Με τη μόδα να επενδύει περισσότερο στην ταχύτητα παρά στην αριστοτεχνία, ένα κρίσιμο ερώτημα γεννάται. Μπορεί όμως να υπάρξει μαγεία χωρίς όραμα;
«Η αρχική, προ-βιομηχανική έννοια της μόδας ήταν να φτιάχνουμε πράγματα μαζί – μια συλλογική, συντροφική διαδικασία επικοινωνίας. Η σημερινή της έννοια είναι η παραγωγή, το μάρκετινγκ και η κατανάλωση ρούχων – ένα εκβιομηχανισμένο σύστημα δημιουργίας κέρδους», έγραφε το 2019 η Dana Thomas στο βιβλίο της Fashionopolis: Why What We Wear Matters. Μέσα σε αυτές τις δύο προτάσεις χωράει ολόκληρη η μετάλλαξη της μόδας από συλλογική δημιουργική έκφραση σε μηχανισμό κατανάλωσης. Από μια διαδικασία που βασιζόταν στο ταλέντο, στο όραμα, στη συνεργασία, στην ποιότητα, στον σεβασμό, στον χρόνο και στη δεξιοτεχνία, σε ένα σύστημα που μετράει την επιτυχία με όρους ταχύτητας, ποσότητας και απόδοσης στις αγορές. Τι σημαίνει όμως δημιουργία όταν η αργή και μεθοδική διαδικασία έμπνευσης, σχεδιασμού και παραγωγής θεωρείται εμπόδιο και η δεξιοτεχνία αντιμετωπίζεται ως κόστος που πρέπει να περιοριστεί;
Κατά πόσο, σε ένα τέτοιο τοπίο, το craftsmanship παύει να είναι η βάση της μόδας και μετατρέπεται σε ένα αφήγημα που επικαλούμαστε εκ των υστέρων;
Σχεδόν μία δεκαετία πριν, ο Nicolas Ghesquière είχε επισημάνει ότι, από τη σκοπιά των σχεδιαστών, η πολυτελής μόδα, μέσα στο σημερινό εταιρικό της πλαίσιο, είχε απογυμνωθεί από την ανθρώπινη διάστασή της. Η παρατήρηση αυτή δεν ήταν ούτε μεμονωμένη ούτε προφητική. Σήμερα, η πολυτελής μόδα μοιάζει να βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση επανεφεύρεσης ή, καλύτερα, ανασφάλειας. Σε έναν μόλις χρόνο, έως και τον Σεπτέμβριο του 2025, αρκετοί από τους μεγαλύτερους οίκους υποδέχθηκαν νέους καλλιτεχνικούς διευθυντές, σε μια προσπάθεια να αναζωπυρώσουν τη ζήτηση και να επανασυνδεθούν με ένα κοινό που δείχνει ολοένα και πιο κουρασμένο. Παράλληλα, πληθαίνουν οι συζητήσεις γύρω από στρατηγικές που απομακρύνουν σταδιακά το βάρος από το όραμα του δημιουργού και τις δεξιότητες των ατελιέ και το μετατοπίζουν στην ακριβή χαρτογράφηση των προσδοκιών του καταναλωτή.
Η μόδα οργανώνεται λιγότερο γύρω από το ταλέντο και τη δεξιοτεχνία και περισσότερο γύρω από δεδομένα, αλγορίθμους και προβλέψεις συμπεριφοράς.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι συλλογές και τα shows καλούνται να λειτουργήσουν ως εργαλεία πρόκλησης· να διχάσουν, να προκαλέσουν αντιδράσεις, να δημιουργήσουν συζήτηση. Για τα brands, η συζήτηση γεννά ορατότητα, η ορατότητα ενδιαφέρον και το ενδιαφέρον, τελικά, μετατρέπεται σε πωλήσεις. Πρόκειται για μια στρατηγική βαθιά εξαρτημένη από τα social media, το στιγμιαίο σοκ και το rage bait, που καλλιεργεί εφήμερες τάσεις και καταναλώνει χρόνο και ενέργεια που θα μπορούσαν να επενδυθούν στην ουσιαστική δημιουργία χρήσιμων, όμορφων και ποιοτικών αντικειμένων, αντί για την παραγωγή εντυπώσεων.
Την ίδια στιγμή, εξετάζονται ριζικές αλλαγές στους χρόνους παραγωγής, καθώς συλλογές που μέχρι πρότινος χρειάζονταν σχεδόν ένα έτος για να περάσουν από την πασαρέλα στην πώληση, καλούνται πλέον να είναι διαθέσιμες μέσα σε έξι μήνες. Πρόκειται για μια αλλαγή που ανατρέπει εκ θεμελίων έναν κλάδο ιστορικά συνδεδεμένο με βραδύτερους ρυθμούς, πιο μακροχρόνιους κύκλους δημιουργίας και δεξιοτεχνία. Κι ενώ πληθαίνουν οι μαρτυρίες για πτώση της ποιότητας ακόμη και σε μεγάλα brands, οι τιμές αυξάνονται σε τέτοιο βαθμό που ο μέσος καταναλωτής στρέφεται είτε στη resale αγορά είτε σε fast-fashion ετικέτες. Η στροφή προς την τεχνητή νοημοσύνη, από την άλλη, στερεί θέσεις εργασίας από δημιουργικά ταλέντα, ενώ όλο και συχνότερα έρχονται στο φως καταγγελίες για συνθήκες παραγωγής που εκμεταλλεύονται το ανθρώπινο δυναμικό και απέχουν δραστικά από την εικόνα πολυτέλειας και κομψότητας που προβάλλεται. Όπως έχει πει ο Christian Louboutin, η πολυτέλεια δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ανθρωπιά και αξιοπρέπεια. Την ίδια στιγμή, τεράστιες ποσότητες πολυτελών ρούχων καταλήγουν σε χωματερές της Αφρικής, αποκαλύπτοντας το πραγματικό κόστος ενός συστήματος που παράγει περισσότερο απ’ όσο μπορεί ή θέλει να απορροφήσει.
Το ερώτημα δεν είναι αν η μόδα αλλάζει, αλλά αν θυμάται πώς να περιμένει. Γιατί, χωρίς υπομονή, χωρίς σεβασμό στη διαδικασία και στους ανθρώπους πίσω από αυτήν, η μόδα μπορεί να συνεχίσει να παράγει προϊόντα και εικόνες, αλλά δύσκολα θα συνεχίσει να παράγει νόημα.




