Την πρώτη φορά που είδα το κρεβάτι της Βρετανίδας καλλιτέχνιδας Tracey Emin στη δεκαετία του 1990 έβαλα τα κλάματα. Διάβασα όλη της την ψυχική κατάσταση πάνω στα τρικυμισμένα της σκεπάσματα, τα άδεια μπουκάλια, τα πεταμένα προφυλακτικά, τις παιδικές παντόφλες και τα δεκάδες αποτσίγαρα. Την φαντάστηκα να κοιμάται ανήσυχα, να ξυπνάει από εφιάλτες, να κάνει έρωτα με περιστασιακούς, ενίοτε κακοποιητικούς συντρόφους και στα διαλείμματα να καπνίζει αρειμανίως. Αλλοι στέκονταν μαζί μου στην ουρά κι έκραζαν. Μηδέν συγκίνηση. «Τι τυχοδιωκτισμοί είναι αυτοί;! Young British Artists της πλάκας», κι άλλα τέτοια σιγομουρμούριζαν οι περισσότεροι.
Στη μεγάλη αναδρομική έκθεση της στην Tate Modern που συνεχίζεται ως τα τέλη Αυγούστου κι έχει τίτλο «Δεύτερη ζωή», είδα το ίδιο κρεβάτι «αναπλαισιωμένο»: αναγνωρισμένο έργο τέχνης πλέον, χωρίς αμφισβήτηση. Το κοινό δεν είναι διχασμένο. Η ίδια δεν είναι πια ένα αναρχικό νέο κορίτσι που απέδρασε από μια επαρχιακή παραθαλάσσια πόλη, το Μάργκεϊτ του Κεντ κι ήρθε να βγάλει τη γλώσσα στο βρετανικό καθωσρεπισμό μιλώντας για σεξ και αμβλώσεις στα χρόνια του Τόνι Μπλερ. Είναι καρκινοπαθής, που φωτογραφίζει ακόμη το σώμα της, όχι πια με (αυτο-) ερωτισμό αλλά με ανατομική περιέργεια ογκολόγου. Η τρυφερότητα στο βλέμμα της όμως είναι η ίδια. Κι η διαπίστωση κοινή: για να αφηγηθεί το τραύμα της δεν αρκούν πινέλα και καμβάς. Το σώμα της είναι το θέμα του έργου της, το κρεβάτι το τεκμήριο της βασανισμένης αφήγησής της.
«Δεν τον είδα ποτέ να γράφει ούτε το πιο σύντομο σημείωμα όρθιος», έγραψε η οικονόμος του Προυστ, Σελέστ Αλμπαρέ για τον θρυλικό συγγραφέα του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο». Φαίνεται ότι ο Προυστ περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας του και τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του στο ασκητικό υπνοδωμάτιό του. Έγραφε, σύμφωνα με τη βιογράφο του στο κρεβάτι, «αιωρούμενος μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, χρησιμοποιώντας τα γόνατά του για γραφείο». Στο παρισινό Μαραί, στο μουσείο Καρναβαλέ, υπάρχει μια πιστή αναπαράσταση του υπνοδωματίου του που μοιάζει λίγο με τάφο. Ο φελλός στους τοίχους είχε στόχο να τον προστατεύσει από τη γύρη και τη σκόνη προκειμένου να μην ξυπνήσουν οι αλλεργίες και το άσθμα του.
«…όταν τα παιδιά ακούν ιστορίες ή όταν ήμασταν παιδιά και μας έλεγαν ιστορίες, πότε συνέβαινε αυτό; Στο κρεβάτι, σε αυτήν την περίεργη, γκρίζα ζώνη μεταξύ ξύπνιου και ύπνου και σε αυτήν η αφήγηση μιας ιστορίας ή το άκουσμα μίας ιστορίας είναι κάτι καθησυχαστικό», λέει ο Βρετανός κριτικός τέχνης Τζον Μπέρτζερ στη συζήτησή του με τη Αμερικανίδα δοκιμιογράφο Σούζαν Σόνταγκ στο μεταξύ τους διάλογο το 1983 που έχει καταγραφεί στο βιβλίο «To tell a story» (εκδ. The Canongate, 2026).
Πόσες γυναίκες δεν καθρεφτίστηκαν στο κρεβάτι της Tracey Emin; Πόσες «τσούλες» δεν ταυτίστηκαν με τον απελευθερωτικό χορό της στους τοίχους της Tate Modern; Πόσοι άντρες δεν άκουσαν τα ονόματα τους σε αυτά των αγοριών του Μαργκέιτ που την κορόιδευαν; Πόσοι «φιλότεχνοι» δεν ανακουφίστηκαν από την ιστορία που είπε το σώμα της;




