O editor at large της Vogue Greece, Filep Motwary, συναντά τον Lorenzo Serafini, τον διάδοχο της Alberta Ferretti, σε μια συζήτηση γύρω από μια σύγχρονη αντίληψη της ιταλικής κομψότητας· μια μόδα διακριτική αλλά ουσιαστική, που δεν φωνάζει, αλλά ακούγεται.
Αποκλειστική συνέντευξη στον Filep Motwary
Τον Lorenzo Serafini τον είχα γνωρίσει περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια πριν στην Κύπρο, μέσω του αδελφικού του φίλου και μέχρι σήμερα πιο στενού συνεργάτη του, Costi Constantinou, γνωστού μου από τα εφηβικά μου χρόνια. Φανταστείτε το νησί της Αφροδίτης, τέλη καλοκαιριού, με την αλμύρα στο δέρμα και τη νιότη να αιωρείται ανάμεσα σε κολύμπι και ατελείωτες συζητήσεις. Ήταν πολύ νέος, με μια ευγένεια έμφυτη και αβίαστη. Ξανασυναντηθήκαμε στο Παρίσι χρόνια αργότερα, μια σύντομη στιγμή στον δρόμο, χωρίς λόγια, μόνο με αμοιβαία αναγνώριση. Όταν όμως με προσκάλεσε τον περασμένο Οκτώβριο στη Λεμεσό σε μια ιδιωτική παρουσίαση της δουλειάς του στο Cara -έναν από τους πιο απαιτητικούς προορισμούς μόδας του νησιού-, η παλιά οικειότητα επανήλθε αμέσως, ανέγγιχτη από τον χρόνο. Έλαβα το μήνυμά του έχοντας μόλις επιστρέψει στην Κύπρο, αφού ολοκληρώθηκαν οι Εβδομάδες Μόδας σε Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Μιλάνο και Παρίσι – μια αδιάκοπη αλληλουχία εικόνων και εντυπώσεων. Ο χρόνος φαινόταν επιλεγμένος με ακρίβεια. Πράγματι, ο Serafini πάντα λειτουργεί εκτός της υστερίας της μόδας, ακόμα και όταν τη διαμορφώνει από μέσα. Όταν βρεθήκαμε, δεν υπήρξε μεταξύ μας μια θεατρική επανένωση, αλλά μια συνέχεια. Το ίδιο ήρεμο βλέμμα. Η ίδια διακριτική συμπεριφορά. Δώσαμε και πάλι ραντεβού για το επόμενο πρωί, λίγο πριν αναχωρήσω για τη Λισαβόνα κι εκείνος επιστρέψει στο Μιλάνο. Η συζήτησή μας περιστράφηκε γύρω από τη ζωή, τη δουλειά του και την καλοκαιρινή συλλογή της Alberta Ferretti, η οποία, όπως με πληροφόρησε, ήταν εμπνευσμένη από την έννοια της ιδιωτικότητας. Γέλασα και του είπα ότι ίσως αυτό έχει να κάνει με τη νοσταλγία για όλα όσα χάσαμε όταν η τεχνολογία και τα social media άρχισαν να μας καταδυναστεύουν. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, γελώντας κι εκείνος, σαν να περίμενε αυτή η ιδέα να πάρει, επιτέλους, μορφή.

Η πορεία του Serafini στην ιταλική μόδα αποτελεί, με μια πρώτη ματιά, ένα masterclass καλλιτεχνικής διαμόρφωσης. Στα δεκαεννέα του, ενώ σπούδαζε Fashion Design στο Μιλάνο, έκανε πρακτική στον Moschino, στη μικρή πόλη Κατόλικα, απορροφώντας την ανυπόκριτη ενέργεια ενός ατελιέ όπου σύχναζαν προσωπικότητες όπως ο Jean Paul Gaultier και ο Rifat Ozbek. Μετά την αποφοίτησή του, το 1996, εργάστηκε στην Blumarine έως το 2000, προτού προσληφθεί από τον Roberto Cavalli – ένα περιβάλλον που, όπως θυμάται, ήταν γεμάτο υπερβολή, φιλοδοξία και απροκάλυπτη ελευθερία. Σχεδόν μία δεκαετία αργότερα εντάχθηκε στην ομάδα των Dolce & Gabbana, όπου η μεγάλη κλίμακα του γυναικείου στούντιο τον εισήγαγε σε μια πιο αυστηρή, σχεδόν αρχιτεκτονική, δημιουργία. Το 2014, ο όμιλος Aeffe τον επέλεξε να ηγηθεί της Philosophy, της diffusion line της Alberta Ferretti, φέρνοντάς τον πίσω στην Κατόλικα -όπου η σχεδιάστρια είχε ανοίξει την πρώτη της μπουτίκ, Jolly, λίγα μόλις μίλια μακριά από τη γενέτειρα του Serafini-, περιλαμβάνοντας ταυτόχρονα το όνομά του στην επωνυμία: Philosophy di Lorenzo Serafini. Τα δέκα του χρόνια εκεί δεν υπήρξαν μόνο ένα προσωπικό ορόσημο, αλλά και το κλείσιμο ενός σημαντικού κεφαλαίου της ιταλικής μόδας. Η Philosophy, ιδρυθείσα το 1984, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το όραμα της Ferretti. Όταν, λοιπόν, η ίδια αποφάσισε το 2024 να αποχωρήσει από τη δημιουργική ηγεσία της ομώνυμης μάρκας της -ενός από τους ακρογωνιαίους λίθους της μόδας του Μιλάνου από το 1981-, ο Serafini ανακοινώθηκε ως ο διάδοχός της. «Ορκίζομαι στον Θεό», μου λέει σκύβοντας ελαφρώς μπροστά, «ότι δεν πίστευα ποτέ πως θα επέτρεπε σε κάποιον άλλον να κάνει τη δουλειά της. Ποτέ!».

Όταν του έγινε η πρόταση, η απάντηση ήταν άμεσα θετική, όχι από στεγνή φιλοδοξία, αλλά από βαθιά ευγνωμοσύνη. «Είναι μια μάρκα πολύ κοντά στα συναισθήματά μου, στην ευαισθησία μου. Οι ρίζες του οράματός μου είναι ίδιες: θηλυκότητα, ρομαντισμός, το αίσθημα ευθύνης να κάνω μια γυναίκα να φαίνεται όμορφη». Αν μοιράζεται κάτι ουσιαστικό με τη Ferretti, είναι ότι η ομορφιά δεν είναι ούτε νοσταλγική ούτε διακοσμητική· έχει δομικό χαρακτήρα. Μετά το «ναι», ο πρώτος του φόβος ήταν αν θα μπορούσε να τους ικανοποιήσει όλους: την ιδρύτρια του οίκου, την αγορά, το κοινό. «Είμαι Αιγόκερως», με πληροφορεί. «Πάντα σκέφτομαι τα χειρότερα». Και έπειτα ήρθε η αυτοσυγκέντρωση και η μεγάλη απόφαση να μεταφέρει ξανά το Alberta Ferretti σόου στο Palazzo Donizetti, όπου γινόταν παλιά. «Ήμουν πολύ σίγουρος για τη γυναίκα πίσω από ό,τι προτείνω – να είναι εύθραυστη και ταυτόχρονα δυνατή, σκληρή και ρομαντική μαζί», εξομολογείται. Αυτή ακριβώς η δυαδικότητα έχει γίνει η θεματική της δουλειάς του. Ακόμα και η επιλογή των μοντέλων αντικατοπτρίζει αυτή του την πρόθεση. «Δεν ψάχνουμε μοντέλα, αλλά χαρακτήρες. Το σώμα γίνεται η αφήγηση της ιστορίας που θέλω να πω και όχι θέαμα».

Σε μια εποχή εμμονής με την άμεση εντύπωση, η προσοχή του στη λεπτομέρεια μοιάζει σχεδόν υπονομευτική. Σκουλαρίκια, παπούτσια, αναλογίες, στάση, τίποτα δεν είναι τυχαίο. «Ευτυχώς υπάρχουν ακόμη κάποιοι σαν εσένα που κοιτάζουν ολόκληρο το σύνολο», μου λέει μισοαστειευόμενος μισοανακουφισμένος. «Σήμερα βομβαρδιζόμαστε με εικόνες. Ο ρόλος του δημοσιογράφου έχει αλλάξει». Αυτό που εννοεί είναι ότι η μόδα έχει στραφεί προς το εφέ και όχι στην ουσία, σε εικόνες χωρίς πλαίσιο. Και ο ίδιος στη Ferretti αντιστέκεται σε αυτή τη διαστρέβλωση. «Μια συλλογή είναι μια μακρά διαδικασία γεμάτη πρωτίστως με αγάπη, πίστη και επιμονή. Πολλές άυπνες νύχτες, αμφιβολίες για τον εαυτό σου…». Όταν τον ρωτάω ποιες πτυχές της ταυτότητας της Ferretti ένιωσε υποχρεωμένος να διατηρήσει και ποιες να εγκαταλείψει, με εκπλήσσει αποκαλύπτοντάς μου πως ουδέποτε υπήρξε μελέτη του αρχείου, ούτε καν επινοήθηκε κάποιος οδηγός. «Δεν ήθελα να σχεδιάζω με κανόνες, ήθελα να αγκαλιάσω όλα εκείνα που χαρακτηρίζουν τον οίκο εδώ και τέσσερις δεκαετίες, όπως η θηλυκότητα, ο ρομαντισμός, η ρευστότητα, λέξεις που πια ακούγονται κοινότοπες» – στο δικό του λεξιλόγιο ωστόσο παραμένουν κεντρικές. Αναπόφευκτα, τίθεται το ζήτημα της οπτικής. Γιατί ο Serafini είναι ένας άνδρας που σχεδιάζει για έναν οίκο ιδρυμένο από γυναίκα. «Η οπτική ενός άνδρα για τη θηλυκότητα είναι πολύ διαφορετική», παραδέχεται.

«Κάποιες φορές πιο σκληρή, άλλες πιο απαλή». Αποφεύγει να μιλήσει για σεξουαλικότητα, τονίζοντας: «Προτιμώ τον αισθησιασμό, την οικειότητα, οτιδήποτε μοιάζει πιο προσωπικό». Οικειότητα, ιδιωτικότητα, εμπιστοσύνη χωρίς έκθεση – λέξεις που επανέρχονται ξανά και ξανά στη συζήτησή μας. Το όραμά του είναι όμως ρεαλιστικό. «Η μόδα για τη μόδα είναι μια παλιά άποψη. Σημασία έχει να υπηρετεί τη ζωή μιας γυναίκας με τον σωστό τρόπο, με ρούχα που ζουν πέρα από την πασαρέλα και αντέχουν στον χρόνο – όχι τρόπαια, αλλά αποκτήματα γεμάτα συναίσθημα. Οφείλουμε να αγοράζουμε λιγότερα και καλύτερα», πιστεύει, υπογραμμίζοντας την ανάγκη της βιωσιμότητας. Ένα ένδυμα, κατά την άποψή του, πρέπει να έχει μνήμη. Αυτό το στοιχείο της συναισθηματικής πλευράς των ρούχων αντικατοπτρίζει τη βαθύτερη θεώρησή του για την ομορφιά: η κομψότητα δεν πρέπει να είναι στιγμιαία, αλλά σταθερή αξία.

Δέκα χρόνια μετά την Übernahme της Philosophy και με αρκετές σεζόν στην Alberta Ferretti, το ένστικτο του Lorenzo παραμένει η πυξίδα του. «Αν ακούς πάρα πολλές φωνές, χάνεις το νόημα», λέει. Τα νούμερα των πωλήσεων δεν είναι δική του δουλειά, η ευθύνη του αφορά το συναίσθημα, την επιθυμία και την ασφάλεια. «Θέλω οι γυναίκες να νιώθουν προστατευμένες μέσα στα ρούχα μου», τονίζει και προσθέτει ότι η μεγαλύτερη πρόκληση γι’ αυτόν δεν είναι ο οίκος αυτός καθαυτόν, αλλά ο κόσμος γύρω μας: η αστάθεια, ο θόρυβος, η συνεχής αλλαγή. Σχεδιάζοντας σε μια εποχή αβεβαιότητας, απαιτείται αντοχή. Ο κίνδυνος δεν βρίσκεται στην πειραματική διαδικασία, αλλά στην ασυνέπεια. «Αν είσαι γνωστός για ορισμένες αξίες, πρέπει να τις υποστηρίζεις μέχρι το τέλος», σημειώνει. Γιατί η μόδα, όπως και οι σχέσεις, απαιτεί εμπιστοσύνη, σταθερότητα και καμία δυσάρεστη έκπληξη.

Κάπως έτσι φτάνουμε στη συλλογή της Alberta Ferretti In Confidence για τη σεζόν S/S ’26, έναν ύμνο στη διακριτικότητα σε μια εποχή ανεξέλεγκτης ορατότητας, μια συλλογή που αποτίνει φόρο τιμής στη γυναίκα-οικοδέσποινα, η οποία οργανώνει πάρτι για την ίδια τη χαρά και όχι για τα likes στο Instagram. Με φαντασία και λεπτότητα παρουσίασε αέρινες κάπες, χαλαρά καφτάνια και τελειώματα που αιωρούνται με χάρη, κάθε κομμάτι κομμένο σε χαλαρές, ρευστές παραλλαγές. Η χρωματική παλέτα ξετυλίχτηκε σε ήπιες αποχρώσεις, με βαθύτερους τόνους για αντίθεση, πριν καταλήξει σε έντονα leopard prints. Ξεχώρισαν τα μακριά, ρευστά φορέματα σε απαλούς τόνους, τα πλισέ à la Fortuny εμπνευσμένα από την Tina Chow, την αιώνια μούσα της κομψής, ψύχραιμης σοβαρότητας και μία από τις διαρκείς επιρροές του. Εδώ, το πνεύμα της μεταφράστηκε σε κομμάτια όχι απλώς διακοσμητικά, αλλά άνετα και κομψά. «Αληθινή ελευθερία σημαίνει να φαίνεσαι λιγότερο;» τον ρωτάω.

Σκέφτεται για μια στιγμή και απαντά: «Προτιμώ να μιλήσω σε λίγους ανθρώπους, σε εκείνους που θέλουν πραγματικά να με ακούσουν, παρά σε όλους, που θα αδιαφορήσουν για την ουσία. Η διακριτικότητα δεν είναι περιορισμός, αλλά πολυτέλεια». Η δουλειά του δεν φωνάζει, αλλά “ακούγεται”. Και η συλλογή προδίδει αυτή τη φιλοσοφία. Σακάκια που διατηρούν τη δύναμή τους χωρίς ακαμψία. Κίνηση χωρίς έλλειψη παρουσίας. Ακόμα και τα έντονα στοιχεία -λεοπάρ, μεταλλικές λεπτομέρειες- δεν είναι επιθετικά αλλά άκρως οικεία, με μνήμη. «Θέλω ρούχα που να δείχνουν ότι έχουν ήδη ζήσει, σαν κάτι που φορούσε κάποτε η μητέρα σου και αργότερα σου το χάρισε», εξηγεί.

Η αυτοπεποίθηση, θεωρεί, καλλιεργείται μέσα από την αυτοσυγκέντρωση. Μου εξομολογείται ότι πιέζει τον εαυτό του να διαβάζει αντί να σκρολάρει, μου μιλάει για το περπάτημα ανάμεσα στα δέντρα, για την επιστροφή στη θάλασσα της γενέτειράς του τον χειμώνα. Η φύση τον αναζωογονεί. Μέσα από τις περιγραφές του, o ρομαντισμός επαναπροσδιορίζεται, όχι με νοσταλγία, αλλά με θάρρος. «Το να δείξεις τα αληθινά σου συναισθήματα σήμερα απαιτεί δύναμη. Η αυτοπεποίθηση είναι το πιο ελκυστικό χαρακτηριστικό μας – και το πιο σέξι». Κλείνοντας τη συζήτησή μας, τον ρωτάω αν η επιτυχία έχει επηρεάσει την ιδιωτικότητά του. Χαμογελά. Η φήμη, μου λέει, ποτέ δεν τον ενδιέφερε. Οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τη δουλειά του, όχι το πρόσωπό του. Και αυτό τον βολεύει απόλυτα. Σχεδόν τριάντα χρόνια στη μόδα τον έχουν διδάξει να μη θεωρεί τίποτα δεδομένο. Παρακολουθώντας τον να αναχωρεί για το Μιλάνο, σκέφτομαι την Κύπρο, τα καλοκαίρια του παρελθόντος και αναρωτιέμαι τι μένει, τελικά, όταν ο θόρυβος υποχωρεί. Χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά, θα έλεγα η οικειότητα.






