Με βάση τη Σαγκάη, η Uma Wang εντάσσεται στην ομάδα των δημιουργών της Άπω Ανατολής, οι οποίοι με ευαισθησία γεφυρώνουν την πολιτιστική τους κληρονομιά με τις δυτικές επιρροές, παράγοντας τέχνη που ξεπερνά την έννοια της μόδας. Στο τεύχος Νοεμβρίου η Κινέζα σχεδιάστρια συναντά τον Editor-at-Large της Vogue Greece.
Αποκλειστική συνέντευξη & Φωτογραφίες Filep Motwary
Ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα στη σύγχρονη κινεζική μόδα, η Uma Wang, ξεχωρίζει για την εκλεπτυσμένη και βαθιά τεχνική προσέγγιση στο ανθρώπινο σώμα, καθώς και για την ικανότητά της να συνδέει την πολιτιστική κληρονομιά της με τη σύγχρονη δυτική αισθητική. Οι κομψές συλλογές της προδίδουν πως αγαπά και «αντιλαμβάνεται» τα υφάσματα, αφού το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς της περιστρέφεται γύρω από αυτά – ντραπαρισμένα και επεξεργασμένα με περίτεχνους τρόπους, που αναδεικνύουν την ομορφιά των υλικών από τα οποία είναι φτιαγμένα. Tα χέρια της παίζουν με το μαλλί, το κασμίρι και το μετάξι με ευφάνταστα αποτελέσματα. Χρησιμοποιεί τεχνικές όπως η χειροποίητη ύφανση, οι πτυχώσεις και το πλέξιμο για να δημιουργήσει κομμάτια άλλοτε με γλυπτική και άλλοτε με ρευστή φόρμα. Κι ενώ εμφανισιακά οι συλλογές της συνήθως διαθέτουν μινιμαλιστική αισθητική, στο βάθος κρύβουν περίπλοκη σκέψη. Πάντα με διακριτικά στοιχεία της κινεζικής κουλτούρας, όπως τα μοτίβα και οι σιλουέτες, με σύγχρονο τρόπο ωστόσο, χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας της. Σε αντίθεση με άλλους σχεδιαστές που επικεντρώνονται στο υψηλό θέαμα της μόδας, η Wang εξισορροπεί την πρακτικότητα με την τέχνη, συχνά δίνοντας προτεραιότητα στην άνεση, κάνοντας τις δημιουργίες της ελκυστικές στο ευρύτερο κοινό. Η αντίληψή της για την πρακτικότητα, πάντως, δεν συνδέεται απαραίτητα με το φαινόμενο «comfort» που προέκυψε μέσα από την πανδημία.

Η ευκαιρία να γνωρίσω την ίδια και τη δουλειά της μου δόθηκε την ημέρα της επίδειξής της στο Παρίσι τον περασμένο Μάρτιο, κατά τη διάρκεια της Εβδομάδας Μόδας. Εντυπωσιάστηκα από την ταπεινή, αλλά μαγνητική της παρουσία. Υπάρχει κάτι ηρεμιστικό πάνω της, σε αντίθεση με το θορυβώδες περιβάλλον της βιομηχανίας που υπηρετεί. Βλέποντας τη δουλειά της στα παρασκήνια, με εντυπωσίασε η απαλή αλλά επιβλητική παρουσία της. To πρώτο κιόλας look που ανέβασε στην πασαρέλα σηματοδότησε τα όσα θα ακολουθούσαν: η θηλυκότητα ως δύναμη της φύσης – σκόπιμη και επιβλητική. Αυτή τη φορά η έμπνευση προήλθε από τη Madonna del Parto, το φρέσκο του Ιταλού ζωγράφου και μαθηματικού της Αναγέννησης Piero della Francesca, όπου η έγκυος Παναγία ακτινοβολεί δύναμη και γαλήνη στο κέντρο μιας τέντας, με τη φωτεινή κοιλιά της να αποκαλύπτεται από δύο αγγέλους οι οποίοι ανοίγουν τις κουρτίνες.

Ο συμβολισμός ήταν προφανής και «αντηχούσε» σε όλη τη συλλογή. Η εκτεταμένη μελέτη της σχεδιάστριας πάνω στην αναγεννησιακή ενδυμασία, σε συνδυασμό με τις σύγχρονες τεχνικές βαφής και επεξεργασίας των υφασμάτων, δημιούργησε μια απρόβλεπτη, αλλά αρμονική ένταση μεταξύ βάρους και ελαφρότητας. Το όλο θέαμα δεν ήταν μια έκκληση για πιο θορυβώδεις ή τολμηρές δηλώσεις, αλλά μάλλον μια πρόσκληση να καταλάβει κάποιος χώρο με χάρη και αυτοπεποίθηση. Τα κομμάτια της μοιάζουν με πανοπλίες που δεν περιορίζουν το σώμα, αντίθετα, ο τρόπος που εφαρμόζουν αναδεικνύει την άποψη της Wang για τη μορφή και την παρουσία της γυναίκας. Η θηλυκότητα που υπερασπίζεται δεν αφορά την ευθραυστότητα, αλλά την αυτοπεποίθηση. Παρατηρώντας τα, σκεφτόμουν πως είχα μπροστά μου μια σπάνια περίπτωση δημιουργού που έχει διαμορφώσει τη σύγχρονη πολυτέλεια με τους δικούς της όρους. Καθώς τα looks εναλλάσσονταν, το όλο θέαμα έμοιαζε με οπτική απεικόνιση της ρευστότητας και της δομής σε διάλογο μεταξύ τους. Οι όγκοι ισορροπούσαν με τις ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες – υπερμεγέθη παλτά που φούσκωναν γύρω από το σώμα και υφάσματα που θύμιζαν ιστορικές ενδυμασίες, αλλά κινούνταν με σύγχρονη, σχεδόν αιθέρια ελαφρότητα. Το layering διαδραμάτιζε κεντρικό ρόλο, ενισχύοντας τη γλυπτική φύση των κομματιών. Ασύμμετρα τελειώματα και δραματικοί ώμοι υποδήλωναν κίνηση μέσα στην ακινησία, σαν κάθε ένδυμα να ήταν μια μελέτη για το πώς μια γυναίκα μπορεί να διαταράξει τον χώρο που καταλαμβάνει: με αυτοπεποίθηση και δύναμη. Η Uma Wang με τη συλλογή της για την τρέχουσα σεζόν φάνηκε να έδωσε μια πιο εξευγενισμένη ερμηνεία της κεντρικής της φιλοσοφίας, που μπορεί να συνοψιστεί στη φράση «ατελής τελειότητα». Μικρές, απρόβλεπτες λεπτομέρειες, όπως οι ακατέργαστες άκρες στα τελειώματα, οι απαλές πτυχώσεις, οι γλυπτικοί γιακάδες, τα δεσίματα με κορδόνια, υπαινίσσονταν τη βαθιά σύνδεσή της με τη χειροποίητη δουλειά –ξεκάθαρη αναφορά στην προέλευσή της από τον σχεδιασμό υφασμάτων–, ισορροπώντας αριστοτεχνικά μεταξύ λειτουργικότητας και τέχνης και δίνοντας στη συλλογή μια ποιητική αφαίρεση.

Μερικούς μήνες αργότερα, μιλώντας μαζί της γι’ αυτή τη συνέντευξη αντιλαμβάνομαι ότι δεν επηρεάζεται από τις προκλήσεις που συνοδεύουν την είσοδο σε μια βιομηχανία τόσο μεγάλη και ανταγωνιστική όπως η μόδα. Όταν συζητάμε για τις ρίζες της, είναι φανερό ότι η Κίνα θα είναι πάντα η βάση της δημιουργικής της ταυτότητας. Για εκείνη, η κουλτούρα της μεγάλης ασιατικής χώρας είναι κάτι παραπάνω από μια αισθητική· είναι φιλοσοφία. «Οι κινεζικές ρίζες μου είναι το θεμέλιο για ό,τι κάνω», παραδέχεται με ήρεμη φωνή. «Εισχωρεί στη δουλειά μου ασυνείδητα, ορίζοντας την αισθητική μου, προδίδοντας τον σεβασμό μου για τις υφές και την καταλυτική σημασία του χρόνου πάνω στα παλιά υφάσματα». Μαθαίνω ότι τα χρόνια που πέρασε σπουδάζοντας textile design και υφασματολογία στη Σαγκάη και αργότερα μόδα στο Saint Martins του Λονδίνου υπήρξαν καθοριστικά για την εξέλιξή της, καθώς μέσα από τα πρωτοποριακά έργα των Comme des Garçons, Yohji Yamamoto και των Antwerp Six που κατέκλυζαν τα έντυπα της εποχής διαμόρφωσε την αντίληψή της για τον τομέα που επέλεξε. «Όταν είδα τη δουλειά τους, ήταν για μένα μια αποκάλυψη», θυμάται. «Η ανατροπή των κανόνων από μέρους τους μου απέδειξε ότι η μόδα μπορεί να είναι τέχνη. Και τότε αποφάσισα πως αυτό με ενδιέφερε να κυνηγήσω». Το εντυπωσιακό στην προσέγγισή της είναι η ικανότητά της να εξισορροπεί την κομψότητα με τις ατέλειες. Ενώ πολλοί σχεδιαστές κυνηγούν την τελειότητα, εκείνη βλέπει την ομορφιά σε αυτό που παραμένει αδιευκρίνιστο. Τη ρωτώ σχετικά και μου απαντά: «Πάντα ακολουθώ τα συναισθήματά μου όταν δημιουργώ μια συλλογή. Μου αρέσει όταν κάτι “κρύβεται”. Ένα γεμάτο φεγγάρι είναι τόσο βαρετό. Για μένα η ομορφιά κρύβεται στο ατέλειωτο και το αδιευκρίνιστο». Αναρωτιέμαι ποιο κοινό θέλει να προσεγγίσει με το brand της.

«Δεν θεωρώ το brand μου πολυτελές με όρους καθημερινότητας», τονίζει. «Η πολυτέλεια για μένα έχει να κάνει με τη διάρκεια και τη συναισθηματική σύνδεση». Καταλαβαίνω ότι τα ρούχα είναι για εκείνη κάτι παραπάνω από απλά ενδύματα· είναι μια συναισθηματική εμπειρία, μια επέκταση της ταυτότητας αυτού που τα φοράει. «Οι πελάτες μου δεν αγοράζουν για να γεμίσουν τις ντουλάπες τους. Αναζητούν κομμάτια που έχουν συναισθηματική αντήχηση. Τα ρούχα πρέπει να φέρουν μνήμες», θεωρεί. Η ηρωίδα της είναι μια γυναίκα που πιστεύει στον εαυτό της και ντύνεται για να εξυψώσει το πνεύμα της και όχι για να συγχωνευτεί με το πλήθος. «Έχει ισχυρή προσωπικότητα, δεν την αφορούν οι τάσεις, στοχάζεται πάνω στο θέμα της ένδυσης», περιγράφει. Θα προσέθετα ότι είναι γυναίκες που δεν χρειάζονται τη μόδα να μιλήσει για εκείνες, αλλά επιλέγουν τα ρούχα τους με κριτήριο την αυθεντικότητά τους και το πόσο ικανά είναι να φανερώσουν την εσωτερική τους δύναμη. Η κουβέντα έρχεται στα αγαπημένα της υφάσματα. Μου εκμυστηρεύεται πως η καρδιά της δημιουργικής διαδικασίας για εκείνη βρίσκεται στη βαθιά κατανόησή τους.

«Τα υλικά έρχονται πρώτα», μου λέει χαμογελώντας. «Δεν ακολουθώ κάποιους κανόνες επιλέγοντάς τα, είναι θέμα διαίσθησης». Αυτή ακριβώς η προσέγγιση την έχει οδηγήσει σε κάποια από τα πιο αξέχαστα υφάσματα στη σύγχρονη μόδα. Είτε πρόκειται για την πλούσια υφή του μαλλιού και τη ρευστότητα του μεταξιού είτε για τα στρώματα χρώματος που επιτυγχάνονται μέσω σύγχρονων τεχνικών βαφής, τα υλικά της είναι επιλεγμένα για να αντανακλούν τον συναισθηματικό πυρήνα κάθε συλλογής. Την ενδιαφέρει επίσης τα σχέδιά της να είναι φορέσιμα και όχι μόνο ελκυστικά.

«Ένα ρούχο πρέπει να είναι τόσο άνετο όσο δείχνει», επισημαίνει. Η συζήτηση στρέφεται στη δύναμη των ρούχων να επηρεάσουν όχι μόνο την εμφάνιση, αλλά και το πώς νιώθουμε. Πιστεύει πως είναι πανοπλία και ποίηση μαζί, ότι διαμορφώνουν την ταυτότητά μας. «Η ένδυση αλλάζει τον τρόπο που κινείσαι και νιώθεις. Είναι ποίηση φτιαγμένη από ύφασμα», λέει, μια δήλωση που προκαλεί το επόμενο λογικό ερώτημα: ποια είναι η άποψή της για τη σύγχρονη μόδα; «Θεωρώ ότι έχει χάσει την ελκυστικότητά της εξαιτίας της υπερπαραγωγής και της ομοιομορφίας», απαντά. «Γίνεται πολύς θόρυβος. Εγώ θέλω απλώς να φτιάχνω ρούχα που σημαίνουν κάτι». Γι’ αυτό και έχει οριοθετήσει τον χώρο της, όπου κυρίαρχη θέση έχει η ουσιαστική δημιουργία και όχι ο δημιουργικός ανταγωνισμός. Ούτε εκτός ούτε εντός του οίκου της, πράγμα που προδίδει η ειλικρινής απόδοση ευσήμων στην ομάδα της και ιδιαίτερα στον σχεδιαστή των υφασμάτων, ο οποίος κάνει το όραμά της πράξη. Όλοι εργάζονται για τον ίδιο σκοπό: να ξυπνούν με τις δημιουργίες τους συναισθήματα. Κάτι στο οποίο βοηθάει και το άνοιγμα πρόσφατα μιας μπουτίκ του οίκου στη Σαγκάη, σημαντικό ορόσημο στην καριέρα της, γιατί για εκείνη αντιπροσωπεύει κάτι παραπάνω από έναν εμπορικό χώρο· είναι μια αντανάκλαση της σχεδιαστικής φιλοσοφίας της και μια δέσμευση για αυθεντικότητα. «Ο στόχος μας μέσα από αυτό είναι να προσφέρουμε στο κοινό μια πλήρη εμπειρία του brand», λέει. Πώς βλέπει το μέλλον; Δηλώνει αποφασισμένη να παραμένει επικεντρωμένη στην «αργή επανάστασή» της, δεσμευμένη στην τέχνη της και με ακλόνητο το πιστεύω της για το τι στην πραγματικότητα σημαίνει μόδα: η συναισθηματική σύνδεση και όχι η διαρκής αναζήτηση της επόμενης τάσης. «Θα συνεχίσω να δημιουργώ», μου λέει με έμφαση ενώ την ευχαριστώ και την αποχαιρετώ.






