Το βλέμμα μου ξεκουράζεται στο Παρίσι. Κάθε φορά που έρχομαι, νιώθω ότι η πόλη αυτή σκέφτεται πολύ περισσότερο πάνω στην τέχνη της ζωής απ’ ό,τι αντέχει η μικρόσωμη Ελλάδα. Ιδίως η Αθήνα. Αν συγκρίνουμε κάτι, ας συγκρίνουμε μεγάλες πόλεις, που παραμένουν ασύγκριτες αλλά και συγκρίσιμες την ίδια στιγμή. Παρατηρώ τις κυρίες πάνω από τα 40 έτη. Να περπατούν, να συνομιλούν, να βιάζονται, να κάθονται με ένα βιβλίο στο χέρι, να ρεμβάζουν. Τις γυναίκες που έχουν γνωρίσει λίγο ή πολύ τι σημαίνει ζωή, έρωτας, εργασία, οικογένεια, που βρίσκονται είτε στην καλύτερή τους φάση, την πιο ώριμη, είτε οδεύουν προς μια μικρή ή μεγαλύτερη αποστασιοποίηση, προς μια απόλαυση των όσων κατέκτησαν. Βλέπω όμορφες γυναίκες μετά τα πενήντα έτη στο Παρίσι. Σίγουρα κομψές, ξέρουν να ντύνονται οι Γαλλίδες με έναν απλό, ανεπιτήδευτο τρόπο, ξέρουν να προσέχουν το σώμα τους. Αυτό που συνειδητοποιώ όμως περισσότερο είναι ότι βλέπω τα πραγματικά πρόσωπα αυτών των γυναικών. Βλέπω ρυτίδες. Συνειδητοποιώ ότι στην Ελλάδα κοντεύω να τις ξεχάσω. Είναι πιο φυσικές, φαίνονται δραστήριες επαγγελματικά, ερωτικά, συναισθηματικά. Αντέχουν στη ρωγμή του χρόνου, στο τσακισμένο κούτελο, στις εκφράσεις των ματιών. Ανησυχώ για αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα. Το μπότοξ και οι κάθε λογής βελτιωτικές, αισθητικές, καλλωπιστικές ανακαλύψεις εφαρμόζονται με τάση επιδημίας.

Κανείς δε λέει να μην αγαπάμε τον εαυτό μας. Είναι σημαντικό να μας αρέσει αυτό που βλέπουμε στον καθρέφτη. Είναι υγιές να φροντιζόμαστε. Έχουμε όμως σκεφτεί το ενδεχόμενο αν δεν μας αρέσει κάτι πάνω μας, μπορεί να μην έχει σχέση με το χρόνο; Ή με το ίδιο το πρόσωπο; Έχουμε αναρωτηθεί ποιο είναι το μέτρο; Και γιατί δεν αντέχουμε τη συμφιλίωση με το χρόνο;

Σκέφτομαι την ανάγκη κυρίως των γυναικών -αλλά όχι μόνο- να διορθώνουν τις ατέλειές του και να βελτιώνουν την όψη τους. Ο στόχος ποιος είναι; Ο εαυτός; Ο άλλος; Η βελτίωση των σχέσεων; Ο έρωτας; Εάν μια γυναίκα είναι ενεργή σε διάφορα επίπεδα, έχει ζωή με ενδιαφέροντα, έχει ανακαλύψει τον εσώτερο εαυτό της, νιώθει καλά με το σώμα της, τη σεξουαλικότητά της, διεκδικεί τη ζωή για εκείνη, γιατί να χρειάζεται να διορθώσει το χρόνο; Ο χρόνος δεν της έφερε όλες αυτές τις ανακαλύψεις; Δεν τη βοήθησε να γίνει αυτό που είναι; Αναρωτιέμαι εάν οι άνδρες που αγαπούν τις γυναίκες στέκονται ποτέ διστακτικά απέναντι στη ρυτίδα της γυναίκας. Νιώθω πως όχι. Ίσα ίσα πολλές φορές βλέπω το αντίθετο, γυναίκες που δεν συνδέονται καθόλου με τις βαθύτερες επιθυμίες τους ή τη σεξουαλικότητά τους, που δεν συνδέονται καν με τον άλλον να επενδύουν τα πάντα στο στόχο του αρυτίδιαστου προσώπου τους. Και το ψυχικά παγωμένο να μεταφέρεται και στο παγωμένο του προσώπου.

Κανείς δεν θα πει πώς θα ζήσει μια γυναίκα τη ζωή της. Πώς της αρέσει ο εαυτός της. Πού δαπανά το χρόνο και το χρήμα της. Σκέφτομαι, όμως, κοιτώντας τις γυναίκες που περπατούν μπροστά μου ότι αυτό που βρίσκω εγώ γοητευτικό σε εκείνες, εκείνες δεν το βλέπουν. Ποτέ δεν μπορούμε να δούμε τι βλέπει ο άλλος σε μας. Και αυτό είναι το πιο σπουδαίο της συνάντησης, της όποιας συνάντησης ανάμεσα στους ανθρώπους. Να αφεθούμε στο βλέμμα του άλλου. Και να εισπράξουμε το συναίσθημά του, να ομορφύνουμε μέσα από τα μάτια του, ή να αποφύγουμε τα βλέμματα που μας σκοτεινιάζουν. Κάθε φορά όμως που στεκόμαστε στον αμείλικτο καθρέφτη και διορθώνουμε τη φθορά του χρόνου, εξαλείφουμε και τη ζωή μας από τον χάρτη του προσώπου μας. Στην ανάγκη να τα ελέγξουμε όλα, καταστρέφουμε το πιο σημαντικό, να εκτεθούμε στο βλέμμα του άλλου και να αγαπηθούμε για αυτό που είμαστε, όχι για αυτό που θα θέλαμε ιδανικά να είμαστε. Οι συχνές επεμβάσεις πάνω στο χρόνο, αφήνουν ψυχικό αποτύπωμα. Αυτό που δεν λένε οι ειδικοί της αισθητικής παρέμβασης είναι ότι τίποτα δεν είναι ανώδυνο. Όλα καταγράφονται και επηρεάζουν τον ψυχισμό μας, μας μεταβάλουν, μας αλλοιώνουν. Κάθε φορά που επιζητάμε το τέλειο, ή τη νεανικότερη όψη του εαυτού μας, απομακρυνόμαστε από τη συνέχεια του εαυτού μας. Φτιάχνουμε ένα καινούριο αφήγημα με κενά και παύσεις. Δεν γνωρίζουμε τι λένε για εμάς αυτά τα κενά, αυτές οι παύσεις. Διορθώνουμε την πρόσοψη και αδιαφορούμε για το εσωτερικό του σπιτιού μας. Εκεί όμως κατοικούμε. Μέσα.

Μένει να σκεφτούμε τι θέλουμε βαθύτερα, τι αναζητάμε από αυτή την ούτως ή άλλως σύντομη ζωή μας, η οποία θα τελειώσει κάποια στιγμή, με ή χωρίς μπότοξ.

*H Mαριαλένα Σπυροπούλου είναι ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια και συγγραφέας.