Με έδρα την Τιφλίδα, ο Irakli Rusadze έχει καταφέρει να εδραιώσει τη θέση του στη διεθνή σκηνή της μόδας, παραμένοντας αφοσιωμένος σε μια δημιουργική φιλοσοφία που αντιστέκεται στους φρενήρεις ρυθμούς της βιομηχανίας. Με συνέπεια και αυθεντικότητα, υπερασπίζεται μια προσέγγιση που δίνει προτεραιότητα στην ουσία, τη δεξιοτεχνία και τη διαχρονική αξία του σχεδιασμού, αντί της εφήμερης τάσης. Η αποκλειστική συνέντευξή του στον Filep Motwary δημοσιεύτηκε στο τεύχος Σεπτεμβρίου, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, φωτίζοντας το δημιουργικό του όραμα, τις επιρροές του και τη φιλοσοφία πίσω από το έργο του.
Υπάρχει ένα ιδιαίτερο είδος δημιουργίας που γεννιέται σε τόπους οι οποίοι βρίσκονται διαρκώς σε μετάβαση. Στην Τιφλίδα, όπου το παρελθόν και το μέλλον μοιάζουν να αλληλεπιδρούν καθημερινά μεταξύ τους, η μόδα έχει εξελιχθεί σε κάτι πολύ πιο πολυεπίπεδο από έναν απλό τρόπο έκφρασης. Εκεί, το ένδυμα λειτουργεί ταυτόχρονα ως πολιτισμική μνήμη, πολιτική έκφραση και ένστικτο επιβίωσης. Λίγοι σχεδιαστές ενσαρκώνουν αυτή τη διάσταση πιο παραστατικά από τον Irakli Rusadze, ιδρυτή και δημιουργικό διευθυντή του Γεωργιανού brand Situationist, που έγινε γνωστό για την αιχμηρή ραπτική, τα γλυπτικά πανωφόρια και έναν αυστηρό αισθησιασμό, που μοιάζουν ταυτόχρονα βαθιά ριζωμένα στην κουλτούρα της χώρας αλλά και απόλυτα σύγχρονα.

Μιλάμε ενώ έχει μόλις επιστρέψει από την πρώτη του επίσημη επίδειξη στην Εβδομάδα Μόδας του Παρισιού, ορόσημο που σηματοδοτεί όχι μόνο προσωπική αναγνώριση αλλά και μια καθοριστική στιγμή για τη γεωργιανή μόδα. Μια επιτυχία που ήρθε μετά από διαδοχικές κρίσεις – την πανδημία, τον πόλεμο στη γειτονική Ουκρανία, την πολιτική αστάθεια στη Γεωργία, που είχε ως συνέπεια την κατάρρευση πολυκαταστημάτων που κάποτε επιτάχυναν την άνοδο ανεξάρτητων brand. Για πολλούς ανερχόμενους δημιουργούς, αυτές οι αναταράξεις διέκοψαν κάθε δυναμική. Αν όμως υπάρχει κάτι που ο Rusadze κατανοεί ενστικτωδώς, είναι πώς να συνεχίζει να δημιουργεί σε ασταθείς συνθήκες. Στα 34 του μιλάει ήρεμα και μετρημένα, με την ίδια σαφήνεια που διακρίνει τη δουλειά του. Δεν υπάρχει τίποτα θεατρικό στον τρόπο του, αντίθετα, αποπνέει τη γαλήνη κάποιου ο οποίος έχει αφιερώσει μεγάλο κομμάτι της ζωής του στη δημιουργία σιλουετών, ομάδων και, με την πάροδο του χρόνου, μιας ολόκληρης γλώσσας μόδας. Πολύ πριν έρθει η διεθνής αναγνώριση και η Bella Hadid φορέσει δημιουργία Situationist και προτού retailers όπως το Net–a–Porter και το Ssense στηρίξουν το brand του, εκείνος, δεκαπέντε μόλις ετών, εργαζόταν ανεξάρτητα, ενώ παράλληλα σπούδαζε πατρόν. Έφτιαχνε κατά παραγγελία ενδύματα για ιδιώτες, μαθαίνοντας στην πράξη και όχι μόνο μέσω της θεσμικής εκπαίδευσης. «Ξεκινώντας τόσο νωρίς, χωρίς κάποιο πλαίσιο ή ίδρυμα να με καθοδηγήσει, αναγκάστηκα να βασιστώ από νωρίς στο ένστικτό μου», μου λέει. «Έπρεπε να κατανοήσω τα πάντα μέσα από τη δουλειά, την επανάληψη και τα λάθη». Αυτή η διαδικασία διαμόρφωσε και την αντίληψή του για την πειθαρχία. Μιλάει για τη δεξιοτεχνία όχι με ρομαντισμό, αλλά ως κάτι που μαθαίνεται από τη σκληρή δουλειά και από τον χρόνο που αφιερώνεις στην επίλυση πρακτικών ζητημάτων. Για τον ίδιο, η αυτοπεποίθηση δεν προέκυψε από την προβολή, αλλά από τη συσσωρευμένη εμπειρία. «Δεν διαχωρίζω την αυτοπεποίθηση από τη διαδικασία. Οφείλεται στη γνώση ότι έχω χτίσει τα πάντα βήμα βήμα μόνος και μαζί με την ομάδα μου», ομολογεί με ειλικρίνεια. Η στενή συνεργασία του, άλλωστε, με Γεωργιανούς τεχνίτες τού πρόσφερε αυτό που περιγράφει ως άμεση σχέση με τη χειροτεχνία. Αντί να μάθει μέσα από τάσεις ή καθιερωμένα συστήματα, ανέπτυξε την αντίληψή του για το ένδυμα μέσα από την κατασκευή. «Το να εμπιστεύομαι το δικό μου όραμα δεν ήταν επιλογή, αλλά ανάγκη», παραδέχεται.

Αυτό το ανεξάρτητο πνεύμα είναι εμφανές ακόμα και σήμερα στο Situationist. Η ραπτική του διαθέτει αρχιτεκτονική ακρίβεια, όμως κάτω από αυτή τη σοβαρότητα κρύβεται αυτοσυγκράτηση και όχι η επιθετικότητα που πρεσβεύουν συνήθως τα νεοσύστατα brand που βρίσκονται στην επικαιρότητα. «Όλα ξεκινούν από την έρευνα και τη διάθεση για ανάπτυξη, επιτρέποντας σε κάθε κομμάτι να εξελιχθεί σε κάτι ουσιαστικό και όχι αυθαίρετο», τονίζει. Με πολλούς τρόπους, η φιλοσοφία του brand Situationist πηγάζει ακριβώς από την άρνηση της αυθαιρεσίας. Επαναφέρει συχνά το θέμα της δομής στη συζήτησή μας, όχι μόνο ως τεχνικό εργαλείο, αλλά και ως εννοιολογική αρχή. «Η δομή αφορά τη σαφήνεια. Την αφαίρεση όσων είναι περιττά και την εστίαση σε όσα παραμένουν ουσιώδη», περιγράφει. Τα ίδια τα ρούχα το επιβεβαιώνουν: έντονοι ώμοι, επιμηκυμένες γραμμές και αυστηρά ελεγχόμενες αναλογίες δημιουργούν σιλουέτες που επιβάλλονται αθόρυβα αντί να φωνάζουν για προσοχή. Αποπνέουν παρουσία χωρίς επίδειξη, ποιότητα βαθιά συνδεδεμένη με την κουλτούρα της χώρας που γεωγραφικά «αιωρείται» ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία και ιστορικά φέρει το αποτύπωμα της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά προστατεύει με πάθος την ταυτότητά της, ισορροπώντας ανάμεσα σε αρχαίες παραδόσεις και μια επιταχυνόμενη νεωτερικότητα. Στην Τιφλίδα, αυτό είναι παντού ορατό ‒ από την αρχιτεκτονική και την πολιτική μέχρι τη μουσική και τη μόδα.

Ο Irakli Rusadze μεγάλωσε περιτριγυρισμένος από γυναίκες οι οποίες προσέγγιζαν το ντύσιμο με έμφυτη δημιουργικότητα. Στη Γεωργία της δεκαετίας του ’90, όπου οι οικονομικοί πόροι ήταν περιορισμένοι, πολλές οικογένειες έφτιαχναν τα ρούχα τους στο σπίτι, χρησιμοποιώντας περιοδικά με πατρόν και φωτογραφίες από ευρωπαϊκούς οίκους μόδας. «Η μόδα ήταν πολύ κοντά στην καθημερινή ζωή», θυμάται. «Οι άνθρωποι προσάρμοζαν μόνοι τους τα στιλ, ήταν μια διαδικασία εξ ολοκλήρου χειροποίητη και προσωπική». Ταυτόχρονα, τα εισαγόμενα περιοδικά έδιναν πρόσβαση σε έναν άλλο κόσμο, μακρινό, λαμπερό, γεμάτο φιλοδοξία. Ωστόσο, εκείνον δεν τον ενδιέφερε η μίμηση όσο η επανερμηνεία. Αυτό που τον γοήτευε ήταν η κινητικότητα ανάμεσα στη μνήμη και τη σύγχρονη έκφραση. «Παραμένοντας βαθιά συνδεδεμένη με τις ρίζες της, η Γεωργία προσπαθεί διαρκώς να επανεφεύρει τον εαυτό της», εξηγεί. «Αυτό δημιουργεί ένταση ανάμεσα στις γενιές και στους διαφορετικούς τρόπους αντίληψης των πραγμάτων. Αλλά πιστεύω ότι, τελικά, είναι απαραίτητο». Απορρίπτει την ιδέα της παράδοσης ως κάτι στατικό ή ανέγγιχτο. «Κανείς δεν κατέχει πραγματικά την πολιτιστική κληρονομιά. Όλοι πρέπει να είναι ελεύθεροι να την επανερμηνεύσουν και να δημιουργήσουν κάτι δικό τους». Ίσως αυτή η οπτική να εξηγεί γιατί το Situationist απέφυγε να εγκλωβιστεί στα αισθητικά κλισέ που συχνά προβάλλονται στη μετασοβιετική μόδα. Ενώ το διεθνές κοινό συχνά ρομαντικοποιεί την ανατολικοευρωπαϊκή αυστηρότητα ή την πολιτική μελαγχολία, ο Rusadze διαμορφώνει την ιδιαίτερη ταυτότητά του με μεγαλύτερη ρευστότητα. Η δουλειά του σπάνια αναφέρεται ευθέως στην κουλτούρα της χώρας του. Αντίθετα, η επιρροή της υπάρχει στην ατμόσφαιρα μέσα από την πειθαρχία, τις αναλογίες, τη συναισθηματική αυτοσυγκράτηση και την ισορροπία ανάμεσα στην αυστηρότητα και τον αισθησιασμό.

Όταν το brand Situationist ιδρύθηκε, το 2016, η γεωργιανή βιομηχανία μόδας μόλις άρχιζε να προσελκύει το διεθνές ενδιαφέρον. Δεν υπήρχε κάποιος καθιερωμένος χάρτης πορείας, ωστόσο ο δρόμος είχε ήδη ανοίξει χάρη στον συμπατριώτη του, Demna Gvasalia, που έφερε τα πάνω κάτω με το brand Vetements. «Δεν υπήρχε ένας συγκεκριμένος δρόμος για να ακολουθήσουμε. Χτίζαμε καθώς προχωρούσαμε», εξηγεί ο Rusadze. Παραδόξως, αυτή η έλλειψη υποδομών μετατράπηκε σε πηγή ελευθερίας. Χωρίς προσδοκίες, οι Γεωργιανοί σχεδιαστές αναγκάστηκαν να ορίσουν μόνοι τους τους τρόπους επικοινωνίας, παραγωγής και παρουσίασης της τέχνης τους. «Δεν ήμασταν απαθή μέλη ενός συστήματος, συμμετείχαμε ενεργά στη διαμόρφωσή του τη στιγμή που γεννιόταν». Καθοριστικό σημείο για τον ίδιο ήταν το 2017, όταν κλήθηκε να παρουσιάσει τη συλλογή Situationist στο Μιλάνο. Ξαφνικά, το οικείο περιβάλλον ενός ατελιέ στην Τιφλίδα βρέθηκε αντιμέτωπο με την παγκόσμια πολυτέλεια. «Τότε άλλαξε η αντίληψή μου για τα πράγματα», θυμάται. «Έπρεπε πλέον να λειτουργώ σε ένα πολύ μεγαλύτερο σύστημα με διεθνή προβολή, αγοραστές, Τύπο». Κάτι που, βέβαια, συνεπαγόταν ένα διαφορετικό επίπεδο ευθύνης. Κάθε απόφαση επηρέαζε, πέρα από την αισθητική, την παραγωγή και την ομάδα των ανθρώπων που δούλευαν για το brand. Σε αντίθεση, πάντως, με ανερχόμενους ανταγωνιστές του, που ανέθεσαν γρήγορα την παραγωγή τους αλλού επιζητώντας την ταχύτερη ανάπτυξη, το Situationist συνειδητά ακολούθησε έναν πιο αργό δρόμο. Το ατελιέ παρέμεινε στο επίκεντρο, ενώ μεγάλο μέρος της παραγωγής συνεχίζει να κατασκευάζεται στην Τιφλίδα από μια κοινότητα τεχνητριών των οποίων τη συμβολή ο Rusadze θεωρεί αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας του brand.

«Το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ έργο ενός μόνο ανθρώπου, τα ρούχα δημιουργούνται μέσα από τη συλλογική προσπάθεια», τονίζει. Έτσι, κάθε ένδυμα που παράγεται στο ατελιέ φέρει ετικέτα υπογεγραμμένη από τη μοδίστρα που το έφτιαξε ‒ μια διακριτική κριτική στον μύθο της μοναχικής ιδιοφυΐας στη μόδα. «Γίνονται προσαρμογές και βελτιώσεις, όμως το τελικό αποτέλεσμα διαμορφώνεται από τη συμβολή πολλών διαφορετικών ανθρώπων», επαναλαμβάνει. Φιλοσοφία ριζοσπαστική σε μια βιομηχανία πολυτελείας, που εξακολουθεί να επενδύει σε αφηγήσεις βασισμένες στη χαρισματική προσωπικότητα. Η φιλοσοφία αυτή μάλιστα αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντική κατά την πρόσφατη πολιτική αναταραχή στη Γεωργία, με κοινωνικές εντάσεις και νομοθετικές παρεμβάσεις που επηρέασαν βαθιά τις δημιουργικές βιομηχανίες της χώρας. Οι Εβδομάδες Μόδας αναβλήθηκαν και οι πολιτιστικοί θεσμοί μετατράπηκαν σε πολιτικά φορτισμένους χώρους. «Η κατάσταση μου υπενθύμισε ότι η μόδα δεν μπορεί να υπάρξει σε απομόνωση, διαμορφώνεται από το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον», λέει. Παρά τις δύσκολες συνθήκες, πολλοί δημιουργικοί συμπατριώτες του δεν οχυρώθηκαν πίσω από τη σιωπή, αλλά συνέχισαν να εργάζονται προσπαθώντας να προσαρμοστούν σε μια πραγματικότητα που άλλαζε. «Το να συνεχίζεις να εργάζεσαι με πειθαρχία και συνέπεια μπορεί από μόνο του να αποτελεί μια μορφή αντίστασης», πιστεύει, ιδέα που κρύβεται πίσω από τη συλλογή Situationist για τη σεζόν Φθινόπωρο/Χειμώνας 2025, η οποία παρουσιάστηκε σε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους τόσο για τη χώρα όσο και για το brand. «Το να κάνουμε πίσω δεν ήταν επιλογή. Αποφασίσαμε να προχωρήσουμε, δουλεύοντας διπλάσια για να πραγματοποιήσουμε όσα θέλαμε». Το σόου ήταν λιγότερο θέαμα και περισσότερο τρόπος αντοχής, διατηρώντας μια σοφή ισορροπία ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, καθώς κάτω από την άψογη ραπτική μπορούσε κανείς να διακρίνει μια διακριτική δήλωση αντοχής. Ίσως γι’ αυτό τα ρούχα μοιάζουν ψυχολογικά φορτισμένα παρά τη λιτότητά τους. Κάτω από τη δομή κρύβεται ευαισθησία, πίσω από την ακρίβεια ένταση, «μια ισορροπία ανάμεσα στη δομή και την ελευθερία», σύμφωνα με τα δικά του λόγια.

Μία δεκαετία αργότερα και μέσα από μια διαδρομή ανάπτυξης και αυξανόμενης αναγνωρισιμότητας, ο Rusadze δεν επαναπαύεται. Η συμπερίληψή του στο επίσημο πρόγραμμα επιδείξεων του Παρισιού δεν αποτελεί για εκείνον τελικό προορισμό. «Αντιπροσωπεύει περισσότερο τη συνέχεια παρά την αναγνώριση. Επιβεβαιώνει ότι η δουλειά μου μπορεί να σταθεί σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο παραμένοντας πιστή στην ταυτότητά της», σημειώνει. Η συγκυρία αυτής της προβολής έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το Situationist άνοιξε την ίδια στιγμή ένα νέο κεφάλαιο, εξασφαλίζοντας στα τέλη του 2025 μια ιδιωτική επένδυση που του επιτρέπει να επεκταθεί, με πρώτα βήματα το επαναλανσάρισμα του ηλεκτρονικού του καταστήματος, την ανάπτυξη αξεσουάρ και το άνοιγμα του πρώτου του flagship store στην Τιφλίδα. Και όμως, ακόμα και όταν μιλά για ανάπτυξη, ο σχεδιαστής παραμένει προσεκτικός. «Η ανάπτυξη πρέπει να μελετάται προσεκτικά, όχι να ακολουθείται τυφλά. Για εμάς το ατελιέ παραμένει στο επίκεντρο», επιμένει. Το ότι δραστηριοποιείται στην Τιφλίδα και όχι στο Παρίσι ή στο Μιλάνο, για εκείνον είναι ταυτόχρονα περιοριστικό αλλά και απελευθερωτικό, καθώς η απόσταση του επιτρέπει ένα είδος ελέγχου σε μια βιομηχανία που καταναλώνεται ολοένα και περισσότερο από την ταχύτητα και την προβολή. «Είναι σαν να δουλεύεις μέσα σε μια φούσκα», λέει γελώντας, οπτική που σε μια εποχή κατά την οποία η μόδα συχνά συγχέει την ορατότητα με τη μονιμότητα, προδίδει επαφή με την πραγματικότητα. Ίσως, επειδή το Situationist δεν χτίστηκε μόνο μέσα από το θέαμα, αλλά και από την αντοχή, αποκτώντας ισχυρές βάσεις.

Καθώς η γεωργιανή μόδα εισέρχεται σε μια νέα περίοδο διεθνούς αναγνώρισης, η πορεία του brand αντικατοπτρίζει το σύγχρονο πρόσωπο της χώρας: πειθαρχημένη αλλά ανήσυχη, εύθραυστη αλλά ανυπότακτη, βαθιά ριζωμένη στην παράδοση αλλά και διαρκώς μεταβαλλόμενη. «Στην πρώτη δεκαετία μας αποκτήσαμε φωνή. Πλέον, καλούμαστε να διασφαλίσουμε ότι όσα πετύχαμε μπορούν να εξελιχθούν χωρίς να απομακρυνθούμε από τον πυρήνα της φιλοσοφίας μας», μου λέει ο Rusadze προς το τέλος της συζήτησής μας. Ενώ τον αποχαιρετώ, σκέφτομαι την Τιφλίδα, όπου η επανεφεύρεση έχει γίνει ταυτόχρονα πολιτισμική συνθήκη και ένστικτο επιβίωσης. Και αυτό ίσως να αποτελεί την πιο εκλεπτυσμένη μορφή ανθεκτικότητας.




