Ο Paolo Gonzato γεννήθηκε το 1975 κάπου στην ιταλική επαρχία. Μετακόμισε στο Μιλάνο στα μέσα της δεκαετίας του 1990, για να σπουδάσει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών Brera. Πολυπράγμων και εκκεντρικός, καταπιάστηκε στην πορεία με πολλά ετερόκλητα καλλιτεχνικά projects, αρκετά από τα οποία διεκδίκησαν εντυπωσιακή δημοσιότητα.

Έχουμε δει, για παράδειγμα, το customized αυτοκίνητο που κατασκεύασε για την αυτοκινητοβιομηχανία Renault, έχουμε χειροκροτήσει το project του στην Biennale της Βενετίας υπό την καλλιτεχνική επιμέλεια της Milovan Farronato, μας έχουν κάνει εντύπωση τα κοστούμια που σχεδίασε για την Ακαδημία Χορού του Βερολίνου, οι ατομικές του εκθέσεις στην γκαλερί Apalazzo, τα γλυπτά για την Camp Design Gallery και πολλά ακόμα από τα έργα του. Ωστόσο, είναι αδύνατον να μην ξεχωρίσουμε το πιο εμπνευσμένο, ίσως, και σίγουρα το πιο προσωπικό απ’ όλα: το σπίτι του.

 


©DePasquale + Maffini @ depasquale.maffini

Αυτά τα 50 τετραγωνικά μέτρα, τα οποία γέμισε με τέχνη προκειμένου να κοιμάται και να ξυπνάει μέσα σε έναν κόσμο φτιαγμένο ακριβώς στα μέτρα του, βρίσκονται σε μια γειτονιά του Μιλάνου που ονομάζεται Nolo και οι ντόπιοι τη θεωρούν το δικό τους Soho.

Ο Paolo Gonzato ανακάλυψε τον χώρο πριν από περίπου δέκα χρόνια, ενώ περνούσε από εκεί τυχαία.  Αντίκρισε τη μεγάλη μεταλλική μπάρα σε art deco στιλ, η οποία οδηγεί στο εσωτερικό του κτιρίου, και ένιωσε έντονη έλξη και θαυμασμό. Το μικρό ισόγειο για το οποίο μιλάμε, τότε ακόμα χρησιμοποιούνταν περιστασιακά για τις ανάγκες του Salone del Mobile, ενώ πιο πριν στέγαζε ένα εργαστήριο κοσμημάτων.

Η πρώτη σκέψη του ήταν να χρησιμοποιήσει τον χώρο σαν στούντιο εργασίας. Αλλά καθώς συνηθίζει να ταυτίζει τη ζωή με τη δουλειά του, κατέληξε να φτιάξει εκεί το σπίτι του. Άλλωστε, όπως εξηγεί, «ποτέ δεν με τράβηξαν οι μεγάλοι χώροι με τα περιττά δωμάτια. Το μέρος που επιλέγει ο καθένας μας για να ζήσει την καθημερινότητά του είναι πολύ προσωπική υπόθεση, που έχει να κάνει με το ένστικτο και τη φυσική έλξη».

 


©DePasquale + Maffini @ depasquale.maffini

Η διακόσμηση του σπιτιού είναι ταυτόσημη με την εικαστική προσέγγιση του ιδιοκτήτη του. Οι λέξεις-κλειδιά είναι σίγουρα η απλότητα και μια φρέσκια αντίληψη των πραγμάτων, ενώ απ’ άκρη σ’ άκρη του σφύζει από τέχνη. Θυμίζει περισσότερο γκαλερί ή μουσείο παρά ένα λειτουργικό διαμέρισμα μέσα στην πόλη. Τον ρωτάω πώς κατάφερε να το μετατρέψει σε χώρο τέχνης. «Καθώς περνούσε ο καιρός, συγκέντρωνα κομμάτια καλλιτεχνών και σχεδιαστών που αγαπάω και με εμπνέουν. Και ιδού το αποτέλεσμα», είναι η άμεση, λιτή απάντησή του.

Όσο για την καθημερινότητά του μέσα σ’ αυτό, δείχνει να διαθέτει πράγματι όλα τα εχέγγυα της έμπνευσης: «Κάθε μέρα μου είναι διαφορετική. Δεν είμαι άνθρωπος της συνήθειας. Ζω όπως προκύπτει σε έναν φωτεινό χώρο, γεμάτο από όμορφες ιδέες και ενδιαφέροντα αντικείμενα», εξομολογείται.

 


©DePasquale + Maffini @ depasquale.maffini

Κάποια objects trouvés, λίγα σπάνια vintage κομμάτια και πολλά δικά του έργα συνυπάρχουν αρμονικά, διαμορφώντας με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο τον περιορισμένο και ταυτόχρονα απέραντο αυτόν «καμβά» των 50 τετραγωνικών μέτρων. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά σημεία του είναι ομολογουμένως ο τοίχος με τις διαφορετικές στρώσεις μπογιάς, από διαδοχικά βαψίματα στο πέρασμα των χρόνων. «Τον ξεφλούδισα μόνος μου, μέχρι να φτάσει στο σημείο να αποκαλύπτει την παλαιότητά του», εξηγεί.

Του ζητάω να με ξεναγήσει, και εκείνος, σαν άλλος curator σε μουσείο, με προσκαλεί σε μια περιήγηση που ομολογώ ότι έκρυβε πολλές εκπλήξεις, παρά το μικρό μέγεθος του σπιτιού. Πρώτος σταθμός μας η κουζίνα. Στέκεται μπροστά από το πορτοκαλί τραπέζι με τις δύο πολυθρόνες Poltronova του 1964, με την υπογραφή της διάσημης designer Gae Αulenti, και με πληροφορεί ότι: «Τις αγόρασα από ένα flea market, αφού είχα παρακολουθήσει πρόσφατα την ταινία La Piscine. Μόλις τις είδα, μου θύμισαν αυτόματα την ατμόσφαιρα του εμβληματικού αυτού έργου του Jacques Deray. Δεν μπόρεσα να τους αντισταθώ».

 


©DePasquale + Maffini @ depasquale.maffini

Στη συνέχεια με οδηγεί προς τη σκάλα η οποία καταλήγει στη φωτεινή κρεβατοκάμαρά του, όπου, όταν τον ρωτώ, μου λέει ότι ξεχωρίζει τη λάμπα με την υπογραφή του Michele de Lucchi για τον οίκο Artemide και τα αφράτα λευκά είδη Bellora, τα οποία δίνουν μια νότα πολυτέλειας στον χώρο. Κατεβαίνουμε στο μεγάλο δωμάτιο του ισογείου, σαλόνι και τραπεζαρία μαζί, αλλά και χώρος εργασίας όταν απαιτείται, όπου μου εξομολογείται ότι περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας του, τον περισσότερο χρόνο αναπαυτικά καθισμένος στον μπλε καναπέ των αδελφών Bouroullec.

Ακριβώς από πάνω του είναι κρεμασμένος ένας πίνακας που έχει φιλοτεχνήσει ο ίδιος ο Paolo και η ονομασία του είναι Το νησί των ρόδων. Όπως με πληροφορεί, πέρα από τα έργα τέχνης και τα διάφορα αντικείμενα που είναι τοποθετημένα με έξυπνο τρόπο γύρω μας, ένα από τα πιο αγαπημένα του αντικείμενα είναι το μεγάλο βάζο που έχει τοποθετήσει πάνω στο τραπέζι και ονομάζεται Tutankhamun.

 


©DePasquale + Maffini @ depasquale.maffini

To έχει φτιάξει σε συνεργασία με τον designer Alessandro Mendini, «ένα από τα είδωλά μου», όπως επισημαίνει και είναι πράγματι εντυπωσιακό. Το κεντρικό ’60s τραπέζι, περιτριγυρισμένο από τις κομψές γαλάζιες καρέκλες του Κonstantin Grcic για τον οίκο Magis, είναι το σημείο όπου εργάζεται. Και όταν έρχεται η ώρα για κοινωνικές συναναστροφές, πάνω σ’ αυτό παραθέτει τα γεύματα και τα δείπνα στους λίγους και εκλεκτούς φίλους του, συνήθως με πιάτα της παραδοσιακής ιταλικής κουζίνας που τόσο αγαπά.

Η ξενάγηση ολοκληρώνεται και, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά σ’ αυτή την ιδιαίτερη και πολύχρωμη κατοικία που δημιούργησε ο Paolo Gonzato, σκέφτομαι ότι το στερεότυπο «λίγο και καλό» είναι εύστοχα περιγραφικό, από κάθε άποψη.

 

Photographer: DePasquale + Maffini @ depasquale.maffini
Styling: Cora Vohwinkel

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Αυγούστου/Σεπτεμβρίου της Vogue Greece.