Μόλις δύο χρόνια μετά την ίδρυση του brand τους, το ολλανδικό σχεδιαστικό δίδυμο ZOMER έχει κερδίσει τις εντυπώσεις, με τα παιχνιδιάρικα αλλά εκλεπτυσμένα σχέδιά του. Ο Danial Aitouganov και ο Imruh Ash, υπογράφουν νεανικές συλλογές γεμάτες τόλμη, ζωντάνια και χιούμορ.
Αποκλειστική συνέντευξη & φωτογραφίες Filep Motwary
Υπάρχουν στιγμές που κάτι εντελώς καινούργιο γλιστρά σιωπηλά στο οπτικό πεδίο της μόδας – διακριτικό, μα άμεσα μαγνητικό. Αναφέρομαι σε εκείνη την ενέργεια που δεν μοιάζει με ένα απλό ντεμπούτο, αλλά με μια μετατόπιση, μια επαναχάραξη των ορίων τού πώς η ομορφιά, η δεξιοτεχνία και η χαρά μπορούν να συνυπάρχουν. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει το brand Zomer του Danial Aitouganov και του Imruh Asha. Οι δύο άνδρες μοιάζουν να υφαίνουν το δικό τους καλειδοσκόπιο χρωμάτων, φαντασίας και συναισθημάτων, εμποτίζοντας τη σύγχρονη πολυτέλεια με μια σχεδόν παιδική περιέργεια. Η συνεργασία τους –μια συνάντηση σχεδιαστή και στιλίστα, δομής και ψυχισμού– μοιάζει με ανάσα καθαρού αέρα σε μια βιομηχανία που συχνά ξεχνά πώς να διασκεδάζει. Μέσα από καινοτόμες υφές, σουρεαλιστικές φόρμες και ραπτική που ισορροπεί ανάμεσα στη νοσταλγία και τη μοντέρνα αυστηρότητα, το Zomer –«καλοκαίρι» στα ολλανδικά– ακτινοβολεί μια «ασέβεια», μια ελαφρότητα με νόημα. Κάθε κομμάτι τους υπενθυμίζει πως η μόδα, στην πιο αληθινή της εκδοχή, είναι ταυτόχρονα μια ωδή στην απόδραση.
Αν και μετράει μόλις ενάμιση χρόνο ζωής, το Zomer προετοιμάζεται εδώ και μία δεκαετία. Ο Aitouganov και ο Asha γνωρίστηκαν στα 20 τους χρόνια ως φοιτητές στο Άμστερνταμ: ο πρώτος αναζητούσε στιλίστα για τη συλλογή της αποφοίτησής του, ο δεύτερος εργαζόταν σε ένα concept store. Η δημιουργική τους χημεία ήταν ακαριαία – από εκείνες τις συναντήσεις που μοιάζουν προδιαγεγραμμένες. Όταν αργότερα ο Aitouganov έγινε φιναλίστ στο περίφημο Hyères International Festival, οι δυο τους ξαναβρέθηκαν, ανοίγοντας εκ νέου έναν διάλογο που θα έβρισκε την πλήρη του έκφραση στο μέλλον μέσα από το Zomer. Εν τω μεταξύ, και για μία επταετία, ο καθένας ακολουθούσε τη δική του πορεία από τη μία άκρη της μόδας μέχρι την άλλη. Ο Asha εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο περιζήτητους στιλίστες της βιομηχανίας και αργότερα έγινε Fashion Director του περιοδικού Dazed & Confused, ο Aitouganov συνέχισε να εκπαιδεύεται σχεδιάζοντας για τους οίκους Chloé, Burberry και Louis Vuitton. Το διάστημα αυτό ήταν μια απαραίτητη περίοδος συσσώρευσης εμπειριών και διαμόρφωσης ενός σκοπού. Τώρα, επανενωμένοι υπό τη σημαία του Zomer, δεν χτίζουν απλώς ένα brand, αλλά ένα σύμπαν ριζωμένο στη χαρά και την ανθρώπινη ζεστασιά, εκεί όπου η δεξιοτεχνία συναντά το συναίσθημα και το καλοκαίρι δεν τελειώνει ποτέ. Σε μια εποχή που η μόδα μοιάζει εμμονική με την «επανεφεύρεση», το Zomer προσφέρει κάτι αληθινά ριζοσπαστικό: την επιστροφή στο μέσα μας.

Κατά την προγραμματισμένη μας συνάντηση γι’ αυτή τη συνέντευξη ο Asha δεν ήταν παρών, γιατί προέκυψαν κάποιες υποχρεώσεις που δεν του το επέτρεψαν. Με υποδέχεται ο Danial, φορώντας ένα λευκό πουκάμισο και ένα υπερμέγεθες denim παντελόνι, ντύσιμο που προδίδει έλεγχο και άνεση μαζί, αποπνέοντας μια ταπεινότητα σχεδόν παράταιρη σε έναν κόσμο υπερβολικών χειρονομιών και στάσεων. Όταν ζητώ την άποψή του γύρω από τη μόδα πριν γίνει ένα από τα ανερχόμενα ονόματά της, με κοιτάζει με βλέμμα που μαρτυρά νοσταλγία. «Όλα ξεκίνησαν από την αγάπη μου για το ντύσιμο», μου λέει. «Ήμουν εμμονικός με το να συνδυάζω ρούχα, ξόδευα όλα μου τα χρήματα σε δημιουργίες όπως του Rick Owens, του Yamamoto και άλλων σχεδιαστών. Ήταν η τελετουργία του ντυσίματος που με γοήτευε και όχι η ίδια η βιομηχανία». Παρότι Ολλανδός, χώρα με παράδοση στη μόδα, παραδέχεται πως, όπως πολλοί άλλοι, ένιωσε έλξη για το Παρίσι – παρασύρθηκε, όπως χαρακτηριστικά λέει, από την υπόσχεση «της εγγύτητας με τη φωτιά». «Στην Ολλανδία είμαστε πολύ νηφάλιοι», μου εξηγεί. «Δεν εξιδανίκευσα ποτέ τη μόδα, αλλά ήθελα διακαώς να είμαι μέρος της. Και το Παρίσι έμοιαζε με το μέρος όπου θα πας για να δοκιμαστείς και να διαπιστώσεις αν θα ανθίσεις ή όχι». Τα πρώτα του χρόνια εκεί ήταν ταυτόχρονα αποκάλυψη και σοκ. Το Παρίσι, όσο όμορφο και καλλιτεχνικό κι αν δείχνει, δεν είναι πάντα ευγενικό με τους νεοαφιχθέντες. Η πρώτη του δουλειά στον οίκο Chloé ήταν τόσο κινηματογραφική όσο και αδυσώπητη. «Νόμιζα πως το The Devil Wears Prada ήταν υπερβολικό. Και ύστερα βρέθηκα στην Chloé και κατάλαβα πως δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Υπήρχαν δύσκολες στιγμές, έπρεπε να μάθω την ιεραρχία, τους άγραφους κανόνες. Στην Ολλανδία όλα είναι απλοποιημένα και ξαφνικά βρέθηκα σε έναν κόσμο δομημένο πάνω σε κώδικες. Ήταν πολιτισμικό σοκ αλλά και το καλύτερο σχολείο», παραδέχεται. Εκεί μυήθηκε σε μια λογική σχεδιαστικής ρευστότητας: φορέματα με πτυχώσεις, σιλουέτες που αναπνέουν, ελευθερία που ενθαρρύνει την κίνηση. Και μετά πήγε στον Burberry, όπου όλα αφορούσαν τη δομή, την πειθαρχία, την ακρίβεια.

«Έμαθα την κατασκευή – το εσωτερικό ενός ενδύματος, τη λειτουργικότητά του, την ουσία του σχεδίου. Αν δεν κατανοείς τι κρατάει ένα ρούχο όρθιο, τότε δεν μπορείς να σχεδιάσεις πραγματικά», τονίζει και κάνει μια παύση, όχι δισταγμού, αλλά σκέψης. «Ανέκαθεν θαύμαζα εκείνους που μπορούν να σχεδιάσουν και να φύγουν, αλλά για μένα, αν δεν καταλάβεις πώς χτίζεται κάτι, παραμένει ασαφές. Ο σχεδιασμός δεν είναι να ζωγραφίζεις την ομορφιά, αλλά να την οικοδομείς». Ακούγεται σαν να περιγράφει ένα μανιφέστο, κάτι που θα υλοποιούσε χρόνια μετά μαζί με τον καλύτερό του φίλο, ένα brand φρέσκο, ανάλαφρο και ευφυές. Ομολογεί γελώντας ότι το περιβάλλον τους προσπάθησε να τους αποτρέψει. «Μας έλεγαν πως κάπως έτσι τελειώνουν οι φιλίες. Όμως εμείς ήμασταν αρκετά αφελείς –ή αρκετά σίγουροι– για να το δοκιμάσουμε». Και κάπως έτσι, αυτό που άρχισε ως πείραμα εξελίχθηκε σε ένα brandname που κέρδισε τις εντυπώσεις. Οι επιδείξεις τους στο Παρίσι είναι εκρηκτικές χωρίς θόρυβο, συγκινητικές χωρίς υπερβολή. Και φυσικά, όπως σε κάθε συνεργασία, δεν έλειψαν οι προστριβές. «Έπρεπε να ξαναγνωριστούμε ως συνεταίροι πλέον. Έχουμε διαφωνίες, αλλά ακούμε και σεβόμαστε ο ένας τον άλλον. Θέλουμε το καλύτερο για το brand».

Πράγματι, αυτός ο δημιουργικός γάμος είναι χτισμένος στον διάλογο και ίσως είναι αυτό ακριβώς που δίνει ψυχή στο Zomer, που, παρότι μόλις δύο ετών, φέρει μια σπάνια ωριμότητα. Η στρατηγική τους –την οποία επικοινωνούν με περηφάνια– αποπνέει ακρίβεια που δεν συναντά κανείς εύκολα σε έναν τόσο νέο οίκο. «Ο κόσμος νομίζει πως είναι εύκολο, ακούν τον θόρυβο που γίνεται, βλέπουν τα μαγαζιά, τη δημοσιότητα. Μα εγώ και ο Imru είμαστε σχεδόν δέκα χρόνια στη βιομηχανία, ξέρουμε το χάος από μέσα, μπορούμε να προβλέψουμε καταστάσεις, προσπαθούμε να είμαστε συγκεντρωμένοι». Στη συνεργασία τους η εικόνα και ο σχεδιασμός έχουν ίση δύναμη. «Για τον Imru η οπτική γλώσσα είναι τα πάντα», εξηγεί ο Danial. «Προέρχεται από τον χώρο του styling, όπου υπάρχουν πολλοί περιορισμοί, όπως για παράδειγμα “αυτή η τσάντα πρέπει να φωτογραφηθεί έτσι και όχι αλλιώς”, αλλά στο Zomer θέλαμε το αντίθετο: να δουλεύουμε με απεριόριστη ελευθερία. Οι εικόνες μας δεν πωλούν απλώς ένα προϊόν, χτίζουν ένα σύμπαν». Αυτό το σύμπαν είναι κομψό και γεμάτο παιδική περιέργεια, κάτι που ορίζει τόσο τα ρούχα όσο και τους δημιουργούς τους. «Ονομάσαμε την πρώτη μας προσέγγιση “childlike”», εξηγεί. «Όπως ένα παιδί που ζωγραφίζει χωρίς να σκέφτεται, η πρώτη μας σεζόν δεν είχε concept. Απλώς αρχίσαμε να δημιουργούμε. Αργότερα προσθέσαμε τη δομή». Όταν τον ρωτώ για το χιούμορ που επανέρχεται συχνά στη δημιουργία τους, απαντά: «Το χρειαζόμαστε. Με όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο, απαιτείται ελαφρότητα. Στα ’80s το χιούμορ ήταν διαδεδομένο –Moschino, Gaultier, Mugler–, σήμερα είναι σπανιότερο. Για εμάς σημαίνει χαρά· να χαμογελάς μέσα από τη μόδα. Ένας δημοσιογράφος μάς είπε πως το τελευταίο μας σόου ήταν σαν ένεση βιταμίνης και δεν υπάρχει καλύτερη φιλοφρόνηση».

Η χειμερινή τους συλλογή εξερευνούσε την ιδέα τού να φοράς τα ρούχα ανάποδα – μια μελέτη πάνω στον χρόνο και στη μνήμη. Η επίδειξη ξεκίνησε από… το τέλος: τα μοντέλα βγήκαν σε πομπή φινάλε, υπό τους ήχους ζωηρών χειροκροτημάτων, πριν το ρολόι «γυρίσει» προς τα πίσω και αρχίσει η κανονική σειρά. Μια ανατροπή η οποία θύμιζε τον Margiela και την καλοκαιρινή του κολεξιόν για το 1992, όμως για το Zomer δεν ήταν τέχνασμα, ήταν μια γλώσσα. «Ξεκίνησε από την ιδέα της επιστροφής», μου εξηγεί ο Danial. «Για να διορθώσεις κάτι ή για να ξαναζήσεις μια στιγμή. Έτσι αρχίσαμε να γυρίζουμε τα ρούχα ανάποδα και μέσα-έξω. Μερικά σχεδιάστηκαν εξαρχής έτσι, άλλα τα προσαρμόσαμε μόνο για το σόου. Και μετά ο κόσμος άρχισε να τα ανεβάζει στο TikTok και έγιναν αμέσως τάση! Είπαμε στους πελάτες μας ότι, αν νιώθουν άνετα να φοράνε κάτι ανάποδα, ας το κάνουν. Δεν υπάρχουν κανόνες. Η μόδα δεν πρέπει να διατάζει, πρέπει να προσκαλεί».
Αυτός ο διάλογος μεταξύ δημιουργού και πελάτη είναι που χαρακτηρίζει τη δουλειά τους. Για τον Aitouganov, το σώμα δεν είναι μια επιφάνεια για να εργαστεί, είναι η βάση για να εκφραστεί. «Μιλάω πάντα με τα μοντέλα», με ενημερώνει. «Τα ρωτώ πώς νιώθουν. Είμαι άνδρας που σχεδιάζει για γυναίκες, άρα πρέπει να ακούω. Το σώμα σου λέει πράγματα που το σχέδιο δεν μπορεί». Στον Louis Vuitton, θυμάται, υπήρχαν πέντε fittings και απεριόριστος προϋπολογισμός. «Στο Zomer φτιάχνουμε δείγματα μόνοι μας, τα στέλνουμε στα εργοστάσια και ελπίζουμε να επιστρέψουν σωστά. Δοκιμάζουμε τα πάντα σε διαφορετικά σώματα. Οι περιορισμοί μάς κάνουν πιο δημιουργικούς και όχι το αντίθετο». Όταν τον ρωτώ για τη μόδα που προσπαθεί να αναπλάσει το σώμα –να το σφίξει, να το αλλοιώσει–, συλλογίζεται για λίγο και καταλήγει: «Υπάρχει ομορφιά στο να προτείνεις νέες φόρμες, όμως λίγοι τις τολμούν. Η λειτουργικότητα κερδίζει πάντα. Λατρεύω τον ριζοσπαστισμό των ’80s, αλλά ίσως σήμερα έχει σημασία η ισορροπία – πώς να είσαι ευφάνταστος χωρίς να χάνεις την επαφή με την πραγματικότητα».

Παρακολουθώντας την πορεία τους, διαπιστώνω ότι πολλοί τούς αποκαλούν θαρραλέους. «Ο Imru είναι ατρόμητος», παραδέχεται. «Λέει “πάμε” χωρίς να σκεφτεί το αποτέλεσμα. Εγώ, πάλι, σκέφτομαι τη γυναίκα που θα φορέσει τα ρούχα μας. Και οι δύο είμαστε γενναίοι με τον τρόπο μας. Το θάρρος δεν είναι μόνο επανάσταση, μπορεί να είναι και η ανάγκη να γίνεσαι κατανοητός». Μιλώντας για δεξιοτεχνία, τονίζει: «Τα όμορφα πράγματα χρειάζονται χρόνο. Κάθε σεζόν συνεργαζόμαστε με τεχνίτες που δίνουν στα ρούχα μας διαφορετικά χαρακτηριστικά, όπως φέτος με τα ψάθινα μοτίβα. Δημιουργούν σε βάθος. Νιώθεις τις ώρες πάνω στο ύφασμα. Είναι μια αργή διαδικασία, αλλά αξίζει». Και όταν η κουβέντα έρχεται στις τάσεις του δρόμου, χαμογελά σχεδόν με νοσταλγία. «Όλα επιστρέφουν. Πρόσφατα είδα παιδιά με πλαστικά τσόκερ, όπως αυτά που φορούσα έφηβος. Σκέφτηκα τότε: “Τελειώσαμε από ιδέες;”. Ίσως δεν είναι πια θέμα πρωτοτυπίας, αλλά επανερμηνείας. Δεν μπορείς να επανεφεύρεις τον τροχό, μπορείς όμως να τον κάνεις να κυλήσει αλλιώς. Και θα κυλήσει».

Ο Aitouganov ανήκει σε μια γενιά σχεδιαστών που είναι κάτι περισσότερο από δημιουργοί, είναι φωνές, είναι παρουσίες. «Στην αρχή δεν ήθελα να φαίνομαι», παραδέχεται. «Ήθελα το brand να μιλήσει μόνο του. Αλλά έμαθα ότι ο κόσμος συνδέεται με τους ανθρώπους. Ο Imru, που ήταν πάντα ο πιο κοινωνικός, μου είπε: “Πρέπει να εκπροσωπείς, να μιλάς”. Και τώρα μαθαίνω. Είναι μέρος της δουλειάς και της ωρίμανσης». Συμφωνώ μαζί του. Σήμερα στη μόδα η ορατότητα είναι ταυτόχρονα αναγκαιότητα και ευαλωτότητα. Και ο Danial την ενσαρκώνει με αξιοπρέπεια και ηρεμία, χωρίς θεατρινισμούς. «Ακόμα ψάχνουμε τη θέση μας, μα κάθε σεζόν γινόμαστε πιο πολύ ο εαυτός μας», πιστεύει. Πριν αποχαιρετιστούμε, τον ρωτώ τι ορίζει μια μεγάλη μάρκα σήμερα. Σκέφτεται για λίγο κοιτώντας γύρω του τα σκίτσα, τα υφάσματα, τα ίχνη μόχθου και ονείρων. «Μια σπουδαία μάρκα», λέει τελικά, «είναι εκείνη που φέρνει κάτι καινούργιο στο τραπέζι. Δεν χρειάζεται να είναι ριζοσπαστικό, αλλά έξυπνο, ειλικρινές, καινοτόμο με τον δικό του τρόπο. Υπάρχουν τόσα brands εκεί έξω και ο μόνος τρόπος να ξεχωρίσεις είναι να σημαίνεις κάτι». Ίσως ακριβώς αυτή να είναι η ήσυχη επανάσταση του Zomer: όχι να φωνάζει, να προσκαλεί· όχι να κατακτά, να συνδέει. Σε έναν κόσμο που απαιτεί ταχύτητα, θόρυβο και θέαμα, το brand και οι δημιουργοί του μας προσφέρουν κάτι πολύτιμο: μια υπενθύμιση πως το αληθινό θάρρος μπορεί να είναι απαλό και η καινοτομία να γεννιέται από την πιο απλή χειρονομία – όπως το γύρισμα ενός ρούχου μέσα-έξω.




