 

 

* Νερό της Κολωνίας, σκηνοθεσία Αργυρώ Χιώτη, Εθνικό Θέατρο – Θέατρο Ρεξ, από 29/11 έως 12/1.

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο τεύχος Δεκεμβρίου/Ιανουαρίου της Vogue Greece.