Το εστιατόριο The Ivy λάμπει μέσα σ’ εκείνο το σπάνιο λονδρέζικο φως που μαλακώνει την πόλη και της δίνει μια ψευδαίσθηση ηρεμίας. Έξω, τα ταξί κινούνται αργά. Στο εσωτερικό, κι ενώ ο χώρος βουίζει από τις πρωινές κουβέντες, ο Boy George τρώει ήρεμα τα eggs Benedict που έχει παραγγείλει. Είναι ζωηρός και πνευματώδης, απόλυτα παρών. «Ζω την πιο δημιουργική φάση της ζωής μου. Νιώθω ότι μόλις ξεκινάω», με ενημερώνει, λες και το να είναι πρωταγωνιστής της ποπ κουλτούρας τα τελευταία σαράντα χρόνια ήταν απλώς ζέσταμα. Πιο λαμπερός, πιο ήρεμος και πιο δημιουργικός από ποτέ, αποκαλεί τον εαυτό του «ζωντανό σφουγγάρι», δηλώνοντας ανοιχτός στη νέα εποχή, χωρίς να εγκαταλείπει καμία από τις προηγούμενες εκδοχές του. Και κάπως έτσι, με σπάνια οικειότητα για τον θρύλο που τον περιβάλλει, αρχίζει να μου μιλάει για τη ζωή, την τέχνη, τις επιρροές του, την underground σκηνή, την ωριμότητα και την πνευματική ελευθερία που κατέκτησε αργά, αλλά ήρθε για να μείνει.
Παρελθόν και παρόν
Για τον περισσότερο κόσμο, ο Boy George θα είναι πάντα οι πλεξούδες, το eyeliner και το ρεφρέν του Karma Chameleon. Για τον ίδιο, αυτή είναι μόνο μία από τις πολλές εκδοχές του εαυτού του. «Η νοσταλγία είναι παγίδα», θεωρεί. «Αν δεν προσέξεις, σε εγκλωβίζει. Ανακαλώ το παρελθόν όταν χρειάζεται, αλλά αυτά που κάνω τώρα είναι πιο ενδιαφέροντα, πιο όμορφα και πιο έξυπνα». Ένα από αυτά είναι το άλμπουμ του που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι, με τίτλο SE18 και reggae ήχους, που ακούγεται σε όλον τον κόσμο – από τη Βρετανία και την Ελλάδα μέχρι τη Λετονία και τη Χιλή. Ξαναδουλεύει επίσης τις κλασικές επιτυχίες του γκρουπ Culture Club των ’80s στο οποίο συμμετείχε και άφησε εποχή, Karma Chameleon και Do You Really Want to Hurt Me, ηχογραφώντας τα με τη «νέα» του φωνή και «παντρεύοντάς» τα με παλιά demos. «Ακούγονται σαν μια χαμένη ηχογράφηση του 1983, αλλά με όλη την εμπειρία μου πια», μου εξηγεί. «Οι fans λένε ότι είναι καλύτερα από τα original. Μοιάζει τρελό, αλλά το καταλαβαίνω. Είναι σαν να τραγουδάς με τον νεότερο εαυτό σου». Ξαναγράφει επίσης το Taboo, μιούζικαλ που πρωτοανέβασε το 2002. «Έχει να κάνει με τη ζωή μου, με τους ανθρώπους που αγαπώ, αλλά και με μερικούς με τους οποίους είχα θέματα. Διαβάζω στον Marilyn (σ.σ. Βρετανός τραγουδιστής, εκ των συντελεστών του μιούζικαλ Taboo και φίλος του) κομμάτια στο τηλέφωνο και μου λέει: “Rubbish”. Κι εγώ του απαντώ: “Είσαι ακριβώς αυτό!”. Είναι υπέροχος!». Παράλληλα, τρέχουν οι εκθέσεις με τα πρωτότυπα, «κεντημένα» εικαστικά έργα του. Μόλις ολοκληρώθηκε μία στο Λονδίνο και ακολουθούν άλλες στη Σκωτία, στην Ουαλία και στο Λιντς. Το ατελιέ του έχει γίνει πλέον εξίσου σημαντικό γι’ αυτόν με τη σκηνή. «Ήμουν εκεί από νωρίς σήμερα το πρωί. Έχω δημιουργήσει έναν χαμό με χρώματα και χάντρες. Υπάρχει πολύ χιούμορ σε ό,τι κάνω. Προσπαθώ να δίνω χαρά στον κόσμο», εξομολογείται.

Τα ιερά και τα όσια
Τον ρωτώ για τα πρότυπά του και τα μάτια του γεμίζουν φως όταν μιλάει για τη μητέρα του, που δεν βρίσκεται πια στη ζωή. Οι ιστορίες του γι’ αυτήν είναι ατελείωτες. «Αν ο πατέρας μου γκρέμιζε έναν τοίχο και τον άφησε έτσι για καιρό, η μητέρα μου τον ξανάχτιζε μόνη της. Τον ενοχλούσε λίγο αυτό, είναι η αλήθεια, επειδή ήταν εξίσου δυνατή με εκείνον. Όχι σωματικά – σε όλα τα άλλα. Ήταν μια πάρα πολύ ικανή γυναίκα και μάνα». Ήταν περήφανη για τον ίδιο και για τα αδέλφια του και, όταν ένας τους εξέδωσε το βιβλίο που είχε γράψει, εκείνη έβγαλε αμέσως μια φωτογραφία να το κρατάει στα χέρια της και να λάμπει. «Δύο εβδομάδες μετά, πέθανε. Αστειευόμασταν μεταξύ μας ότι περίμενε να εκδοθεί για να φύγει», θυμάται.
Δεν είναι όμως μόνο εκείνη που τον σημάδεψε. Είναι και η «ιερή του τριάδα», όπως τους αποκαλεί – σηκώνει το μανίκι του και τους αποκαλύπτει: David Bowie, Marc Bolan, Siouxsie Sioux. «Οι άγιοί μου. Η προσωπική μου προστασία». Ο Bowie είναι η πυξίδα του. «Του έστελνα τεράστιες επιστολές – τυφλές εξομολογήσεις αγάπης. Μερικές φορές απαντούσε με μία γραμμή». Ο Bolan τον μάγευε. «Μυστικιστής, παιχνιδιάρης, ιδιοφυής. Οι στίχοι του δεν βγάζουν κανένα νόημα και ταυτόχρονα τα λένε όλα». Η Siouxsie ήταν η μούσα του. «Θεά! Μάτια, στάση, φωνή!». Θυμάται τα χρόνια της punk και γελά. «Δεν είχαμε λεφτά. Αγόραζα τρελά ρούχα και αξεσουάρ από charity shops, έβαφα το πρόσωπό μου κίτρινο επειδή ένα άλλο είδωλό μου, η Jayne Casey (σ.σ. μέλος της μπάντας Big in Japan), είχε κίτρινο πρόσωπο – έτσι φαινόταν κάτω από τα φώτα της σκηνής, βέβαια! Όλα DIY! Στο νέο μου άλμπουμ ένας στίχος λέει «Fashion for the Fragile, Style for the Brave». Το στιλ είναι για μένα αλχημεία», αναφέρει και, με ρυθμό DJ, απαριθμεί μία μία τις επιρροές του: Φυσικά Jane Casey και Siouxsie Sioux, αλλά και Ari Up και Poly Styrene από τη βρετανική μουσική σκηνή, Carmen Miranda, Mae West, Elizabeth Taylor και Joan Collins από το Χόλιγουντ. «Μία από τις καλύτερες στιγμές της καριέρας μου ήταν στο Joan Rivers Show, δίπλα στην Joan Collins. Η φωτογραφία που έβγαλα μαζί της ήταν όνειρο ζωής». Φύσει περίεργος, παρακολουθεί, οσφραίνεται, εμπνέεται από όσα βλέπει γύρω του. «Όταν είσαι νέος, νομίζεις ότι εσύ ανακάλυψες τα πάντα. Μετά, καταλαβαίνεις ότι υπήρχαν ήδη. Η δουλειά σου είναι να δημιουργήσεις τη δική σου εκδοχή των πραγμάτων», πιστεύει.

Μελετώντας τα άστρα
Αγαπά την αστρολογία. Όχι ως παιχνίδι, αλλά σαν ένα εργαλείο το οποίο χρησιμοποιεί για να καταλαβαίνει τον κόσμο. «Είμαι Δίδυμος», με ενημερώνει χαμογελώντας. «Διπολικός, περίεργος, ανήσυχος. Αλλά έχω Ταύρο ωροσκόπο, οπότε δείχνω πιο σταθερός και πρακτικός. Και η Σελήνη μου βρίσκεται στον Καρκίνο, που σημαίνει ότι όλα τα συναισθήματά μου είναι έντονα και ακριβώς κάτω από την επιφάνεια». Όταν πρόσφατα ανακάλυψε πως ένας συνεργάτης του μοιράζεται την ίδια Σελήνη, κάτι «κούμπωσε» μεταξύ τους. «Όταν μοιράζεσαι την ίδια Σελήνη με κάποιον, προχωράς κατευθείαν στο ψητό, δεν χρειάζονται τα προκαταρκτικά. Μπορεί να είστε τελείως διαφορετικοί, αλλά μιλάτε την ίδια συναισθηματική γλώσσα», λέει.
Online μάχες
Η σχέση του με το διαδίκτυο είναι ιδιαίτερη. «Το internet είναι σαν να περνάς από τελωνείο και ανησυχείς μήπως έχεις κάτι πάνω σου που δεν πρέπει. Σε καταλαμβάνει ο ίδιος πανικός. “Τι είπα τώρα;” αναρωτιέσαι». Ομολογεί ότι τσακώνεται στο X, αλλά εμπιστεύεται την AI. «Όταν έχω μια αντιπαράθεση με κάποιον, σκέφτομαι αν το χειρίστηκα σωστά και ρωτάω το ChatGPT. Είναι ο αντικειμενικός μου φίλος. Έχω γράψει και τραγούδια με την παρέα του. Μου λένε “ακούγεται σαν εσένα”. “Μα είμαι εγώ”, τους απαντώ!». Ένα από αυτά το ονόμασε The Internet Wants My Blood (Το ίντερνετ θέλει το αίμα μου). «Είναι αυτό το συναίσθημα που σε καταλαμβάνει όταν κάνεις tweet – το σβήνεις, το ξανανεβάζεις. Οι άλλοι νομίζουν ότι φοβάσαι. Όμως δεν φοβάμαι, απλώς άλλαξα γνώμη. Χτες ήταν χτες. Και αλλάζω γνώμη συχνά, χωρίς ενδοιασμούς».

Άνθρωποι και διάσημοι
Αυτόν τον καιρό γράφει ένα μυθιστόρημα με τίτλο The Woman Who Screamed at Trees. «Είναι χαλαρά εμπνευσμένο από την αντιπαράθεση που έχω γύρω από την J.K. Rowling (σ.σ. τη συγγραφέα του Χάρι Πότερ, η οποία κατηγορείται για αμφιλεγόμενες απόψεις σχετικά με την τρανς κοινότητα). Περιγράφει μια καταπιεσμένη γυναίκα που μετακομίζει σε ένα απομονωμένο σπίτι. Το δάσος γύρω της είναι γεμάτο αμφισεξουαλικά, ομιλούντα δέντρα. Που, παρεμπιπτόντως, είναι πιο κοντά στην επιστήμη απ’ όσο νομίζουμε. Τα δέντρα είναι non–binary, το ήξερες;» με ρωτά και μου επισημαίνει ότι τον ενοχλούν οι ηθικολογίες. «Οι τρανς είναι μια μικρή κοινότητα, αλλά ο κόσμος φέρεται πια λες και βρίσκονται παντού. Δεν συναντάς όμως trans ανθρώπους και drag queens κάθε μέρα. Αυτός ο “φόβος” είναι στο κεφάλι σου». Για εκείνον υπάρχει μόνο ένα κριτήριο που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους: η συμπεριφορά τους απέναντι στους άλλους, ο σεβασμός για όλους, πόσω μάλλον για εκείνους που παλεύουν με την ταυτότητά τους και έχουν ανάγκη μια μεγαλύτερη αγκαλιά. «Δεν είναι εύκολα εκεί έξω», τονίζει.
Τα πιάτα μας αδειάζουν και ένας σερβιτόρος μάς πλησιάζει. «Θα θέλατε έναν καφέ; Έχουμε εσπρέσο». «Τέλεια, λατρεύω τον εσπρέσο, θα πάρω», τον ευχαριστεί. Προσθέτω τη δική μου παραγγελία και συνεχίζουμε την κουβέντα μας πάνω στην ανθρωπιά. «Όλα στη ζωή είναι τυχαία… Εγώ απλώς αγαπώ τους ανθρώπους. Όταν ταξιδεύω, ναι, με εντυπωσιάζει η αρχιτεκτονική, τα όμορφα κτίρια, αλλά αυτό που μένει είναι οι άνθρωποι. Ξέρεις, όταν είσαι διάσημος, οι άλλοι σού φέρονται διαφορετικά. Οι αντιδράσεις δεν είναι φυσιολογικές. Και όλο αυτό το χάος μπορεί να δημιουργήσει παραμορφώσεις στην προσωπικότητα. Η ζωή όμως είναι κύκλος. Καθώς μεγαλώνεις, επιστρέφεις σε αυτό που είσαι πραγματικά. Και αν είσαι έξυπνος, λες: “Μισό λεπτό. Δεν θέλω να είμαι έτσι. Θέλω να είμαι αληθινός”. Ένας φίλος μου, ο Philip, μου είχε πει πριν από κάποια χρόνια: “Ξαναβρήκες τη γοητεία του Ιρλανδού μέσα σου. Την είχες χάσει και τώρα επέστρεψε”. Χαίρομαι όταν τον θυμάμαι, κι ας μη μιλάμε πια, τσακωθήκαμε. Γιατί νομίζω πως πράγματι η ζωή είναι κύκλος. Και δεν γίνεσαι πιο σοφός τυχαία. Η σοφία έρχεται με επιλογή, όχι από τύχη».
Οι τρεις αρχές και η τέχνη της επιβράδυνσης
Ομολογεί ότι τα τελευταία πέντε χρόνια άλλαξε τον τρόπο που σκέφτεται. «Εξασκώ κάτι που λέγεται The Three Principles – οι Τρεις Αρχές. Πνεύμα, σκέψη και συνείδηση. Είναι ο τρόπος να επιβραδύνεις τις αντιδράσεις σου. Δεν κουτσομπολεύω και δεν κρίνω, όπως έκανα παλιά. Γράφω διαφορετικά, μιλάω διαφορετικά, συμπεριφέρομαι στους ανθρώπους διαφορετικά. Και όταν κάνω λάθος, το παραδέχομαι. Έχει αντίκτυπο πάνω σου το πώς συμπεριφέρεσαι στους άλλους και αυτή η συνειδητοποίηση άλλαξε τα πάντα για μένα. Ο Alan Watts (σ.σ. Αμερικανός συγγραφέας, γνωστός για τη διάδοση της βουδιστικής, ταοϊστικής και ινδουιστικής φιλοσοφίας στο δυτικό κοινό) λέει πως όταν έχεις μια στοίβα με εκατό πιάτα, δεν τα πλένεις όλα μαζί, αλλά ένα ένα. Όταν είμαι λοιπόν στο ατελιέ μου και εργάζομαι, επικεντρώνομαι σε αυτό που κάνω κάθε φορά, δεν έχει σημασία τίποτε άλλο. Εστιάζω, κι έτσι είμαι πιο γρήγορος και αποτελεσματικός».
Λονδρέζικες νύχτες και underground άγιοι
Παρότι τον ενδιαφέρει πια η πνευματικότητα, δεν σταματάει να ανθίζει σε underground clubs. «Λατρεύω τα goth clubs, όπως το Monster Queen στο Κάμπτεν. Χόρευα εκεί προχτές μέχρι τις πέντε το πρωί. Μου αρέσει πολύ και το Dark Room στο Χόξτον – καθαρό goth. Εκεί έπαιξα πρόσφατα και μουσική». Αναφέρει επίσης το Parma Ham, ανερχόμενο σύμβολο της λονδρέζικης κλαμπ σκηνής, που θυμίζει με τις θεατρικότητές του τους παλιούς καλούς punk καιρούς. «Διαθέτει την ίδια ωμή ενέργεια που είχαμε στα Blitz χρόνια, απλώς σε νέα μορφή». Εννοείται πως, όταν βγαίνει έξω τα βραδιά, είναι ντυμένος και βαμμένος με επιμέλεια και έτοιμος για όλα. «Είμαι έτοιμος να βγάλω φωτογραφίες με τον κόσμο, να τους αγκαλιάσω. Μπορώ να ποζάρω και να γίνω fabulous για ορισμένα δευτερόλεπτα με μεγάλη χαρά! Λατρεύω να είμαι εγώ».
Χιούμορ και Kardashians
Είδωλο ο ίδιος της ποπ κουλτούρας μιας άλλης εποχής, τον ρωτώ πώς του φαίνεται η σύγχρονη. Μιλάει ζεστά γι’ αυτήν και δεν σνομπάρει icons όπως οι Kardashians. «Ο Warhol θα τις λάτρευε!» αναφωνεί. «Θα τις έβρισκε τέλειες. Το ίδιο κι εγώ. Έγραψα μάλιστα και το You’re Just Another Kim Kardashian. Ήμουν στο Selfridges και κάθε γυναίκα που περνούσε μπροστά μου έμοιαζε με την Kim. Και είπα τότε ότι αυτό είναι τραγούδι. Γιατί να με ενοχλούν; Τίποτα δεν με ενοχλεί. Υπάρχουν άνθρωποι, για παράδειγμα, που κράζουν το soft rock. Tι σαχλαμάρες είναι αυτές. Αγαπώ τους Coldplay και τα guilty pleasures. Ό,τι γίνεται σωστά, μου αρέσει. Παίξε Bon Jovi σε ένα ζεστό μέρος με ένα ποτό στο χέρι και θα δεις πόσο νόημα βγάζει».
Περί ευτυχίας
Για τον George η ευτυχία είναι τέχνη. «Νόμιζα ότι ερχόταν ως αποτέλεσμα ενός χιτ, ενός τσεκ χρημάτων, ενός χειροκροτήματος. Όμως, πλέον τη βρίσκω σε συνηθισμένα καθημερινά πράγματα – στο περπάτημα, σε μια κούπα τσάι… Αν το καταφέρεις αυτό, τα μεγάλα μοιάζουν με πυροτεχνήματα». Κάνει διαλογισμό, περπατάει, εφαρμόζει breathwork, δοκιμάζει όποια νέα άσκηση γυμναστικής ή συμπλήρωμα πέφτει στην αντίληψή του. Γενικά, του αρέσει να δοκιμάζει πράγματα που θα τον βοηθήσουν και θα τον εξελίξουν. «Η μητέρα μου με ρωτούσε: “Τι πιστεύεις αυτή την εβδομάδα; Είσαι βουδιστής;”. “Χάρε Κρίσνα” της απαντούσα. Ναι, είμαι όλα αυτά και πολλά άλλα. Και αλλάζω γνώμη. Νιώθω σαν χταπόδι – δικτυωμένος με τα πάντα».
Η ελληνική εμπειρία
Και η απαραίτητη ερώτηση: Έχει έρθει στην Ελλάδα; «Φυσικά! Έκανα ένα fashion show στην Αθήνα πριν από λίγα χρόνια. Ήταν ξεκαρδιστικό – με την καλή έννοια. Πέρασα υπέροχα. Οι άνθρωποι ήταν φανταστικοί, το φαγητό εξαιρετικό, αλλά η οργάνωση… εντελώς χαοτική. Και όμως, με κάποιον τρόπο, καταφέραμε να στήσουμε το show και τελικά ήταν πολύ διασκεδαστικό. Πέρασα πραγματικά καλά, παρόλο που δεν ήμουν στην καλύτερη φάση μου εκείνη την περίοδο. Λάτρεψα την εμπειρία. Θυμάμαι ότι, όταν γύρισα πίσω, σκεφτόμουν πόσο όμορφο ήταν όλο αυτό. Γνωρίζω πολλούς Έλληνες – σας αγαπάμε, το ξέρετε. Νομίζω, μάλιστα, ότι οι Έλληνες και οι Ιρλανδοί έχουμε πολλά κοινά – η μητέρα μου ήταν Ιρλανδή. Όπως και οι Ιταλοί. Οι δυνατές κουλτούρες μας “αντηχούν” η μία μέσα στην άλλη. Πάντα το ένιωθα αυτό». Άρα, θα επέστρεφε για μια συναυλία; «Βεβαίως, θα το ήθελα πολύ. Κάποτε είχα και ένα εντελώς random τραγούδι, το Religion, που είχε βρεθεί στο νούμερο ένα του alternative chart στην Ελλάδα. Αν ρωτήσεις κάποιον σήμερα, δεν θα το ξέρει καν – και όμως ήταν εκεί! Και όχι μόνο στην Ελλάδα, είχε γίνει νούμερο ένα σε μέρη όπως η Σιγκαπούρη. Είναι τρελό πια πώς λειτουργεί ο κόσμος. Ρωτάς: “Πού ανέβηκε στο νούμερο ένα ο δίσκος μου;”. Και ακούς: “Στη Λετονία!”».
Ξανά από την αρχή
Απολαύσαμε το πρωινό μας, ήπιαμε τον καφέ μας, ταξιδέψαμε σε δεκαετίες μουσικής, μιλήσαμε περί φίλων και φύλων, punk ηρώων, τσακωμών στο διαδίκτυο, μητρικής δύναμης, τη χαρά του να διασκεδάζεις ντυμένος εκκεντρικά μέχρι το ξημέρωμα και έφτασε η ώρα να αποχαιρετιστούμε. Βγαίνουμε στο φωτεινό πρωινό του Λονδίνου και βλέπω έναν άνθρωπο στα 64 του χρόνια εντυπωσιακά νέο – «Περισσότερο ο εαυτός μου από ποτέ», όπως μου λέει. Έναν άνθρωπο με τέσσερις δεκαετίες δημιουργίας πίσω του, που όμως θεωρεί ότι όλα τα σημαντικά –όλα όσα μετρούν– βρίσκονται ακόμη μπροστά του. Τι όμορφο να το ακούς.




