Με το τεύχος Απριλίου της Vogue Greece να είναι αφιερωμένο στον αισθησιασμό, η σκέψη πηγαίνει αυτόματα στη νύχτα και από εκεί συνειρμικά σε μία από τις κεντρικές σκηνές της, τα μπαρ. Ένα βλέμμα, μια κουβέντα που ξεκινούσε τυχαία, ένα σώμα που μας πλησίαζε λίγο περισσότερο μέσα στον συνωστισμό. Ο αισθησιασμός δεν ήταν απαραίτητα δηλωμένος· ήταν όμως διάχυτος, σε έναν χώρο που το να διασκεδάσεις εμπεριείχε και την πιθανότητα του απρόβλεπτου, του καινούργιου, του τυχαίου. Σήμερα, παρότι τα μπαρ είναι συχνά πιο φροντισμένα και πιο επιμελημένα από ποτέ, κάτι από αυτή την ενέργεια έχει ατονήσει. Το design φαίνεται να μη βοήθησε. Τι συνέβη;
Μια πρώτη εξήγηση βρίσκεται στην αλλαγή της λειτουργίας των χώρων. Μετά την πανδημία, πολλά μπαρ χρειάστηκε να διευρύνουν το ωράριό τους, μένοντας από νωρίς ανοιχτά και προσφέροντας καφέ και φαγητό, που έχουν μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους, και μετατράπηκαν σε all-day σημεία συνάντησης. Το ίδιο τραπέζι έχει πάνω του καφέ, laptop, σαλάτα και το βράδυ τζιν τόνικ. Όταν όμως δίπλα σου κάποιος δουλεύει στον υπολογιστή ή τρώει μια σαλάτα με αβοκάντο στις δέκα το βράδυ, η ατμόσφαιρα δεν δημιουργεί ένα σκηνικό φλερτ. Μαζί με τη λειτουργία των χώρων άλλαξε και η σκηνογραφία. Τα μπαρ έγιναν πιο «καθιστά», οι θέσεις οργανωμένες γύρω από τραπέζια. Το στριμωξίδι στις μπάρες που χαρακτήριζε τα πιο δημοφιλή μαγαζιά, και το οποίο συχνά θεωρούνταν μια μικρή, ανεκτή ταλαιπωρία, αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι είχε μια σημαντική κοινωνική λειτουργία. Μέσα σε έναν γεμάτο χώρο, τα σώματα έρχονταν πιο κοντά: ένα «συγγνώμη» να περάσω, ένα τυχαίο άγγιγμα, ένας γρήγορος διάλογος μιλώντας πολύ κοντά στο αυτί του άλλου. Η φυσική εγγύτητα δημιουργούσε αφορμές επικοινωνίας. Κατά κοινή –ανομολόγητη– ομολογία, ήμασταν όλοι εκεί για τον ίδιο λόγο. Το πιο θεμελιώδες που άλλαξε; Το φλερτ μετακινήθηκε από την αληθινή ζωή στην ψηφιακή. Για δεκαετίες η έξοδος και στα μπαρ και σε κάθε χώρο διασκέδασης ήταν εκ προοιμίου μια πιθανότητα ενός νέου αισθησιασμού. Οι κοινωνικοί χώροι δεν εξαφανίστηκαν, αλλά έχασαν τον ρόλο τους ως τόποι απ’ όπου ξεκινούσε το φλερτ, η ερωτική διάθεση, ο αισθησιασμός. Πλέον, μεγάλο μέρος της διαδικασίας γίνεται πριν καν βγεις από το σπίτι. Οι εφαρμογές γνωριμιών έχουν μεταφέρει την πρώτη συστολή, την ξαφνική αναστάτωση, τις αυθόρμητες αντιδράσεις στο κινητό μας.
Το «swipe» σημαίνει κάτι σαν «γυρίζω το βλέμμα μου» στην άλλη πλευρά, οι επιλογές δε είναι πολλές φορές ανεξάντλητες και χαοτικές – άλλες, πάλι, πολύ δύσκολες.
Ο κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman υποστήριζε πως στις σύγχρονες κοινωνίες οι σχέσεις γίνονται πιο ρευστές, εύκολο να δημιουργηθούν αλλά και εύκολο να εγκαταλειφθούν, και περιέγραψε αυτή τη μετατόπιση με τον όρο «liquid love». Οι εφαρμογές γνωριμιών είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της λογικής, καθώς προσφέρουν ατελείωτες επιλογές χωρίς ιδιαίτερο ρίσκο. Η σύνδεση είναι μεν διαθέσιμη, ωστόσο εξαιρετικά εφήμερη και επιδερμική. Και συχνά απογοητευτική.
Η τρίτη εξήγηση είναι λιγότερο κοινωνιολογική και λίγο πιο προσωπική. Συζητάμε για την έλλειψη αισθησιασμού έχοντας συχνά φτάσει ή περάσει τα σαράντα και τα πενήντα. Στα είκοσι πέντε, η νύχτα έμοιαζε ατελείωτη. Δεν υπήρχε στόχος ούτε κούραση ούτε το βάρος της ζωής και των επιλογών μας. Το φλερτ ήταν αυτονόητο και κάθε έξοδος μια πιθανότητα να συμβούν εκατοντάδες ενδεχόμενα. Το μπαρ ήταν ένα απίθανο πεδίο για τις επιθυμίες μας. Όταν λοιπόν σήμερα αναρωτιόμαστε αν χάθηκε ο αισθησιασμός της νυχτερινής ζωής, ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε μήπως άλλαξε και η δική μας θέση μέσα σε αυτήν;




