Προτιμάς να είσαι εκείνος που αγαπά περισσότερο ή εκείνος που αγαπιέται περισσότερο;. Ποιος είναι τελικά πιο ευτυχισμένος; Ο πρώτος ή ο δεύτερος; Κάπου ανάμεσα στα τόσα ερωτηματικά και τα διαζευκτικά, κρύβεται κι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα των σχέσεων. Είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε είτε όχι, πάντα υπάρχει αυτός ο ένας – ο ένας που θέλει περισσότερο, που αγαπά περισσότερο, που προσπαθεί περισσότερο. Πολλές φορές μας προβληματίζει, κυρίως σε σχέση με τη δική μας θέση, αλλά είναι μια αλήθεια που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε. Συνήθως πονάει όταν είμαστε εμείς αυτός ο ένας, επειδή τότε η απόσταση φαντάζει με αδικία. Αντίστοιχα, όμως, πονάει όταν απέναντί μας βρίσκεται αυτός ο ένας, για τον οποίον εμείς δεν θα καταβάλαμε την ίδια προσπάθεια.
Το παιχνίδι των σχέσεων είναι φύσει και θέσει άδικο.
Είναι μάταιο να αποζητούμε την ισότητα και να μετράμε πόσα βήματα κάνει ο καθένας προς την κατεύθυνση του άλλου. Η ιστορία, άλλωστε, το επιβεβαιώνει. Έστω κι αν δεν μας αρέσει, η ύπαρξη αυτού του ενός που προσπαθεί περισσότερο είναι αναγκαία για την ισορροπία μιας σχέσης. Οι ρόλοι αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου, όμως το ζύγι γέρνει πάντα προς τη μία πλευρά. Για παράδειγμα, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Journal of Personality and Social Psychology, οι άντρες είναι εκείνοι που θα πουν – ως επί το πλείστον – πρώτοι «σ’ αγαπώ». Μέσα από πολύχρονες μετρήσεις, το περιοδικό κατέληξε πως το 61,5% των ανδρών επιλέγει να θέσει πρώτο στο τραπέζι το μεγάλο ζήτημα της αγάπης και οι λόγοι που κρύβονται από πίσω είναι πολλοί. Από τη μία ο κοινωνικός ρόλος των αρσενικών προς τη διεκδίκηση, από την άλλη ο φόβος της απόρριψης.
Αντίστοιχα, κατά άλλες μελέτες με επίκεντρο τη γυναικεία ψυχολογία, οι γυναίκες είναι εκείνες που συνήθως θα καταβάλουν τη μεγαλύτερη προσπάθεια προκειμένου να διατηρήσουν ή και να σώσουν μια σχέση. Και εδώ θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τα κοινωνικά στερεότυπα και τις σχετικές επιταγές, αλλά το συμπέρασμα θα ήταν απλουστευτικό και μάλλον σεξιστικό. Ο καθένας μας μπορεί να βρεθεί σε αυτή τη θέση κι αυτό εξαρτάται, όπως φαίνεται, από τη δυναμική που χτίζουμε εντός της σχέσης. Τα πράγματα δεν αλλάζουν ξαφνικά εν μία νυκτί. Αν για παράδειγμα είστε εσείς το άτομο που κάνει συνέχεια την πρώτη κίνηση, τότε δημιουργείται αυτόματα μία συνθήκη στην οποία η άλλη πλευρά επαναπαύεται αναμένοντας από εσάς την όποια εκκίνηση.
Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό στην αρχή, όμως μακροπρόθεσμα θα αποβεί κουραστικό. Κι εδώ η συζήτηση αρχίζει να περιπλέκεται. Οι προτάσεις, τα κίνητρα και οι ωραίες κινήσεις που μοιάζουν σχεδόν αδιάφορες και γλυκές εκ πρώτης όψεως, είναι εκείνες που τελικά κουβαλούν και αποτυπώνουν το συναισθηματικό φορτίο μιας σχέσης. Τι σημαίνει αυτό; Αν διαρκώς βρίσκετε τρόπους για να ενεργοποιείτε το ενδιαφέρον και τη φλόγα εντός της σχέσης σας, δεν αποδεικνύετε απλά πως προσπαθείτε περισσότερο αλλά πως την ίδια στιγμή έχετε επωμιστεί και τον συναισθηματικό φόρτο του ζευγαριού. Εκεί ακριβώς ελλοχεύει και ο κίνδυνος η σχέση να γίνει μονόπλευρη.
Σε μια ισορροπημένη σχέση, το πού στέκεται ο καθένας είναι ξεκάθαρο.
Οι αρμοδιότητες μοιράζονται θεωρητικά, όπως και το συναισθηματικό βάρος. Αντιθέτως, σε μια μονόπλευρη σχέση ο ένας από τους δύο σηκώνει τα βάρη – συναισθηματικά, σωματικά και νοητικά. Οι αμφιβολίες και τα παραπάνω είναι μια άμεση απόρροια της κατάστασης. Επικρατεί μια γενικότερη κόπωση αλλά και μια αίσθηση ότι η σύνδεση έχει χαθεί. «Γιατί τα κάνω όλα εγώ;», θα ρωτήσει αναπόφευκτα η ρηγμένη πλευρά, ενώ την ίδια στιγμή θα είναι κι αυτή που θα απολογηθεί πιο άμεσα για τα λάθη της σχέσης. Έξω από τον χορό, μπορούμε πολύ εύκολα να αναρωτηθούμε γιατί κάποιος μένει σε μια τέτοια σχέση, ξεχνώντας ότι οι ελπίδες μας για την αλλαγή είναι εκείνες που μας κάνουν να πιστεύουμε και να προσπαθούμε.
Ωστόσο, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε εδώ, ότι δεν είναι κακό να αγαπάμε και να προσπαθούμε περισσότερο από ό,τι η σχέση μας. Μπορεί να αναρωτιόμαστε γιατί το κάνουμε ή γιατί δεν λαμβάνουμε την ανταπόκριση που θέλουμε, αλλά αυτό δεν είναι αυτο-προστασία. Είναι αυτο-σαμποτάζ. Το πρόβλημα δεν είναι ποιος δίνει και ποιος παίρνει, αλλά πότε αυτή η ανισορροπία αρχίζει να μας φθείρει. Το να είμαστε δοτικοί και τρυφεροί δεν είναι ποτέ μειονέκτημα. Ίσως και να είναι τελικά προτέρημα. Αντί να σκεφτόμαστε αν αγαπάμε ή αν αγαπιόμαστε περισσότερο, χρειάζεται πρώτα να εξετάσουμε την πηγή αυτής της σκέψης. Γιατί σε μία υγιή σχέση, αυτά τα ερωτηματικά συνήθως λείπουν.
Διαβάστε επίσης / Situationship: Τι σημαίνει και γιατί στο τέλος θα σε πληγώσει μόνο (ακόμα κι αν σου φαίνεται διασκεδαστικό)




