Της Κατερίνας Φρέντζου
Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Ηλιάδης
Σε μια εποχή όπου επαναπροσδιορίζουμε τη σχέση μας με τη βιωσιμότητα, την αυθεντικότητα και την πολιτισμική μνήμη, οι παραδοσιακές τέχνες επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο, και ενσωματώνονται στο σύγχρονο σχεδιαστικό τοπίο. Διεθνείς οίκοι μόδας στρέφονται όλο και περισσότερο στις χειροποίητες τεχνικές, εντάσσοντας τη χειροτεχνία όχι μόνο στην αφήγηση του brand, αλλά και στον ίδιο τον πυρήνα της δημιουργικής τους ταυτότητας, καθώς το «handmade» προσδίδει προστιθέμενη αξία στις συλλογές τους. Στο πλαίσιο αυτών των πρακτικών ξεχωρίζει η δαντελοπλεκτική, – μια τέχνη που παραμένει ζωντανό κομμάτι και της δικής μας λαϊκής παράδοσης, με βαθιές ρίζες και ισχυρή παρουσία σε τοπικές κοινότητες σε όλη την Ελλάδα.
Σήμερα, η τέχνη αυτή αποκτά νέα δυναμική. Οι γυναίκες της Σαλαμίνας αλλάζουν τα δεδομένα, δίνοντας στη δαντέλα made in Greece μια ξεχωριστή υπόσταση. Τον Μάρτιο του 2026, χάρη στη συντονισμένη δράση του Συλλόγου Παραδοσιακών Τεχνών «Σαλαμινίων Καλλιτεχνίες», μια από τις πιο εκλεπτυσμένες μορφές δαντέλας, το κοπανέλι, εγγράφηκε στον Εθνικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο για την ελληνική δαντελοπλεκτική. Η εγγραφή αυτή πραγματοποιήθηκε με την πολύτιμη συμβολή της πολιτιστικής διαχειρίστριας Νένας Παπαγγελή, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην τεκμηρίωση του. Όπως επισημαίνει η Διευθύντρια Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού, Βίλλυ Φωτοπούλου, «η ένταξη στον Εθνικό Κατάλογο αποτελεί επίσημη αναγνώριση μιας ζωντανής παράδοσης και αναδεικνύει τον ρόλο των τοπικών κοινοτήτων ως φορέων πολιτισμικής συνέχειας».

Μια συγκυρία που ευνοεί τη σύνδεση με την ελληνική μόδα, η οποία καλείται να αξιοποιήσει αυτό το ζωντανό πολιτιστικό κεφάλαιο. «Η ελληνική χειροτεχνία διαθέτει πλέον τις βάσεις για να ενταχθεί οργανικά στη σύγχρονη μόδα, ως ζωντανό μέρος του σχεδιαστικού μας DNA», σημειώνει η πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Σχεδιαστών Μόδας, Ορσαλία Παρθένη. «Η ουσιαστική στήριξη των χειροτεχνών είναι καθοριστική, ώστε η γνώση και η δεξιοτεχνία να συνεχίσουν να εξελίσσονται μέσα στον χρόνο. Μέσα από τη χειροποίητη δημιουργία, διαμορφώνεται εκ νέου και ο ίδιος ο τρόπος παραγωγής της μόδας – με επίκεντρο την ποιότητα, τη διάρκεια και την ανθρώπινη αξία, πέρα από τη λογική της μαζικής παραγωγής».
Το κοπανέλι, είδος δαντέλας που πλέκεται πάνω σε μαξιλάρι με τη χρήση δεκάδων μικρών ξύλινων εργαλείων (κοπανέλια) γύρω από τα οποία τυλίγονται οι κλωστές, συγκαταλέγεται στις πιο απαιτητικές και αριστοτεχνικές μορφές χειροτεχνίας. Για την κατασκευή μιας τέτοιας λεπτεπίλεπτης δαντέλας μπορεί να χρησιμοποιηθούν έως και 60 ζεύγη κοπανελιών, γεγονός που αποτυπώνει τη σύνθετη τεχνική που απαιτεί η δημιουργία της.

Η χειροποίητη δαντέλα λειτουργούσε, για αιώνες, ως φορέας τοπικής ταυτότητας και κοινωνικού κύρους. Από τη Βασίλισσα Βικτωρία, που την καθιέρωσε ως βασικό στοιχείο της νυφικής ενδυμασίας, -επιλέγοντας τη βρετανική δαντέλα αντί της τότε δημοφιλούς βελγικής για να στηρίξει την εγχώρια χειροτεχνία-, μέχρι το εμβληματικό νυφικό της Grace Kelly, έναν αιώνα αργότερα, η δαντέλα παραμένει από τα ισχυρότερα σύμβολα της υψηλής ραπτικής. Σήμερα, αναδεικνύεται σε ισχυρό fashion statement. Η μαύρη αισθησιακή δαντέλα της Σικελίας αποτελεί για τους Dolce & Gabbana έναν ισχυρό πολιτισμικό κώδικα που συνδέει τη μόδα με τη συλλογική μνήμη της ιταλικής κουλτούρας, ενώ οι περίφημες γαλλικές δαντέλες Chantilly και Alençon κατέχουν εξέχουσα θέση στα ατελιέ των Dior και Chanel.
Το κοπανέλι (bobbin lace) έχει τις ρίζες του στην Ευρώπη, με τη Βόρεια Ιταλία και το Βέλγιο να διεκδικούν την προέλευσή του. Σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Τσεχία, η τέχνη διατηρείται ζωντανή μέσα από κοινότητες, εργαστήρια και διεθνείς διοργανώσεις. Στην Ελλάδα, πέρα από τη Σαλαμίνα, η Αίγινα και η Κρήτη συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους προορισμούς δαντελοπλεκτικής και φημίζονται για την τεχνική αρτιότητα της παράδοσής τους. Δεν είναι τυχαίο ότι δείγματα κρητικής κοπανελάτης δαντέλας φιλοξενούνται σήμερα στο Μουσείο Victoria & Albert στο Λονδίνο.

Σήμερα, πάνω από 40 γυναίκες στη Σαλαμίνα πλέκουν με δεξιοτεχνία το κοπανέλι με χρυσοκλωστή – χαρακτηριστικό της δαντέλας τους -, δίνοντας νέα πνοή στην παράδοση και ενισχύοντας τις προοπτικές για την πολιτιστική ανάπτυξη του νησιού. Ο σύλλογος σχεδιάζει συνέργειες με μουσεία, σχολεία και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις με στόχο τη διάδοση της τέχνης και την ανταλλαγή τεχνογνωσίας. Επόμενος στόχος είναι η ένταξη στον διεθνή κατάλογο της UNESCO, όπου μέχρι σήμερα περιλαμβάνονται μόνο δύο παραδόσεις κοπανελιού: της Σλοβενίας (Idrija Lace) και της Κροατίας (Lepoglava Lace).
Πλέον, η Σαλαμίνα αποκτά τη δυνατότητα να καθιερωθεί ως ευρωπαϊκός προορισμός, ακολουθώντας το παράδειγμα περιοχών όπως η Bruges (Βέλγιο), η Camariñas (Ισπανία), η Peniche (Πορτογαλία), το Le Puy-en-Velay (Γαλλία), το Cantù (Ιταλία) και το νησί Gozo στη Μάλτα. Σε αυτά τα μέρη, το κοπανέλι λειτουργεί ως ένα ολοκληρωμένο πολιτισμικό σύστημα: διδάσκεται, παράγεται, ενσωματώνεται στην καθημερινή ζωή και συνδέεται άμεσα με τον τουρισμό και την τοπική οικονομία. Πρόκειται για επιτυχημένα παραδείγματα πολιτιστικής διαχείρισης, όπου η παράδοση δεν διατηρείται απλώς, αλλά επαναπροσδιορίζεται και εξελίσσεται.

Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό σκηνικό, η Σαλαμίνα διεκδικεί τη θέση της. Η εγγραφή της «κουλουριώτικης» δαντέλας (τοπική ονομασία) στον Εθνικό Κατάλογο δεν αποτελεί απλώς μια συμβολική πράξη, αλλά σηματοδοτεί την αφετηρία μιας νέας πορείας. Μιας πορείας που μπορεί να συνδέσει την παράδοση με τη σύγχρονη μόδα, να αναδείξει την τέχνη ως πολιτιστικό κεφάλαιο και να τοποθετήσει δυναμικά το νησί στον παγκόσμιο χάρτη της χειροποίητης δημιουργίας.
*Η Κατερίνα Φρέντζου είναι δημοσιογράφος & ιδρύτρια του Πολιτιστικού φορέα Branding Heritage




