ο-christian-για-τον-lacroix-138957

«Το θέατρο ήταν το πεπρωμένο μου, η μόδα υπήρξε μια παράκαμψη», εξομολογείται ο σπουδαίος Γάλλος σχεδιαστής στην Έλις Κις, αφού εν τω μεταξύ έκανε μια θριαμβευτική επανεμφάνιση, σε συνεργασία με τον Dries Van Noten.

H είσοδος στο συγκρότηµα γραφείων δίπλα στο Canal Saint Martin, στο 13o διαµέρισµα του Παρισιού, έχει έναν σχετικά απρόσωπο, βιοµηχανικό χαρακτήρα. Όµως, καθώς η πόρτα στον 5ο όροφο ανοίγει, η ατµόσφαιρα είναι απόλυτα φιλική. Ο Christian Lacroix κάθεται πίσω από ένα µικρό γραφείο, πάνω στο οποίο είναι απλωµένα δείγµατα υφασµάτων, αποκόµµατα και σκίτσα. Γύρω του, τα ράφια στους τοίχους σφύζουν από βιβλία και αναµνήσεις, αλλά και σχέδια για projects που ξεκινούν. Ένα άλλο project αποκαλύφθηκε πριν από λίγο καιρό, λίγα τετράγωνα µακριά, στην Όπερα της Βαστίλης: η συνεργασία του µε τον Dries Van Noten για τη συλλογή Άνοιξη/Καλοκαίρι 2020 του Βέλγου δηµιουργού. Αρκετοί τότε αναρωτήθηκαν αν το ντεφιλέ σηµατοδοτούσε την επιστροφή του Γάλλου couturier. «Θα ήθελα πολύ αυτό το σόου να είναι το τελευταίο µου νεύµα. Ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες µου σε επίπεδο συναισθηµατικό», µου λέει ο 69χρονος δηµιουργός χαµογελώντας, καθώς κάθεται απέναντί µου.

Ο Christian για τον Lacroix-1
©Bruno Tarrius
1/8
Native Share

Πολλοί από εκείνους που παρακολούθησαν το σόου τον περασµένο Σεπτέµβριο χαρακτήρισαν τη συνεργασία ένα πραγµατικό fashion moment. «Η µαξιµαλιστική, εκκεντρική “απόδραση” συναντά τον πρακτικό, καθαρό µαξιµαλισµό», έγραψε η Sarah Mower, chief critic της αµερικανικής Vogue. Η συλλογή άνοιξε µε ένα µαύρο φτερό ως headpiece, για να συνεχιστεί µε µείξεις υφών και χρωµάτων –χαρακτηριστικό που µοιράζονται οι δύο σχεδιαστές–, animal prints, λουλούδια, πουά, λεπτοµερή κεντήµατα, στοιχεία φλαµένκο, µαύρη δαντέλα, αλλά και το χαρακτηριστικό φούξια Lacroix.

«Με τον Dries δεν γνωριζόµασταν καλά, είµαστε δύο ντροπαλοί Ταύροι», µου εξηγεί. «Δεν είµαι καθόλου κοσµικός, είχα πάει κάποτε σε µια εκδήλωσή του και µε είχε καλέσει ένα Σαββατοκύριακο στο εξοχικό του, όµως φοβήθηκα ότι θα είχε πολλούς ανθρώπους από τον χώρο και δεν πήγα. Όταν µου έστειλε το e-mail, µε συγκίνησε πολύ. Μου έγραφε: “Δεν γνωριζόµαστε καλά, αλλά δουλεύω µε τον βοηθό µου την καλοκαιρινή µου συλλογή µε θέµα τον Barry Lyndon και στο moodboard εµφανίζονται όλο και περισσότερες φωτογραφίες της υψηλής ραπτικής σας από το ’90. Σκέφτηκα λοιπόν, αντί να προσπαθήσω να σας κοπιάρω και να εµπνευστώ από τις φωτογραφίες, ότι θα ήταν ωραίο να έρθετε να δουλέψουµε µαζί”. Το βρήκα πολύ ειλικρινές και λεπτό εκ µέρους του».

Ο Christian για τον Lacroix-2
©PixelFormula
2/8
Native Share

Οι δύο άνδρες συναντήθηκαν υπό απόλυτη µυστικότητα σε ουδέτερο έδαφος στο Παρίσι, στα γραφεία της Puig, οµίλου που αγόρασε την πλειοψηφία του οίκου Dries Van Noten το 2018. Έξω από το κτίριο στη λεωφόρο Champs Élysées, οι καπνοί από τα δακρυγόνα, αποτέλεσµα συγκρούσεων µεταξύ Κίτρινων Γιλέκων και αστυνοµίας νωρίτερα εκείνη την ηµέρα, ήταν ακόµα πυκνοί.

«Ο Dries είχε ήδη ξεκινήσει την κολεξιόν και του είπα: “Δεν µε χρειάζεστε”. “Ελάτε τουλάχιστον µία φορά στην Αµβέρσα”, µου απάντησε. Πήγα τελικά και βρήκα ένα σεµνό ατελιέ πέντε έξι ατόµων, χωρίς καν το όνοµά του έξω από την πόρτα. Μου ζήτησε να νιώσω ελεύθερος και άρχισα να συνδυάζω διάφορα πράγµατα. Μετά το ντεφιλέ, ανέφερε ότι τα πρώτα υφάσµατα που είχα συνδυάσει τα είχε βρει λίγο περίεργα και ότι και εκείνου του αρέσει να αναµειγνύει, αλλά όχι µε αυτόν τον τρόπο. Ο φόβος µου ήταν να µην κάνει µια κακή συλλογή λόγω εµού».   

Τα ρούχα της κολεξιόν βρίσκονται πλέον στα καταστήµατα. Τον Φεβρουάριο, ο Van Noten παρουσίασε την κολεξιόν του για τον επόµενο χειµώνα, ενώ ο Lacroix συνεχίζει να φτιάχνει κοστούµια για το θέατρο, αγαπηµένη επαγγελµατική του ενασχόληση από το ’80.

Ο Christian για τον Lacroix-3
©PixelFormula
3/8
Native Share

«Είχα πάντα κλίση στο κοστούµι, ένα ρούχο που θα µπορούσε να είναι ένα κοµµάτι υψηλής ραπτικής ή ένα ένδυµα για το θέατρο. Και αν όλο αυτό είχε µια επιτυχία που µας κάνει σήµερα να µιλάµε µαζί, είναι γιατί παρουσίασα µια οπερατική και θεατρική υψηλή ραπτική τη δεκαετία του ’80, εποχή που όλοι σκηνοθετούσαµε τον εαυτό µας. Το θέατρο ήταν το πεπρωµένο µου, η µόδα ήταν µια παράκαµψη», εξοµολογείται.

Και τι υπέροχη «παράκαµψη»! Ως βοηθός της Suzy Menkes στο Παρίσι τη δεκαετία του ’90, είχα το προνόµιο να παρακολουθώ τα ντεφιλέ του, που ισορροπούσαν ανάµεσα σε όγκους –θυµηθείτε τις pouf φούστες–, µπαρόκ και συναίσθηµα. Και να τον βλέπω να εµφανίζεται στο τέλος κάθε σόου για το δυνατό χειροκρότηµα. Δεν ξεχνώ τη Linda Evangelista µε εκείνο το τιγρέ φόρεµα και τη µοβ κάπα. «Δεν τολµούσα να δουλέψω µε τη Linda, ήταν τόσο όµορφη», θυµάται γελώντας. «Και µια µέρα, ο Stephane Marais, µε τον οποίο συνεργαζόµασταν στα ντεφιλέ, µου είπε ότι ήταν πολύ στενοχωρηµένη που δεν δουλεύαµε µαζί. Tο look που περιγράψατε ήταν για εκείνη». 

Νωρίτερα, στα µέσα της δεκαετίας του ’80, ο Lacroix είχε αναλάβει την αναβίωση του οίκου Patou. Ένα µεσηµέρι, µια φίλη του κανόνισε ένα επαγγελµατικό γεύµα µε τον ανερχόµενο τότε επιχειρηµατία Bernard Arnault, ο οποίος είχε αγοράσει τον Christian Dior. Συναντήθηκαν σε µια µικρή αίθουσα του ξενοδοχείου Bristol και η συζήτηση ολοκληρώθηκε µε τον Arnault να ρωτάει τον Lacroix ποιο ήταν το όραµά του. «Του απάντησα: “Ένας οίκος µε υψηλή ραπτική από τη µια και συλλογές τζιν από την άλλη – τα δύο άκρα”. Δούλευα στην Ιαπωνία τότε και κάποια στιγµή έµαθα ότι ο κύριος Arnault ήθελε να ξεκινήσει έναν τέτοιο οίκο», θυµάται.

Ο Christian για τον Lacroix-4
©PixelFormula
4/8
Native Share

Οι υπογραφές µπήκαν τον Ιανουάριο του 1987 και ο οίκος Christian Lacroix έγινε ο πρώτος στον οποίο ο Arnault, ιδρυτής του οµίλου LVMH και πλουσιότερος σήµερα Ευρωπαίος, επένδυσε από τη γέννησή του. Ο φρέσκος couture αέρας που έφερνε ο Lacroix απέκτησε γρήγορα πιστούς πελάτες. Τον Νοέµβριο του ’88, το πρώτο εξώφυλλο της Anna Wintour στην αµερικανική Vogue φιλοξενούσε τη Michaela Bercu µε ένα σακάκι Christian Lacroix και ξεβαµµένο τζιν, µια νέα εποχή που αποτύπωνε φωτογραφικά ο Peter Lindbergh. Λίγα χρόνια αργότερα, η Edina “Eddy” Monsoon (κατά κόσµον Jennifer Saunders), πρωταγωνίστρια της cult σειράς του BBC Absolutely Fabulous, αναφωνούσε συχνά, αναφερόµενη σε κάποιο αγαπηµένο της ρούχο: «It’s Lacroix, sweetie!»

«Στον Lacroix ξεκίνησα να µιλάω για µένα», εξηγεί ο σχεδιαστής. «Ήµασταν µακριά από αυτό που έκαναν οι Γιαπωνέζοι, ήταν κάτι εκκεντρικό για τα δεδοµένα της τότε υψηλής ραπτικής. Κάποιοι το έβρισκαν vulgaire, όµως ήταν πολύ διαφορετικό. Είµαι χαµηλών τόνων και έπρεπε να αποκαλύψω τον εαυτό µου».

O Christian Lacroix γεννήθηκε το 1951 στην Αρλ, πόλη στην οποία ζει και σήµερα µε τη σύζυγό του, Francoise. «Ήµουν ένα αγόρι που δεν αγαπούσε το ποδόσφαιρο και ο πατέρας µου ήταν απελπισµένος. Η µητέρα µου και η γιαγιά µου δεν αγόραζαν prêt-à-porter, ράβονταν στις µοδίστρες τους. Πήγαινα µαζί τους και έτσι έβλεπα τις πιο όµορφες γυναίκες της πόλης να τους φτιάχνουν το στρίφωµα. Παντού υπήρχαν περιοδικά όπως η Vogue και όλο µαζί αυτό έµοιαζε µε σινεµά», θυµάται.

Ο Christian για τον Lacroix-5
©PixelFormula
5/8
Native Share

Σκίτσαρε από µικρός, σπούδασε Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήµιο του Μονπελιέ και συνέχισε τις σπουδές του στη Σορβόννη και στην École du Louvre, όπου εστίασε σε µουσειακές σπουδές µε όνειρο να γίνει επιµελητής εκθέσεων. Όταν έφτασε η ώρα της «προσωπικής» αποκάλυψης στην πασαρέλα, είχε πολλά να µοιραστεί: την αγάπη και τη γνώση του για την τέχνη και το ένδυµα –ερµηνεύοντας ξανά κοµµάτια όπως ο κορσές–, το πάθος του για τα ταξίδια και τις κουλτούρες του κόσµου, το χειροποίητο, τα χρώµατα του νότου, την couture της πολυτέλειας και το τζιν του «δρόµου». Σε κάθε ντεφιλέ, ο ντροπαλός Christian ερχόταν «αντιµέτωπος» µε τον εκρηκτικό δηµιουργό Lacroix.

«Ο Christian είναι γεµάτος παράδοξα. Είναι πολύ καλός, αλλά καµιά φορά και πολύ σκληρός. Ακούει τους άλλους, αλλά είναι δύσκολο να τον επηρεάσεις. Το γραφείο του είναι ένα απίστευτο χάος, όµως στο µυαλό του όλα είναι υπερ-οργανωµένα, έχει καταπληκτική µνήµη, δουλεύει υπερβολικά και δεν χρειάζεται πολύ ύπνο, είναι συνέχεια µέσα σε ένα τρένο, ενώ δεν αγαπά τα ταξίδια», λέει στη Vogue Greece ο Jean-Jacques Picart, βετεράνος του χώρου και πρώην συνεταίρος του σχεδιαστή.

Ο Christian για τον Lacroix-6
©PixelFormula
6/8
Native Share

Στα τέλη του ’80, ο οίκος Christian Lacroix εµπλουτίστηκε µε prêt-à-porter δηµιουργίες, αξεσουάρ, παπούτσια και συλλογές κοσµηµάτων. Αργότερα, ακολούθησε η πιο οικονοµική σειρά Bazar, συλλογές πορσελάνης σε συνεργασία µε τον οίκο Christofle και το πρώτο άρωµα του οίκου, C’est la vie. Παράλληλα, ο δηµιουργός σχεδίαζε εσωτερικούς χώρους τρένων και τραµ. Όµως, παρά τη συνεχή ανάπτυξη συλλογών και προϊόντων, η οικονοµική πορεία του ήταν προβληµατική. Πολλοί σηµείωναν την αδυναµία του C’est la vie να απογειωθεί εµπορικά. Το 2005, η LVMH πούλησε τον οίκο Christian Lacroix στο αµερικανικών συµφερόντων Falic Fashion Group. Η συνεργασία του σχεδιαστή µε τους νέους επενδυτές ξεκίνησε µε δυναµική διάθεση, όµως τέσσερα χρόνια αργότερα οι αδελφοί Falic κατέθεσαν αίτηση πτώχευσης για την εταιρεία. Ο ίδιος ο Lacroix αποχώρησε από τον οίκο που έφερε το όνοµά του, αφού πρώτα εξασφαλίστηκαν άλλες θέσεις εργασίας για το απολυµένο προσωπικό.

Σήµερα, το Christian Lacroix brand εστιάζει στην παραγωγή αξεσουάρ, ενώ συνεχίζεται µια δικαστική διαµάχη ετών µεταξύ του δηµιουργού και του αµερικανικού οµίλου. Συγχρόνως, ο ίδιος έχει αναλάβει συµβουλευτικό ρόλο στο ισπανικό street brand Desigual, κάτι που απολαµβάνει ιδιαίτερα. «Τους οφείλω πολλά, γιατί ανακάλυψα έναν διαφορετικό τρόπο δουλειάς», σηµειώνει. Παράλληλα, η ατζέντα του γεµίζει µε θεατρικά projects, όπως ο Φάλσταφ του Τζουζέπε Βέρντι για την Opéra de Lille, σε σκηνοθεσία Denis Podalydes, και οι Γάµοι του Φίγκαρο, σε σκηνοθεσία του James Gray, για τη Los Angeles Opera.

Ο Christian για τον Lacroix-7
©PixelFormula
7/8
Native Share

Μικρός ήθελε να δουλέψει µε τον Φεντερίκο Φελίνι, τον Λουκίνο Βισκόντι και τη Μαρία Κάλλας. Σήµερα συνεργάζεται µε την Comédie Française. Αγαπάει το θέατρο, γιατί του δίνει την ευκαιρία να βρεθεί στην υπηρεσία του σκηνοθέτη, να µπει στο δέρµα κάποιου άλλου και να προσαρµοστεί. Και να επιστρέφει πάντα στο παρελθόν; «Η νοσταλγία µε έθρεψε µέχρι το 2000. Ήταν σχεδόν παθολογικό. Δεν έχω κάνει ποτέ ψυχανάλυση, όµως από τη στιγµή που γεννήθηκα ζούσα µέσα από το χθες. Όταν ήµουν µικρός, έλεγα: “Μιλήστε µου για το πριν”. Ζωγράφιζα σκηνές από το παρελθόν, ιστορικά πράγµατα, τίποτα σύγχρονο. Πήγαινα σε υπαίθριες αγορές και αγόραζα παλιές φωτογραφίες. Και όταν έβρισκα στο σπίτι κάποιο κουτί µε φωτογραφίες ανθρώπων που δεν γνώριζα, ήµουν πανευτυχής. Αργότερα, όταν η οικογένεια άρχισε να χάνεται, όταν έφυγε η µητέρα µου, αυτή η νοσταλγία µε πονούσε. Και αυτό συνέπεσε µε την αλλαγή της χιλιετίας. Το βράδυ της 31ης Δεκεµβρίου 1999, είπα στον εαυτό µου ότι έπρεπε να αφήσω τη σνοµπ στάση του δανδή και να µάθω να χειρίζοµαι έναν υπολογιστή. Έµαθα γραφιστικά προγράµµατα, κάνοντας την πρώτη µου συλλογή. Αν είχα γεννηθεί αργότερα, ίσως να ήµουν σχεδιαστής ντεκόρ για video games», µου λέει.

«Είχα µια θεωρία: ότι η µόδα ήταν πάντα σύγχρονη και ποτέ vintage, µέχρι την ανακάλυψη των πτυχώσεων στα µωσαϊκά του Ερκουλάνουµ και της Ποµπηίας. Όταν ο Christian Dior δηµιούργησε το New Look, είπε ότι ήταν η µόδα της µητέρας του, το 1900. Όταν ο Yves Saint Laurent εµπνεύστηκε από το ’40, ήταν για τη δική του µητέρα. Η δική µου γενιά εργάστηκε πάνω στο ’50 και η σηµερινή ανατρέχει στο ’80. Έχουµε µια εµµονή µε τις πρώτες εικόνες της γυναίκας µε την οποία ανοίγουµε τα µάτια. Ο Jacquemus, τον οποίο γνωρίζω από τα δεκαπέντε του, µιλάει πάντα για τον οίκο που ξεκίνησε µετά τον ξαφνικό θάνατο της µητέρας του. Και εκείνος ήταν µέσα στη νοσταλγία µε τις πρώτες του συλλογές, αφιερωµένες σε εκείνη. Μόλις έγινε τριάντα ετών, και η πρόσφατη συλλογή του ήταν η πρώτη που δεν µιλούσε για τον νότο».

Ο Christian για τον Lacroix-8
©PixelFormula
8/8
Native Share

Ο Lacroix αγαπά σχεδιαστές όπως ο Εrdem Moralioglu, ενώ στα ανδρικά ξεχωρίζει τη δουλειά του Junya Watanabe, του καλού του φίλου Walter Van Beirendonck, του νέου του φίλου Dries Van Noten και την πειραµατική µατιά του Craig Green. Ενηµερώνεται συνεχώς για τις εξελίξεις στον χώρο, σπάνια πηγαίνει σε επιδείξεις, όµως ήταν παρών στο αποχαιρετιστήριο σόου του Jean Paul Gaultier. Πριν από έναν χρόνο ξεκίνησε τον προσωπικό του λογαριασµό στο Instagram. «Εδώ είναι η ζωή µετά την couture», σηµειώνει. «Μου αρέσει να µοιράζοµαι έναν πίνακα, µια όµορφη εικόνα, αλλά όχι την καθηµερινότητά µου – δεν ξέρω πώς να τραβήξω µια selfie. Συναντώ επίσης κάποιους που γνωρίζουν καλύτερα και από µένα τον ίδιο τη δουλειά µου. Είναι ένας νεαρός στη Μαδρίτη που συλλέγει ό,τι κάνω και κάθε Σαββατοκύριακο ποστάρει µία ολόκληρη σεζόν. Αλλά και ένας άλλος που µε διορθώνει αν κάνω λάθος σε κάποιο post».

Τα τελευταία χρόνια ο δηµιουργός έχει αφιερωθεί και στο θεραπευτικό design, προσθέτοντας τις δικές του πινελιές σε έναν οίκο ευγηρίας, σε µια «δύσκολη» αίθουσα αναµονής ασθενών και σε έναν χώρο όπου παιδιά κάνουν αιµοκάθαρση. Βοηθάει προσφέροντας αυτό που γνωρίζει καλά: µια άλλη όψη της καθηµερινότητας.

«Όταν ασχολούµουν µε την υψηλή ραπτική, είχα πάντα την αίσθηση ότι ήµουν λίγο σφετεριστής, γιατί δεν ήµουν 100% couturier, όπως ο monsieur Balenciaga», µου λέει καθώς τον ευχαριστώ για τη δίωρη κουβέντα µας. «Δεν αγαπώ τις καρφίτσες και τις βελόνες, αλλά λατρεύω το σχέδιο για να δηµιουργήσω µια ατµόσφαιρα. Αγαπούσα πολύ τα ντεφιλέ και έκανα ό,τι µπορούσα για να κάνω τους ανθρώπους να κλάψουν – εγώ ήµουν ο πρώτος µε δάκρυα στα µάτια. Ήθελα όλοι να κλαίνε όταν έβγαινε η νύφη στο τέλος. Ήθελα να είναι σαν την όπερα. Σαν µια σκηνή». 

Δημοσιεύθηκε στο τεύχος Απριλίου 2020 της Vogue Greece.

MHT