Μικρός λάτρευε τη µόδα, έφηβος εγκατέλειψε τον γαλλικό νότο για να κυνηγήσει το όνειρό του στο Παρίσι και τώρα, στα 29 του, έχει εκτοξεύσει στην κορυφή τον οίκο µόδας του, που φέρει το µεσαίο όνοµα της µητέρας του. Και βρίσκεται ακόµα στην αρχή.

Tο φθινόπωρο του 2013, κατά τη διάρκεια της Εβδοµάδας Μόδας για το επόµενο καλοκαίρι, όλοι µιλούσαν για έναν όµορφο και αυτοδίδακτο νεαρό σχεδιαστή, που έκανε αίσθηση µε τη χαρούµενη συλλογή του. Είχε τίτλο La Piscine και η παρουσίασή της έγινε στις δηµόσιες αθλητικές εγκαταστάσεις της Βαστίλης.

 


©Filep Motwary

Σήµερα, ο γεννηµένος στη νότια Γαλλία Simon Porte Jacquemus θεωρείται ένας από τους βασικούς trendsetters στην Πόλη του Φωτός, αφού οι δηµιουργίες του έχουν αγκαλιαστεί από αφοσιωµένες σε αυτόν γυναίκες όλων των τύπων και σε παγκόσµια κλίµακα. Τα βασικά χαρακτηριστικά της σχεδιαστικής γραφής του είναι η απλότητα, ο αισθησιασµός και η πρακτικότητα, σε συντονισµό πάντα µε την κάθε εποχή.

Η πορεία του µετριέται µε άλµατα µάλλον παρά µε απλά βήµατα, αφού όλα συνέβησαν σχετικά γρήγορα, αν αναλογιστεί κανείς ότι το brand Jacquemus πρωτοεµφανίστηκε το 2009. Ο 29χρονος σήµερα Simon ονειρευόταν µια θέση στον χάρτη της µόδας από µικρός. Στα 18 του άφησε πίσω του τη ροµαντική καθηµερινότητα του χωριού Mallemort, για να φοιτήσει στη σχολή µόδας ESMOD. Έναν χρόνο αργότερα, µε τη βοήθεια των µέσων κοινωνικής δικτύωσης, παρουσίασε την πρώτη του συλλογή, στην οποία έδωσε το µεσαίο όνοµα της πρόσφατα εκλιπούσης µητέρας του: Jacquemus. «Αποφάσισα τότε να ξεκινήσω κάτι καινούργιο, για να πάρω δύναµη και να συνεχίσω να υπάρχω», εξοµολογείται. «Ήµουν πολύ δεµένος µαζί της και δεν ήθελα ο πόνος της απώλειας να µεταφραστεί σε αδυναµία. Θυµάµαι ότι ζήτησα από µια κυρία που έραβε κουρτίνες στη Μονµάρτρη να µε βοηθήσει να φτιάξω τη συλλογή µου, και εκείνη ανταποκρίθηκε. ∆εν είχα καθόλου επαφές για να µε βοηθήσουν, ούτε χρήµατα. Αφού λοιπόν φωτογράφισα τα ρούχα, τα ανέβασα στο Facebook και αµέσως φίλοι, συγγενείς, γνωστοί και άγνωστοι άρχισαν να τα µοιράζονται στα δικά τους προφίλ. Πολύ σύντοµα έλαβα ένα µήνυµα από µια δηµοσιογράφο µουσικού περιοδικού, η οποία, ενθουσιασµένη, µου ζήτησε συνέντευξη. Την ευχαρίστησα και φυσικά δέχτηκα. “Γιατί όχι;” σκέφτηκα».

 


©Filep Motwary

Το δεύτερο µεγάλο βήµα έγινε όταν η Γιαπωνέζα Rei Kawakubo, σχεδιάστρια του οίκου Comme des Garçons, έτυχε να δει την τρίτη συλλογή του σε showroom στο Τόκιο. Οι ιδιοκτήτες του µετέφεραν τα θετικά της σχόλια στον νεαρό δηµιουργό, ο οποίος ευθύς αµέσως επιδίωξε συνάντηση µαζί της και µε τον σύζυγό της, Adrian Joffe, συνιδιοκτήτη της πασίγνωστης high-end αλυσίδας Dover Street Market, µε καταστήµατα στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη, στο Τόκιο, στη Σιγκαπούρη… Αποτέλεσµα, ο τελευταίος να τον προσλάβει ως πωλητή στην boutique Comme des Garçons στο Παρίσι, όπου ο Simon έµεινε για δύο χρόνια, δουλεύοντας τη συλλογή του το βράδυ, στο σπίτι του. Παράλληλα, o Joffe άρχισε να βάζει κάποια από τα κοµµάτια της σειράς Jacquemus στο Dover Street Market.

Πόσο εύκολο ήταν για ένα παιδί από την επαρχία να πιάσει τον παλµό της µόδας, που χτυπούσε τόσα χιλιόµετρα µακριά; «Η µόνη µου επαφή µε τη µόδα ήταν µέσα από τις σελίδες της Vogue και τις διαφηµίσεις αρωµάτων στην τηλεόραση», απαντά. «Τα έγραφα όλα σε βίντεο και τα έβλεπα ξανά και ξανά µε µανία. Κάπως έτσι κρατούσα τη φαντασία µου σε εγρήγορση».

∆ιηγείται στιγµές από την παιδική του ηλικία, όταν βοηθούσε την οικογένειά του να µαζέψει τη σοδειά από τα χωράφια ή πουλούσε φρούτα στην αγορά τα Σαββατοκύριακα. «Ήταν πολύ απλά χρόνια, γεµάτα χαρά, αλλά το Παρίσι ήταν ανέκαθεν όνειρο για µένα, το οποίο οι γονείς µου µε ώθησαν να κατακτήσω: “Φυσικά και θα γίνεις διάσηµος σχεδιαστής”, µου έλεγαν και µε έκαναν να το πιστέψω ακόµα περισσότερο». Η διασηµότητα είναι σηµαντική γι’ αυτόν; αναρωτιέµαι. «Ανδρώθηκα σε µια ιδιαίτερη χρονική περίοδο, όταν οι άνθρωποι άρχισαν να βρίσκουν διεξόδους έκφρασης µέσα από blogs, µε την αυτοπροβολή να κυριαρχεί. ∆εν ξέρω, αλήθεια, τι είναι πιο σηµαντικό. Ας µην ξεχνάµε ότι η εικόνα είναι το αποτέλεσµα µιας διαδικασίας µε πολλά δηµιουργικά στάδια µέχρι να ολοκληρωθεί. Σίγουρα για µένα αυτό έχει µεγάλη σηµασία», τονίζει.

 


©Filep Motwary

Οι ιδιωτικά επιχορηγούµενοι διαγωνισµοί, όπως το Hyeres Festival, το ANDAM Prize κ.ά., που διεξάγονται µία φορά τον χρόνο αποτελούν πλατφόρµα ανέλιξης για πολλούς σχεδιαστές, του Simon Porte Jacquemus µη εξαιρουµένου. Η τεράστια προβολή µέσα από έναν τέτοιο θεσµό εξασφαλίζει στους νέους δηµιουργούς την εµπιστοσύνη του κοινού, κυρίως όµως τους δίνει την αυτοπεποίθηση που χρειάζονται για να προχωρήσουν. Από ανάλογες διοργανώσεις έχουν αναδειχθεί ονόµατα όπως οι Viktor & Rolf, Wales Bonner, Y/Project, Marine Serre, Martin Margiela, ο Anthony Vaccarello του οίκου Saint Laurent και πολλοί άλλοι. Το 2015 ο Simon ήταν φιναλίστ για δεύτερη συνεχή χρονιά στον διαγωνισµό LVMH Prize, κερδίζοντας το έπαθλο των 150.000 ευρώ, που του εξασφάλισε την απαραίτητη χρηµατοδότηση για να συνεχίσει.

«H εξέλιξή µου ήταν τόσο εύκολη όσο και δύσκολη, γιατί, ξεκινώντας χωρίς να έχω τίποτα, εισέπραττα οτιδήποτε µου πρόσφερε κάποιος, έστω και µικρό, σαν κάτι µαγικό.

Έκανα δύο δουλειές ταυτόχρονα, δεν γνώριζα κανέναν στη µεγάλη αυτή πόλη και ένιωθα ότι ο χώρος δεν µε έπαιρνε πολύ στα σοβαρά, ότι µε είχε απορρίψει πριν καν ξεκινήσω. Γνωρίζω ότι αρκετός κόσµος στην αρχή µε αντιµετώπιζε σαν κάτι χαριτωµένο, που θα έκανε ένα σύντοµο πέρασµα. Χαίροµαι που βρίσκοµαι ακόµα εδώ», λέει.

Kόντρα σε ό,τι είχαµε συνηθίσει οι συντάκτες µόδας, στην παρουσίαση της συλλογής του La Piscine, αντί για µοντέλα χρησιµοποίησε κορίτσια µε αρρενωπά χαρακτηριστικά, που περπατούσαν περιµετρικά µιας πισίνας υπό τους ήχους techno του ’90. «Φυσικά, τα ρούχα δεν ήταν τέλεια, δεν υπήρχαν τα χρήµατα για κάτι τέτοιο, αλλά περνούσαν ένα ξεκάθαρο µήνυµα, και αυτό έκανε τη διαφορά», παραδέχεται. «Είχα την αφέλεια των 21 χρόνων και ήταν µια πολύ σηµαντική στιγµή για µένα, αφού οι πωλήσεις αυξήθηκαν αµέσως, καθώς τα καταστήµατα άρχισαν να κάνουν διπλές παραγγελίες».

 


©Filep Motwary

Μία ακόµα κοµβική στιγµή στην καριέρα του ήταν η συλλογή Les Santons de Provence για το Καλοκαίρι του 2017, που αγαπήθηκε για τη γεωµετρική της αντίληψη, τις couture αναφορές και, κυρίως, για τα υπερµεγέθη ψάθινα καπέλα, που έκτοτε έγιναν σήµα κατατεθέν του. Εκµυστηρεύεται ότι είχαν τόση επιτυχία, ώστε η παραγωγή τους επαναλήφθηκε τρεις φορές, µέχρι που τελείωσαν τα υλικά στο εργοστάσιο που τα κατασκεύαζε. «Θεωρώ ότι µε αυτή τη συλλογή έγινα αποδεκτός από τον ευρύτερο χώρο της µόδας, γιατί, ενώ στην αρχή τα σχέδιά µου χαρακτηρίζονταν αφελή και µοντέρνα, µέσα από αυτήν έγιναν πιο συγκεκριµένα, πιο θηλυκά, ήρθαν πιο κοντά στο σώµα», λέει, ξεκαθαρίζοντας ότι «η δουλειά µου µπορεί να χαρακτηριστεί “αυτοβιογραφική”, καθώς όλες µου οι συλλογές είναι εµπνευσµένες από διαφορετικές στιγµές της ζωής µου».

Οι κολεξιόν που ακολούθησαν διέθεταν πλέον την απαραίτητη ωριµότητα, αλλά και ερωτισµό, κάτι που απολαµβάνει να υπογραµµίζει δίνοντάς τους ονόµατα εµπνευσµένα από τον κινηµατογράφο και, ιδίως, από την αφηγηµατική µαεστρία του Jean-Luc Godard. Εστιάζει στο Le Mepris του 1963, µε πρωταγωνίστρια την Brigitte Bardot, σύµβολο της γυναικείας απελευθέρωσης στη Γαλλία. Η ταινία, που γυρίστηκε στην εµβληµατική Casa Malaparte, στο Κάπρι, είναι στιλιστικά επίκαιρη σήµερα όσο και τότε. «Αυτή η ταινία είναι άλλη µία από τις εµµονές µου. Ακόµα και το τρέιλερ µε συναρπάζει», λέει και, κάνοντας µια µικρή παύση, απαγγέλλει: «La femme, l’homme, l’Italie, l’amour – αυτές οι λέξεις είναι για µένα η αρχή για πολύ µεγαλύτερες ιστορίες».

 


©Filep Motwary

∆εν γνωρίζω αν οφείλεται σε αίτηµά του, όµως η εδώ και µερικές σεζόν επιπρόσθετη ηµέρα στο πρόγραµµα της παριζιάνικης Εβδοµάδας Μόδας –πάντα ∆ευτέρα– ανήκει στον Jacquemus. Η συλλογή του για το Καλοκαίρι του 2018, υπερβολικά αισθησιακή και µε τίτλο La Bomba, ήταν εµπνευσµένη από τη µητέρα του. Και αυτή διέθετε ψάθινα καπέλα, σχεδόν διπλάσια σε µέγεθος, τα οποία προκάλεσαν παραλήρηµα στο Instagram που διήρκεσε µήνες, ενώ ολόκληρη αποθεώθηκε µέσα από το πεντάλεπτο βίντεο του σκηνοθέτη Gordon von Steiner, που γυρίστηκε στην Τενερίφη. «Η La Bomba, μαζί με τη Le Souk για τη σεζόν Φθινόπωρο/Χειμώνας 2018-2019 και τη La Riviera γι’ αυτό το Καλοκαίρι, αποτελούν ένα τρίπτυχο αφιέρωμα στη Μεσογειακή γυναίκα», εξηγεί. «Ήταν ο τρόπος να θυμηθώ αυτό το είδος της θηλυκότητας που τόσο αγάπησα, μαζί με την εικόνα της μητέρας μου να λιάζεται στην παραλία. Μνήμες ακόμα έντονες. Νομίζω ότι η La Bomba έχει περισσότερο ισπανικές, αλλά και νοτιοαμερικανικές αναφορές, ενώ τα χρώματα της Le Souk θυμίζουν τη Βόρεια Αφρική».

 


©Filep Motwary

H La Riviera μοιάζει με «αντίδοτο» στην πιο ζεστή εποχή του χρόνου, με διαφάνειες, μποέμ πλεκτά με γυμνούς ώμους, ασύμμετρα βαμβακερά και μεταξωτά φορέματα, baby dolls, κρόσσια και μπικίνι. Η παρουσίασή της έγινε στην ιταλική πρεσβεία στο Παρίσι και οι πόρτες για το κοινό άνοιξαν σχετικά αργά, ένα υπέροχο δειλινό, πλημμυρισμένο από τις μυρωδιές των ολάνθιστων κήπων της έπαυλης, με τους καλεσμένους να έχουν την καλύτερη των διαθέσεων. «Μου αρέσει πολύ η Ριβιέρα, η μετάβαση από τη Γαλλική στην Ιταλική και η αίσθηση της υπερβολής που κυριαρχεί εκεί, με τις γυναίκες να περνούν από μπροστά σου και να μην είσαι καθόλου σίγουρος αν πηγαίνουν στην παραλία ή σε κάποιο κέντρο διασκέδασης. Με αυτό το σκεπτικό, αντί για καπέλα, αυτή τη φορά σχεδίασα τεράστιες ψάθινες τσάντες, κατάλληλες τόσο για την πλαζ όσο και για τα πάρτι, ενώ τα κοσμήματα και τα τακούνια των παπουτσιών τα εμπνεύστηκα από Ιταλούς βιομηχανικούς σχεδιαστές. Ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποίησα υφάσματα όπως το μετάξι, πολύ πιο ακριβά σε σχέση με αυτό που έκανα πριν. Παράλληλα, προσπάθησα να διατηρήσω ισορροπία στις τιμές, αν και τελικά συμπεραίνω ότι δεν πειράζει που κάποια είναι ακριβότερα», τονίζει.

 


©Filep Motwary

Σχεδιάζοντας αξεσουάρ, απολαμβάνει την απόλυτη δημιουργική ελευθερία, αφού του επιτρέπουν να εκφράσει πιο εύκολα τον αυθορμητισμό του απ’ ό,τι τα ρούχα. «Θέλω όλα αυτά που παρουσιάζω να διατίθενται προς πώληση. Για μένα η επίδειξη μόδας είναι ο τρόπος για να επικοινωνήσω την καινούργια συλλογή μου και επιθυμία μου οι γυναίκες να βλέπουν τον εαυτό τους μέσα σε αυτό που προτείνω», λέει. Κατά τον ίδιο, η γυναίκα Jacquemus είναι «η μικρότερη και όχι η μεγάλη αδελφή, αυτή που γεννήθηκε στη δεκαετία του ’80 και έχει κυρίως ποπ αναφορές, οι οποίες περνώντας ο χρόνος απέκτησαν έντονο αισθησιασμό και θηλυκή ευαισθησία».

 


©Filep Motwary

Κι ενώ η βιομηχανία αλλάζει μέσα από την εξέλιξη της τεχνολογίας, οι απαιτήσεις που προκύπτουν για έναν σχεδιαστή είναι πολλές. Η συζήτηση έρχεται στην έννοια της ισορροπίας, της οικειότητας με το αντικείμενο και των συναισθημάτων. Πέρυσι ήταν για τον Simon μια πολύ δύσκολη χρονιά, λόγω της απότομης ανάπτυξης της εταιρείας του. «Η καλοκαιρινή συλλογή πούλησε πολύ και οι ποσότητες των ρούχων που έπρεπε να φτιάξουμε ήταν εξωφρενικές», λέει. «Όμως, σε μια ανεξάρτητη εταιρεία όπως η δική μας είναι δύσκολο να διατηρηθεί ο έλεγχος. Η προσπάθεια είναι διπλή και οφείλουμε να τα καταφέρουμε. Σε μια ανάλογη κατάσταση προσπαθώ να κρατώ την ψυχραιμία μου και, ευτυχώς, έχω γύρω μου ανθρώπους που με βοηθούν. Όταν κάποιος εργάζεται καθημερινά για κάτι, αναπόφευκτα αναπτύσσει συναισθήματα γι’ αυτό. Τουλάχιστον συμβαίνει σ’ εμένα», ομολογεί και εξηγεί ότι η ομάδα του αποτελείται από περίπου 60 άτομα, με τα οποία περνάει τον περισσότερο από τον χρόνο του δουλεύοντας.

Ενώ συζητάμε, το showroom σφύζει από ζωή. Όλοι έχουν ευχάριστη διάθεση, που ενισχύεται από τις μουσικές disco και bossa nova που πλημμυρίζουν τον χώρο. Κάθε τόσο, δύο in-house μοντέλα που φορούν κομμάτια της νέας συλλογής κυκλοφορούν ανάμεσα στους buyers, δίνοντάς τους τον χρόνο που χρειάζονται για να δουν τις δημιουργίες με προσοχή, πριν πάρουν τις αποφάσεις τους. Είναι όλα τόσο όμορφα.

 


©Filep Motwary

Του ζητώ να μου εξηγήσει γιατί υπογραμμίζει με κάθε ευκαιρία τη γαλλική του καταγωγή: «Είναι τόσο εμφανές;» ρωτάει γελώντας. «Θυμάμαι, όταν κάποιος με ρώτησε τι θα έκανα αν η ανταπόκριση του κόσμου απέναντι στη δουλειά μου σταματούσε, του είπα ότι θεωρώ πως μπορώ να αντιμετωπίσω ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Άλλωστε, είναι πολύ πιθανό να συμβεί. Ωστόσο, με ενδιαφέρει περισσότερο να είμαι ειλικρινής σε σχέση με τη δουλειά μου, κάτι που έχει αποδειχθεί –τουλάχιστον για πολλούς– ως το κύριο στοιχείο της διαχρονικότητας. Το ότι πάντα ακολουθώ το ένστικτό μου μπορεί, όμως, να είναι και ένα ρίσκο», συμπληρώνει. «Για παράδειγμα, για τον ερχόμενο Χειμώνα αποφάσισα να αλλάξω κατεύθυνση και να αφήσω πίσω τη Μεσογειακή γυναίκα, προτείνοντας ρούχα πιο arty, αν μου επιτρέπεται η χρήση του όρου. Το αποτέλεσμα εκφράζει απολύτως τη φιλοσοφία Jacquemus, όμως μέσα από μια πιο φρέσκια οπτική».

Ενώ η συνάντησή μας πλησιάζει στο τέλος της, μιλάμε για το καλοκαίρι, που τόσο αγαπά, και τον έρωτά του για τη Μεσόγειο, τη Σικελία, το ελληνικό φως, αλλά και την ελληνική κουζίνα. «Κατανοούμε ο ένας τον άλλον», παρατηρεί με χαμόγελο και προσθέτει: «Ο αυθορμητισμός και η ευκολία με χαρακτηρίζουν». Δεν έχω λόγο να τον αμφισβητήσω, βάζοντας τελεία στην ευχάριστη συζήτησή μας.

 

Παρακολουθήστε το αποκλειστικό βίντεο της συνέντευξης στο VOGUETV.