quiet-impact-αποκλειστική-συνέντευξη-με-την-meryll-rogge-404712

Αποκλειστική συνέντευξη & Φωτογραφίες Filep Motwary

Σε μια πρώτη ανάγνωση, το έργο της Meryll Rogge προβάλλει ως το κατεξοχήν σημείο εκκίνησης για την ίδια την έννοια του layering – όχι απλώς τεχνική ένδυσης, αλλά αφηγηματική πράξη. Και όχι μόνο επειδή τα ρούχα της επιμένουν πεισματικά σε αυτή τη λογική -πλεκτά που αγκαλιάζουν πουκάμισα, slip φορέματα που δεν υπακούν στους συμβατικούς κανόνες, ενδύματα που μοιάζουν να κουβαλούν μνήμες-, αλλά και γιατί η διαδρομή της ξεδιπλώνεται σε «στρώσεις». Τίποτα δεν επιβάλλεται ξαφνικά· όλα συσσωρεύονται αργά, σχεδόν υπόγεια, με μια ήσυχη αλλά αδιαπραγμάτευτη επιμονή. Το καταλαβαίνω από τη στιγμή που κάθομαι απέναντί της, μπροστά σε ένα πτυσσόμενο τραπεζάκι μέσα στην τέντα που στήθηκε πρόχειρα την προηγούμενη του σόου της στην εσωτερική αυλή του Κρατικού Μουσείου Αρχείου, παλαιότερα γνωστού ως Μουσείο της Ιστορίας της Γαλλίας. Στον ίδιο χώρο εκτυλίσσεται ένα casting με μοντέλα να πηγαινοέρχονται, ενώ οι συνεργάτες της σχεδιάστριας προσπαθούν να ετοιμάσουν τα ρούχα για την καλοκαιρινή της κολεξιόν. Παρατηρώντας την, διαπιστώνω πως η σιωπή και το βλέμμα της λειτουργούν όπως ακριβώς τα ρούχα της – σε επίπεδα. Δεν βιάζεται να «συμπυκνώσει» τον εαυτό της σε μια αφήγηση.

QUIET IMPACT: Αποκλειστική συνέντευξη με την MERYLL ROGGE -1
©Meryll Rogge SS26 © Filep Motwary
1/7
Native Share

Μου μιλάει με τον ίδιο τρόπο που σχεδιάζει: διαισθητικά και γενναιόδωρα, αφήνοντας χώρο για την άλλη άποψη. Κι ενώ βρισκόμαστε στο Παρίσι, το μυαλό της ταξιδεύει με ευκολία αλλού – στη Γάνδη, όπου μεγάλωσε, στις σχολικές αίθουσες, όπου ζωγράφιζε αντί να ακούει τις δασκάλες της, στη Νέα Υόρκη, όπου έμαθε πώς «πέφτει» ένα ύφασμα και γιατί αυτό έχει σημασία, στη βελγική ύπαιθρο, όπου βρίσκεται σήμερα το στούντιό της, σε ένα λευκό πέτρινο σπίτι με κόκκινη κεραμοσκεπή, στο μέσο μιας αγροτικής έκτασης, αποκομμένο από τον συνήθη θόρυβο του κόσμου της μόδας. «Όταν ήμουν μικρή, ζωγράφιζα συνέχεια», μου λέει σχεδόν απολογητικά, σαν να την εκπλήσσει ακόμη ότι αυτό εξελίχθηκε σε επάγγελμα. Από τη στιγμή που μπορούσε να κρατήσει μολύβι, το έκανε χωρίς διάλειμμα – σε οικογενειακές συγκεντρώσεις, αθλητικές δραστηριότητες, στις γωνίες των δωματίων. Το σχέδιο ήταν το καταφύγιό της. «Φυσικά δεν ήταν σχέδιο μόδας, δεν υπήρχε καμία φιλοδοξία γύρω από αυτό το θέμα. Ήταν απλώς οι παρατηρήσεις μου», τονίζει και μου αφηγείται μια ιστορία από ένα παιδικό κατάστημα ρούχων στην πόλη της, να κοιτάζει ένα πουλόβερ και να αναρωτιέται γιατί είχε προστεθεί μια συγκεκριμένη στάμπα, ενώ δεν υπήρχε καμία ανάγκη. «Σκέφτηκα τότε ότι ήταν χαζή ιδέα», θυμάται γελώντας. «Η δυσανεξία μου στο περιττό ήταν πάντα εκεί, όπως και η άποψή μου για τις αποφάσεις που διαταράσσουν την αρμονία».

QUIET IMPACT: Αποκλειστική συνέντευξη με την MERYLL ROGGE -2
©Meryll Rogge SS26 © Filep Motwary
2/7
Native Share

Η ιδέα της μόδας ως επάγγελμα προέκυψε τυχαία. Ήταν έφηβη και στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών η καθηγήτριά της την έπιασε να ζωγραφίζει. Πήρε το σχέδιο από τα χέρια της, του έριξε μια ματιά και της το επέστρεψε, λέγοντάς της πως ίσως έπρεπε να γίνει σχεδιάστρια μόδας. Ο σπόρος μπήκε βαθιά μέσα της. Αυτό ήταν κάτι που μπορούσε να κάνει, σκέφτηκε. Στο σπίτι, τα ισπανικά glossy περιοδικά που έφερνε η γιαγιά της από τα ταξίδια της, εικόνες από πασαρέλες σφηνωμένες ανάμεσα σε διαφημίσεις, συμπλήρωσαν τα κενά, ενώ άρχισε να έχει και προτιμήσεις: η υψηλή ραπτική την άφηνε αδιάφορη, όμως το prêt-à-porter -και ειδικά ο Marc Jacobs- την ηλέκτριζε. Η δουλειά του έμοιαζε με την πραγματική ζωή – ήταν φορέσιμη και συναισθηματικά συγκεκριμένη. Παρ’ όλα αυτά, η πραγματικότητα παρενέβη, αφού οι γονείς της δεν πείστηκαν, θεωρώντας ότι η μόδα ήταν κάτι δευτερεύον που μπορούσε να περιμένει. Αναγκαστικά, επήλθε συμβιβασμός: η Rogge θα σπούδαζε πρώτα νομικά, θα αποδείκνυε την αξία της μέσα από κάτι «έντιμο» και μετά θα μπορούσε να πάει όπου ήθελε. «Ευτυχώς, τότε οι σπουδές για το bachelor ήταν μόνο δύο χρόνια», τονίζει. Η Αμβέρσα ήρθε αργότερα και σίγουρα όχι ομαλά. Προηγήθηκε ένα foundation year, αλλά, μόλις μπήκε στη Βασιλική Ακαδημία, χαλάρωσε. Ο θρυλικός Walter Van Beirendonck ήταν καθηγητής της, όμως αυτό που είχε μεγαλύτερη σημασία για εκείνη ήταν η ατμόσφαιρα και η απουσία ενιαίας αισθητικής, η άρνηση μιας ομοιόμορφης «βελγικής ταυτότητας». «Δεν κυριαρχούσε η άποψη ότι έπρεπε να κάνεις γκρι ή μαύρο για να είσαι μινιμαλιστής», εξηγεί. «Ο καθένας παρουσίαζε κάτι εντελώς διαφορετικό».

QUIET IMPACT: Αποκλειστική συνέντευξη με την MERYLL ROGGE -3
©Meryll Rogge SS26 © Filep Motwary
3/7
Native Share

Η Νέα Υόρκη μπήκε στη ζωή της, όπως συμβαίνει συχνά όταν είσαι νέος: ξαφνικά και αμετάκλητα. Μια καλοκαιρινή πρακτική άσκηση στον Marc Jacobs εξελίχθηκε σε κάτι πολύ ενδιαφέρον. Ήταν μόλις 23 ετών και δεν γνώριζε κανέναν στη μεγαλούπολη. Επιπλέον, σκόπευε να επιστρέψει στην Αμβέρσα για να ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό της. Μέχρι που, δύο μήνες πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, προσλήφθηκε σε μόνιμη θέση. «Τηλεφώνησα στον Walter και μου είπε “Πάρε τη δουλειά και μπορείς πάντα να επιστρέψεις στις σπουδές σου”», θυμάται. «Εκείνη την εποχή, κανείς μας δεν έβαζε τις σπουδές του σε αναμονή, ωστόσο εγώ το έκανα και έμεινα αρκετά χρόνια, ώστε η Νέα Υόρκη να γίνει το σπίτι μου. Σιγά σιγά, οι ρυθμοί και οι αντιφάσεις της πόλης ενσωματώθηκαν στον τρόπο σκέψης μου. Στον Marc Jacobs έμαθα όλα όσα δεν μου είχε διδάξει η Ακαδημία: πώς να επιλέγω υφάσματα, να χτίζω μια συλλογή, να επικοινωνώ με τους πατρονίστ, να κάνω πρόβες, να τελειοποιώ ένα ρούχο ώστε να αντέχει στον χρόνο. Αυτό που αγαπούσα ήταν ότι τίποτα δεν επαναλαμβανόταν. Κάθε σεζόν ήταν εντελώς διαφορετική».

QUIET IMPACT: Αποκλειστική συνέντευξη με την MERYLL ROGGE -4
©Meryll Rogge SS26 © Filep Motwary
4/7
Native Share

Ήταν, όπως το θέτει, ένα ολοκληρωμένο διδακτορικό στη μόδα – όχι εννοιολογικό, αλλά εντελώς επικεντρωμένο στο ρούχο, στο ύφασμα. Βίωνε τη μόδα στην πραγματική της διάσταση. Η Ευρώπη την κάλεσε πίσω τελικά, αλλά όχι μακριά από τη δουλειά που τόσο αγαπούσε. Η συνεργασία της με τον Dries Van Noten της δίδαξε αξίες όπως η έννοια της κλίμακας και της ανεξαρτησίας. Δουλεύοντας δίπλα του, έμαθε να σκέφτεται τον πελάτη, τον συμβιβασμό ως δημιουργικό εργαλείο και όχι ως περιορισμό. Δούλευαν νωρίς το πρωί, ήσυχα, συνδυάζοντας ιδέες και υφάσματα με θέα στο λιμάνι. «Ήμασταν αχώριστοι», παραδέχεται. Αν ο Marc της έμαθε πώς να φτιάχνει ρούχα, ο Dries της έμαθε ότι οι άνθρωποι που τα φορούν έχουν ζωή. Αποχωρώντας από την επωνυμία του, δεν υπήρξε καμία δραματική ρήξη. Είχε ήδη περάσει την ηλικία των 30 και ήθελε να κάνει οικογένεια και να εξοικονομήσει χρόνο για τον εαυτό της, να ζυγίσει τις σκέψεις και τις επιθυμίες της. «Δεν παραιτήθηκα, απλώς ανακοίνωσα πως ήθελα να κάνω κάτι άλλο», λέει. Έτσι, η συνεργασία τους συνεχίστηκε και μετατράπηκε σε συμβουλευτική τόσο με τον Marc όσο και με τον Dries, με την ιδέα του δικού της brand να είναι πάντα εκεί, περιμένοντας υπομονετικά.

QUIET IMPACT: Αποκλειστική συνέντευξη με την MERYLL ROGGE -5
©Meryll Rogge SS26 © Filep Motwary
5/7
Native Share

Η Meryll επέλεξε συνειδητά την ύπαιθρο για τη νέα της βάση, κοντά στη Γάνδη, σε ένα σπίτι που μοιάζει επιτηδευμένα άκομψο. Είναι ήσυχα εκεί, «γειωμένα», όπως το περιγράφει. «Μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε και αυτή η ελευθερία έχει σημασία». Το ομώνυμο brand της λανσαρίστηκε αθόρυβα και… καταστροφικά από άποψη timing. Ενώ οι παραγγελίες είχαν δοθεί, αμέσως μετά ο κόσμος κατέβασε ρολά! Τα εργοστάσια σταμάτησαν την παραγωγή, η όποια παράδοση και τα χρονικά περιθώριο κατέρρευσαν. «Λανσάραμε δύο εβδομάδες πριν από την έλευση της πανδημίας, ήταν καταστροφή», λέει. Και όμως, εκείνη η πρώτη της συλλογή έμεινε στη μνήμη μας, τα ρούχα μίλησαν: slip φορέματα ελαφρώς εκτός «κέντρου», πλεκτά που έμοιαζαν πολυτελή χωρίς να είναι πολύτιμα, boxer bloomers που συνδύαζαν το χιούμορ με την άνεση… Εισήγαγε μια νέα αισθητική γλώσσα. Οι πελάτες επέστρεφαν, όχι μόνο για τα κομμάτια που έγιναν viral, αλλά και για τα khakis με την ελαστική μέση, τα αποδομημένα πουκάμισα και τα σπορ separates που έμοιαζαν φορεμένα. Ένα κόκκινο γάντι από μεταξωτό duchess που λειτουργούσε και ως boa έγινε ξαφνικά διάσημο στο διαδίκτυο, παρεξηγημένο ως… δαγκάνες αστακού. Τα σχόλια ήταν καταιγιστικά.

QUIET IMPACT: Αποκλειστική συνέντευξη με την MERYLL ROGGE -6
©Meryll Rogge SS26 © Filep Motwary
6/7
Native Share

«Αυτό όμως αποζητά ένας σχεδιαστής, θέλει οι άνθρωποι να αντιδρούν», λέει γελώντας. Από εκεί και πέρα, τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Έγινε μέλος της Εβδομάδας Μόδας του Παρισιού δείχνοντας τη δουλειά της σε ασυνήθιστους χώρους, ξεκίνησε συνεργασίες με καλλιτέχνες. Οι επιδείξεις της μοιάζουν περισσότερο με περιβάλλοντα παρά με γεγονότα, όπως εκείνα στην αίθουσα bowling κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου, στο υπόγειο ενός σχολείου γεμάτο ντουλάπια, σε αυλές με ιστορία. Παράλληλα, άνοιξαν άλλα κανάλια, όπως συμβουλευτικά project, που της επέτρεπαν να βγαίνει έξω από τη λογική του δικού της brand – σαν ένα knitwear εγχείρημα γεννημένο από την επιθυμία να δημιουργήσει πράγματα που υπάρχουν πέρα από τις σεζόν, το «αιώνιο» πουλόβερ σχεδιασμένο με ακρίβεια και φροντίδα. Το λογότυπό της, ένας κύκνος που εμφανίστηκε διακριτικά, κουβαλά ταυτόχρονα ιδέες κομψότητας, αγριότητας και ανεξαρτησίας. Εκείνο που σίγουρα εντυπωσιάζει στη Rogge είναι ότι αυτοί οι πολλαπλοί κόσμοι δεν κατακερματίζουν την ταυτότητά της – την ξεκαθαρίζουν. «Τα πάντα γίνονται πιο εύκολα», θεωρεί. «Ξέρω τι ανήκει πού». Το Βέλγιο αιωρείται σιωπηλά πάνω απ’ όλα. Όχι ως αισθητική, αλλά ως νοοτροπία. Μιλάει με ανακούφιση για την ελευθερία να μην εξαρτάσαι ολοκληρωτικά από μία επιρροή, για την απουσία πίεσης για συμμόρφωση, για τη συνεχή διασταύρωση πολιτισμών. «Ως Βέλγοι, νιώθουμε την ανάγκη να είμαστε ο εαυτός μας – ο καθένας από εμάς κάνει το δικό του», τονίζει. Και αυτή η ευκολία -κερδισμένη και όχι κληρονομημένη- μοιάζει ιδιαίτερα επίκαιρη τώρα, καθώς Βέλγοι σχεδιαστές έχουν καταλάβει ολοένα και πιο κομβικές θέσεις στη βιομηχανία της μόδας – Raf Simons, Pieter Mulier, Dries Van Noten, Ann Demeulemeester, Glenn Martens…

QUIET IMPACT: Αποκλειστική συνέντευξη με την MERYLL ROGGE -7
©Meryll Rogge SS26 © Filep Motwary
7/7
Native Share

Όταν στη συζήτηση έρχεται το όνομα Marni -η Rogge ανέλαβε την περασμένη χρονιά τη θέση της δημιουργικής διευθύντριας του ιταλικού οίκου, η πρώτη γυναίκα σε αυτή μετά την Consuelo Castiglioni-, το περιγράφει λιγότερο ως ανατροπή και περισσότερο ως επιστροφή σε γνώριμα εδάφη, αφού το να εργάζεται για μια μεγάλη επωνυμία είναι κάτι που γνωρίζει καλά. Αναφέρεται στο brand με μια αμεσότητα που δεν μπορεί παρά να είναι ειλικρινής, αφού η ντουλάπα της φιλοξενεί αρκετά αρχειακά του κομμάτια – ο πρώτος της μισθός, με ενημερώνει, ξοδεύτηκε σε παπούτσια Marni, καθώς επίσης σε μια πράσινη πλεκτή φούστα την οποία φόρεσε στον γάμο του αδελφού της πριν από χρόνια. «Η Marni βρισκόταν στην top 3 λίστα μου απ’ όταν ακόμα φοιτούσα στην Ακαδημία», ομολογεί. Το να μπει, λοιπόν, σε έναν οίκο που διαμορφώθηκε από την Consuelo Castiglioni και να ακολουθήσει μια γραμμή ορισμένη από το ένστικτο, την ανεξαρτησία και το προσωπικό της όραμα είχε ένα βάρος που για κάποιους ίσως να ήταν ασήκωτο. «Νιώθω πολύ συνδεδεμένη με τη Marni σε όλα της τα κεφάλαια», λέει και με εντυπωσιάζει η πλήρης απουσία άγχους γύρω από την κληρονομιά που κουβαλάει. Την αντιμετωπίζει με σεβασμό, ευγνωμοσύνη, αλλά και με αυτοπεποίθηση και τη βεβαιότητα ότι η δική της γλώσσα έχει διαμορφωθεί με αρκετή φροντίδα ώστε να αντέξει τις νέες ευθύνες της αποτελεσματικά. Κάτι που φάνηκε ήδη από την πρώτη της συλλογή για το ιταλικό brand, η οποία παρουσιάστηκε τον περασμένο Φεβρουάριο. Όσο για την κολεξιόν Meryll Rogge Spring/Summer 2026, με τίτλο I’m Not Wild, έμοιαζε με μια ευκολονόητη διατριβή. Εμπνευσμένη χαλαρά από την αυτοβιογραφία της ηθοποιού Cookie Mueller, αντιμετώπιζε τα ρούχα ως βιογραφίες: punk κώδικες συναντούσαν την κλασική ραπτική, φανταχτερά φορέματα αντιπαρατίθεντο με την τραχύτητα, δεν υπήρχε ιεραρχία, ούτε θεαματικό φινάλε. «Είναι μια γκαρνταρόμπα που χτίζεις», όπως την περιγράφει η ίδια. Κλείνοντας την Εβδομάδα Μόδας του Παρισιού, η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη χαρά και ελαφράδα και όχι βαρύγδουπες δηλώσεις. Ίσως αυτή να είναι, τελικά, η ουσία: όχι η φιλοδοξία και η ανατροπή, αλλά η αλήθεια. Προτιμά να σκέφτεται ότι κανείς δεν κοιτάζει, ότι μπορεί ακόμη να δημιουργεί σιωπηλά. «Δεν το κάνω για τη φήμη», θα μου πει αργότερα. Καθώς ολοκληρώνουμε τη συζήτησή μας, μου μιλάει για τα παιδιά και τον σύζυγό της, για τα πρακτικά ζητήματα του να μπορείς να ιεραρχείς τις προτεραιότητες και να καταφέρνεις να ισορροπείς. Είναι απαιτητικό, παραδέχεται, αλλά έχει ξεκάθαρο όραμα και το υπηρετεί με συνέπεια. Και η καθαρότητα στη μόδα είναι η πιο σπάνια πολυτέλεια απ’ όλες.

Portrait by Jorre Jansens

MHT