Η μόδα πρέπει να σταματήσει να μολύνει το περιβάλλον – και γρήγορα. Η βιομηχανία είναι υπεύθυνη για περισσότερο από το 8% των συνολικών εκπομπών άνθρακα στον πλανήτη, πάνω από το ποσοστό των αεροπορικών και ναυτιλιακών βιομηχανιών μαζί. Ενώ η βιωσιμότητα είναι η πιο αγαπημένη λέξη των οίκων τα τελευταία χρόνια, δεν σημειώνεται αρκετή πρόοδος. Μια έκθεση της Global Fashion Agenda το Μάιο, διαπίστωσε ότι η μόδα στην πραγματικότητα επιβραδύνει τους ρυθμούς βελτίωσης του περιβαλλοντικού της αποτυπώματος.

«Αυτό που χρειάζεται είναι δεσμεύσεις και τολμηροί στόχοι από τη βιομηχανία της μόδας. Αυτή τη στιγμή [δεν είμαστε] αρκετά γρήγοροι», λέει στη Vogue η Eva Kruse, Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της Global Fashion Agenda. «Οι κυβερνητικοί κανονισμοί μπορούν να βοηθήσουν στην αύξηση του ρυθμού εξυγίανσης. Αν υπήρχε, λόγου χάρη, ένας φόρος επί των εκπομπών του άνθρακα ή επί των αποβλήτων στο νερό, θα μπορούσε να φέρει καθοριστικές αλλαγές προς το καλύτερο».

 


Katharine Hamnett
©Getty Images

Η σχεδιάστρια Katharine Hamnett είναι μεταξύ εκείνων που ζητούν μια νέα «πράσινη» συμφωνία για τη βιομηχανία της μόδας, αντλώντας έμπνευση από το σύνολο των πολιτικών που διατύπωσε στις ΗΠΑ η Αμερικανή πολιτικός, ακτιβίστρια και μέλος του κογκρέσου, Alexandria Ocasio-Cortez. «Αυτό που προτείνω είναι μια πράσινη επανάσταση», λέει η Hamnett. «Η βιομηχανία των ειδών ένδυσης μπορεί να γίνει μια πραγματική πολιτική δύναμη για το κοινό καλό». Όπως η Kruse, η σχεδιάστρια θέλει να δει μια εφαρμοσμένη νομοθεσία που θα επιβάλει την αλλαγή σε ολόκληρη τη βιομηχανία.

 


Alexandria Ocasio - Cortez
©Getty Images

Βασικοί παράγοντες της βιομηχανίας, όπως οι όμιλοι Kering (ιδιοκτήτης των Gucci, Balenciaga, Alexander McQueen κ.α.) και LVMH (Louis Vuitton, Dior, Givenchy κ.α.), έχουν τους δικούς τους στόχους βιωσιμότητας, που περιλαμβάνουν μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και τη βελτίωση των προτύπων σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού. «Έχουμε ευθύνη», σχολιάζει η Sylvie Bénard, Διευθύντρια  Περιβάλλοντος της LVMH, σχετικά με το πρόγραμμα Life, που περιλαμβάνει πρωτοβουλίες του ομίλου για το περιβάλλον. «Αυτό που κάνουμε δεν είναι μόνο καλό για την LVMH, αλλά για ολόκληρη τη βιομηχανία».

 


©Getty Images

«Είναι σημαντικό να θέσουμε φιλόδοξους, μετρήσιμους στόχους», προσθέτει η Marie-Claire Daveu, επικεφαλής στον τομέα βιωσιμότητας της Kering. «Μια νέα πράσινη συμφωνία για τη βιομηχανία της μόδας είναι αυτή που θέλει κάθε εταιρεία να θέτει την αειφόρα ανάπτυξη στο επίκεντρο της στρατηγικής της».

Η Vogue εξετάζει τις πέντε βασικές δεσμεύσεις που πρέπει να αναλάβουν όλα τα brands για να δημιουργήσουν ένα πιο βιώσιμο μέλλον, μαζί με τα πιο σημαντικά παραδείγματα προόδου που έχουν σημειωθεί.

 

1. Μείωση του άνθρακα

Τα brands πρέπει να μειώσουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, προκειμένου να συμβάλουν ενεργά στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Το καταστατικό του ΟΗΕ το 2018 για την κλιματική δράση της βιομηχανίας (υπογράφηκε από 43 brands, μεταξύ των οποίων Stella McCartney, Adidas και H&M), έχει θέσει ως στόχο για τις εταιρείες να μειώσουν τις εκπομπές τους κατά 30% μέχρι το 2030, φθάνοντας σε καθαρά μηδενικές εκπομπές μέχρι το 2050.

Η Kering, που επίσης υπέγραψε το καταστατικό, προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, με στόχο τη μείωση των εκπομπών κατά 50% μέχρι το 2025. «Αντιμετωπίζουμε όλες τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα σε όλα τα στάδια, από την εκτροφή βοοειδών έως τις μπουτίκ», λέει η Daveu. Τα 2/3 του ενεργειακού εφοδιασμού της Kering είναι πλέον «πράσινα», ενώ η εταιρεία έχει επίσης δημιουργήσει ένα πρόγραμμα αντιστάθμισης των εκπομπών.

Παράλληλα, το κίνημα του Fashion Revolution ζητά περισσότερη διαφάνεια όσον αφορά τις εκπομπές άνθρακα. Με μια έκθεση το 2019 διαπίστωσε ότι: μόλις το 55% από τους 200 οίκους που ερεύνησε δημοσιεύουν στην επίσημη ιστοσελίδα τους το ετήσιο αποτύπωμα τους σε άνθρακα, ενώ το 19,5% αποκαλύπτει τις εκπομπές αποβλήτων στο νερό. Επί του παρόντος, δεν υπάρχουν κυρώσεις για τα brands που δεν πληρούν τους στόχους των Ηνωμένων Εθνών, γεγονός που οδηγεί σε εκκλήσεις για την εφαρμογή ενός «φόρου άνθρακα» – ο οποίος θα ισχύει για όλες τις εταιρείες.

 


Louis Vuitton Fall 2019 Ready to Wear
©Gorunway

2. Βελτίωση της αλυσίδας εφοδιασμού

Οι εταιρείες πρέπει να εξετάσουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους για να επιτύχουν ένα πιο πράσινο μέλλον και να αυξήσουν τη διαφάνεια και την ανιχνευσιμότητα αναφορικά με τα υλικά που χρησιμοποιούν και τον τρόπο παραγωγής.

Ένα βασικό πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει κάποιος γενικός οργανισμός που να ρυθμίζει παγκόσμιους κατασκευαστικούς κανόνες. «Ο μόνος τρόπος για να λυθεί το ζήτημα είναι κάποιος οργανισμός, όπως τα Ηνωμένα Έθνη, να θέσει πρότυπα και ποινές», λέει ο ιδρυτής του The Bear Scouts, Dio Kurazawa, ο οποίος έχει συνεργαστεί με τα Matchesfashion.com και Martine Rose για να βελτιώσουν τις βιώσιμες πρακτικές τους.

Όσον αφορά τις πρώτες ύλες, η LVMH έχει δεσμευτεί να διασφαλίσει την εφαρμογή των “υψηλότερων προτύπων” στο 70% της αλυσίδας εφοδιασμού της έως το 2020 και το 100% έως το 2025. «Έχουμε την ικανότητα να αυξήσουμε την ποιότητα της αλυσίδας εφοδιασμού περισσότερο από ορισμένες εταιρείες ταχείας μόδας », λέει η Benard. «Για όλες τις πρώτες ύλες, βρίσκουμε το καλύτερο πρότυπο πιστοποίησης ή συνεργαζόμαστε με επιστήμονες για να δημιουργήσουμε τα δικά μας πρότυπα, όπως για παράδειγμα για το δέρμα».

Η ανιχνευσιμότητα είναι επίσης ένας σημαντικός παράγοντας για τον προσδιορισμό της βιωσιμότητας των αλυσίδων εφοδιασμού. Η LVMH ανακοίνωσε την πλατφόρμα AURA τον Μάιο, η οποία θα επιτρέψει στους καταναλωτές να παρακολουθήσουν το ιστορικό ενός προϊόντος χρησιμοποιώντας τεχνολογία blockchain. Η Kering, εν τω μεταξύ, θέλει να είναι διαφανές το 100% της αλυσίδας εφοδιασμού της μέχρι το 2025.

Ο Kurazawa τονίζει ότι όλα τα brands πρέπει να έχουν στενή σχέση με τους προμηθευτές και τους κατασκευαστές τους. «Τα brands πρέπει να σκεφτούν τι θα μπορούσε να διορθωθεί, τι θα μπορούσε να είναι καλύτερο», λέει. «Πρέπει επίσης να υπάρξει μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ των εμπορικών σημάτων και των κατασκευαστών. Η περισσότερη δουλειά επί του παρόντος γίνεται μέσω τρίτων».

 


Η Piñatex αντικαθιστά το δέρμα με ίνες φύλλων ανανά.
©Jacob Maentz

3. Επένδυση σε υλικά του μέλλοντος

Η εύρεση εναλλακτικών λύσεων σε υλικά που επηρεάζουν αρνητικά το περιβάλλον είναι απαραίτητη. Έχει, επίσης, επιχειρηματική λογική, όπως αποδεικνύει το παράδειγμα της Piñatex, που αντικαθιστά το δέρμα με ίνες φύλλων ανανά. «Υπάρχουν 13 εκατομμύρια τόνοι αποβλήτων ανανά στον κόσμο. Θεωρητικά, θα μπορούσαμε να φτιάχνουμε ρούχα μόνο με αυτά τα απόβλητα», λέει η Dr Carmen Hijosa, ιδρύτρια του brand με έδρα τις Φιλιππίνες, η οποία πρόσφατα συνεργάστηκε με κολοσσούς, όπως η Hugo Boss και η H&M.

Οι επενδύσεις σε υλικά του μέλλοντος αυξάνονται, αλλά όχι αρκετά γρήγορα. Η Chanel ανακοίνωσε πρόσφατα ότι θα συνεργαστεί με την Evolved By Nature, μια οικολογική start-up εταιρεία που έχει δημιουργήσει καθαρό φυσικό μετάξι σε υγρή μορφή. «Αυτή η συνεργασία θα επιτρέψει στην Chanel να εξερευνήσει καινοτόμα υλικά, διαφορετικών υφασμάτων, σύμφωνα με τη φιλοδοξία του brand να δημιουργεί συνεχώς υλικά εξαιρετικής και μοναδικής ποιότητας», ανέφερε η γαλλικός οίκος σε δήλωση του.

Από την άλλη, το γεγονός ότι οι νέες εταιρείες κλωστοϋφαντουργίας, συμπεριλαμβανομένων των Piñatex και Bolt (δημιουργοί εργαστηριακού μεταξιού), εξακολουθούν να βρίσκονται ακόμα σε διαδικασία ανάπτυξης και εδραίωσης, αποδεικνύει ότι τα υφάσματα τους απέχουν ακόμα πολύ από το κοινώς αποδεκτό.

 


H&M conscious exclusive collection - Jacket φτιαγμένο με την τεχνική Piñatex.
©Courtesy of H&M

4. Δημιουργία νέων επιχειρηματικών μοντέλων

Μια κυκλική οικονομία μόδας – ένα σύστημα στο οποίο όλα τα προϊόντα μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν ή να αποσυντεθούν πλήρως – θα διαταράξει τα τρέχοντα επιχειρηματικά μοντέλα, τα οποία βασίζονται στην άκρατη κατανάλωση.

Η Global Fashion Agenda, επικεντρωμένη στην κυκλικότητα το 2017, λάνσαρε μια δέσμευση για το 2020, ζητώντας από τις εταιρείες να στραφούν σ’ ένα πιο κυκλικό μοντέλο. «Εάν η βιομηχανία της μόδας βασιζόταν στην κυκλική σκέψη, θα έλυνε πολλά από τα περιβαλλοντικά θέματα που έχουμε», σχολιάζει η Kruse. Στον τομέα αυτό γίνονται πολλά ορατά βήματα. Η Stella McCartney συνεργάστηκε πρόσφατα με την Adidas για το Infinite Hoodie, ένα ρούχο φτιαγμένο με την τεχνολογία NuCycl, η οποία υγροποιεί παλιό βαμβάκι σε νέα ρούχα, για ένα υλικό που μπορεί να ξαναχρησιμοποιηθεί ξανά και ξανά.

 


Adidas by Stella McCartney
©Courtesy of Stella McCartney

Τα brands εξετάζουν επίσης τρόπους να αποκτήσουν μεγαλύτερη ευθύνη για τα προϊόντα τους, ακόμη και μετά την πώλησή τους. Το βρετανικό-σουηδικό γυναικείο brand Bite Studios εγκαινιάζει τον Σεπτέμβριο μια νέα στρατηγική, σύμφωνα με την οποία θα αγοράζει ρούχα στο 20% της αρχικής τους τιμής και στη συνέχεια θα τα μεταπωλεί ή θα τα ανακυκλώνει. «Πρόκειται για την οικοδόμηση μιας φιλοσοφίας μακροζωίας για κάθε ένδυμα και μιας σχέσης εμπιστοσύνης με τους πελάτες», εξηγεί ο CEO της μάρκας William Lundgren.

Ωστόσο, λίγα brands έχουν επιτύχει ένα πλήρως κυκλικό μοντέλο μέχρι σήμερα. Η τελευταία έκθεση της Global Fashion Agenda έδειξε ότι μόλις το 20% των στόχων της κυκλικότητας έχουν επιτευχθεί, δείχνοντας ότι η πρόοδος είναι ακόμη αργή.

 


Priya Ahluwalia
©Courtesy of Priya

5. Στήριξη στη νέα γενιά της μόδας

Ένα πιο «πράσινο» μέλλον για τη βιομηχανία της μόδας εξαρτάται, επίσης, από το επόμενα κύματα ταλέντων. «Οι σπουδαστές μας είναι η μοναδική γενιά από την οποία μπορούμε να κατανοήσουμε πραγματικά την αλλαγή του κλίματος», λέει ο καθηγητής Dilys Williams, διευθυντής του London College of Fashion’s Centre for Sustainable Fashion. «Η επόμενη γενιά θέλει να ξανασκεφτεί ριζικά το σύστημα της μόδας μέσω της αειφορίας. Αυτό το είδος σκέψης, μπορεί να κάνει τη διαφορά που χρειαζόμαστε».

Ο Burak Cakmak, κοσμήτορας στο τμήμα μόδας του Parsons School of Design, συμφωνεί: «Η βιομηχανία πρέπει να επενδύσει στην επόμενη γενιά και να θέσει τις δημιουργικές της ιδέες σε προτεραιότητα. Όλα τα μαθήματα σχεδίασης χρησιμοποιούν τη βιωσιμότητα ως βασική φιλοσοφία, προκειμένου να επισημάνουν διαφορετικές τεχνικές και προσεγγίσεις στο σχεδιασμό μόδας».

 


Bite SS19 collection
©Courtesy of Bite

Νέοι σχεδιαστές, όπως η Priya Ahluwalia (νικήτρια του H&M Design Award 2019), που δουλέυει μόνο με vintage και νεκρό απόθεμα, αλλά και η Bethany Williams, η οποία χρησιμοποιεί απόβλητα για τη δημιουργία νέων υφασμάτων, έχουν ήδη κερδίσει αναγνώριση και φήμη, υιοθετώντας μια πιο βιώσιμη προσέγγιση στη μόδα. «Ο σχεδιασμός είναι ένα πρόβλημα προς επίλυση», λέει η Ahluwalia. «Αν είσαι νέος σχεδιαστής, οφείλεις να σκεφτείς πώς με την παραγωγή σου μπορείς να μειώσεις τις επιπτώσεις στον πλανήτη και πώς θα τον βοηθήσεις να συντηρηθεί».

Είναι ζωτικής σημασίας για όλα τα brands να έχουν στην ομάδα τους, ανθρώπους που γνωρίζουν και ενδιαφέρονται για τη βιωσιμότητα. «Χρειαζόμαστε σχεδιαστές εκπαιδευμένους στον οικολογικό σχεδιασμό, προμηθευτές που γνωρίζουν τους περιβαλλοντικούς ελέγχους και διευθυντές παραγωγής που έχουν γνώση για τις χημικές ουσίες που δεν θέλουμε», σχολιάζει η Benard. «Για μένα, το βασικό ζήτημα είναι η εκπαίδευση».