Το 1985 ο Bono, ο τραγουδιστής του πολύ γνωστού συγκροτήματος των u2 επισκέφτηκε την Αιθιοπία για να εμφανιστεί στο Live Aid. Eκεί ήρθε σε επαφή με την κατάσταση του Τρίτου Κόσμου, την πείνα, την ανέχεια, τους δρόμους που δεν έχουν κατασκευαστεί ακόμα, τους δρόμους που δεν υπάρχουν στο χάρτη. Δύο χρόνια μετά στο άλμπουμ τους με τίτλο Τhe Joshua Tree, βγαίνει το φημισμένο πλέον τραγούδι τους «Where the streets have no name». Όλοι νομίζουν ότι αφορά την Αιθιοπία, η αλήθεια όμως βρίσκεται αλλού. Η κατάσταση στην Ιρλανδία ήταν πολύ δύσκολη τη δεκαετία του ’80. Εκεί μπορεί οι δρόμοι να είχαν ονόματα αλλά αυτό γινόταν για πολλούς η καταδίκη τους, διότι ανάλογα με το πού έμενε ένας Ιρλανδός, όλοι μπορούσαν να γνωρίζουν την οικονομική του κατάσταση ή το θρήσκευμά του, αν ήταν Καθολικός ή Προτεστάντης. Αυτό λειτουργούσε ως στίγμα, ως «φακέλωμα» και οι U2 της ταραγμένης Ιρλανδίας ονειρεύονταν έναν κόσμο όπου οι δρόμοι δεν θα ήταν συνώνυμο μεγάλων ταξικών διαφορών.

Περπατώντας στην ιστορική Αθήνα, συμμετέχοντας σε μία από τις πολλές περιηγήσεις του Athens Walking Stories (θεματικοί περίπατοι από βαθείς γνώστες ιστοριών που αξίζει να ακούσουμε για την αρχιτεκτονική, την ιστορία και τη λογοτεχνία μέσα από τα κτίρια και τα μνημεία αυτής της πόλης) μου ήρθε στο μυαλό ξανά αυτή η ιστορία. Σκεφτόμουν πόσο σημαντικό είναι να έχουν οι δρόμοι ονόματα, τα κτίρια ταυτότητα και οι χώροι την ιστορία τους αλλά όχι για να λειτουργούν ως καταδότες ή να στιγματίζουν, όσο για να κρατούν την ιστορία τους ζωντανή και πάλλουσα, προκειμένου να έρχεται κάθε φορά το βλέμμα των νεότερων να συναντιέται με την ιστορική παράδοση και τη μνήμη. Οι δικοί μας δρόμοι έχουν ονόματα. Ιδίως στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας και όχι μόνον, στα ονόματα των δρόμων έχουν αποτυπωθεί όλες οι στρώσεις και οι μεταβάσεις του παρελθόντος. Σαν να μην μπορεί όμως αυτό να γίνει αντιληπτό, να γίνει αντικείμενο γνώσης, όχι επειδή δεν βρίσκονται εκεί τα μνημεία ή οι γνώστες για να μας μεταφέρουν την ιστορία πίσω από ένα άγαλμα ή ένα σπίτι, αλλά κυρίως λόγω του συνεχούς, αδιανόητου και αδικαιολόγητου θορύβου.

Ζούμε μάλλον σε μία από τις πιο πολύβουες πρωτεύουσες. Και όταν μιλώ για θόρυβο δεν εννοώ μόνον τα αυτοκίνητα. Σε κάθε γωνία της πόλης υπάρχει υπαίθρια αυτοσχέδια μουσική από κάποιον πλανόδιο, από κάποιους πιτσιρικάδες, από νεαρούς που βγάζουν με αυτό τον τρόπο τα προς το ζην. Σε κάθε γωνιά υπάρχουν παρέες που φωνάζουν, σε κάθε γωνία υπάρχουν πορείες, διαδηλώσεις, ντουντούκες. Δεν το συνειδητοποιεί κάποιος πόσο θορυβώδεις είμαστε διότι μάλλον ο θόρυβος έχει εσωτερικευτεί, έχει γίνει δεύτερη φύση μας. Κάποιοι θα έλεγαν ότι είμαστε ζωντανή πόλη. Εγώ θα έλεγα ότι είμαστε ενοχλητική πόλη, επιβαρυμένη. Διότι το ζήτημα δεν είναι κάποιος να κυριαρχήσει στον άλλον, όσο το να καταφέρουμε επιτέλους να συνυπάρξουμε. Όταν αποφασίσει κάποιος στη Διονυσίου Αεροπαγίτου να κατεβάσει ένα ηχείο παίζοντας τη μουσική της αρεσκείας του, είναι λογικό ότι θα επικρατήσει των υπόλοιπων, οι οποίοι επέλεξαν να περπατήσουν ήρεμα στον ομορφότερο δρόμο της πόλης και να στοχαστούν κάτω από το βράχο της Ακρόπολης. Όπως είναι λογικό ότι όταν κάποιος μιλά μεγαλοφώνως στο κινητό του τηλέφωνο, ο διπλανός του στα ΜΜΜ θα υποστεί μια ψυχική ταλαιπωρία –όσο κρατάει η διαδρομή του. Φυσικά αυτό ισχύει και σε όλα τα εστιατόρια, καφετέριες που έχουν επιβεβλημένα τη μουσική στη διαπασών. Ο ήχος και μάλιστα ο τεχνητός –αυτός που δεν παράγεται από τη φύση- προκαλεί σε διάφορες συχνότητες και εντάσεις πολύ σοβαρά ψυχικά προβλήματα.

Η ακοή συνδέεται με την ισορροπία της σκέψης και των αισθημάτων. Χρειάζεται πολλές φορές η ησυχία για να έρθει κάποιος σε επαφή με τον εαυτό του, να ρυθμίσει την αναπνοή του, να ακούσει τους σφυγμούς της καρδιάς του αλλά κυρίως να κατεβάσει ταχύτητες και να γεμίσει τις ψυχικές μπαταρίες του. Η ξεκούραση δεν είναι μόνον ο ύπνος, αλλά και η περιήγηση, το περπάτημα, η φύση, η πόλη. Αυτή όμως οφείλει να συμβαδίζει με τους κανόνες του εξωτερικού χώρου, του σεβασμού του κάθε περαστικού, του κάθε επισκέπτη. Ο ήχος δεν είναι απαραίτητος όταν μπροστά του έχει κάποιος το θαύμα. Όταν είσαι σε μια καφετέρια και βλέπεις το απέραντο γαλάζιο, δεν έχεις ανάγκη μουσική για να ταξιδέψεις. Ο παφλασμός των κυμάτων είναι υπεραρκετός. Όταν είσαι στο μουσείο της Ακρόπολης δεν χρειάζεσαι μουσική για να ατενίσεις το ένδοξο παρελθόν, αντιθέτως μπροστά στο ναό απαιτούνται ησυχία και περισυλλογή, σοκ και δέος. Όπως μια σπουδαία ταινία δεν έχει ανάγκη από την έντονη μουσική, έτσι και η αθηναϊκή πόλη δεν έχει ανάγκη από μουσική υπόκρουση για να γίνει πιο γοητευτική. Διότι έχει πράγματα να αφηγηθεί και ιστορίες και μνήμες να ανασύρει. Χρειάζεται όμως ησυχία. Για να μπορέσει να κατεβάσει τους ρυθμούς των έτσι και αλλιώς ταλαιπωρημένων κατοίκων της, για να μπορέσει να αγκαλιάσει και να τιμήσει τους επισκέπτες της. Έχει επικρατήσει παντού η λογική ότι χρειαζόμαστε συνεχώς διασκέδαση για να είμαστε καλά, και η μουσική είναι η πρώτη συνιστώσα. Όλο και περισσότερο τείνω να πιστεύω ότι πλέον η μουσική και κάθε λογής θόρυβος έτσι όπως άχαρα, άκομψα και βάρβαρα επιβάλλονται τείνουν να γίνει συνώνυμα της τρέλας. Μακάρι οι δρόμοι μας που έχουν έτσι και αλλιώς ιστορία, να είχαν και λίγη περισσότερη ησυχία.

 

*Η Μαριαλένα Σπυροπούλου είναι συγγραφέας και ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια