ergon-το-ελληνικό-brand-που-επενδύει-στη-βιωσ-388893
©©Yiorgos Kaplanidis/This is not another agency

Ο λόγος περί craftsmanship. Πρόκειται, άραγε, για μια ρομαντική επιστροφή στο παρελθόν; «Το craftsmanship ήταν και είναι αυτό που λέει η λέξη: έργο που δεν ολοκληρώνεται χωρίς ανθρώπινο χέρι. Μπορεί οι ταχύτητες να αλλάζουν, η τέχνη του υφάσματος να μην περιορίζεται πια σε μια κυρία που κεντά, αλλά η ουσία παραμένει ίδια», αναφέρει η Μαριέττα Καρπαθίου, ιδρύτρια και καλλιτεχνική διευθύντρια του ελληνικού brand ’ergon, που εδώ και δέκα χρόνια χτίζει τη δημιουργική του ταυτότητα με σημείο αναφοράς το κλασικό ύφασμα του αργαλειού. «Η καινοτομία στο υφαντό για εμάς είναι αποτέλεσμα χρόνου και πειραματισμού, όχι στόχος από μόνη της», συνεχίζει. «Το υφαντό της ’ergon, γεννήθηκε μέσα από αρκετό “σκάψιμο”, το ίδιο και η ανάγκη για zero waste πρακτικές. Όλα όμως περνούν από το ανθρώπινο χέρι – από το βαμβάκι στο χωράφι έως το νήμα, τη βαφή, την ύφανση, τη ραφή, τα κουμπιά. Γι’ αυτό, για να υπάρξει ένα μόνο κομμάτι, χρειάζεται μια αλυσίδα ανθρώπων, δέκα, δεκαπέντε ελληνικές οικογένειες που “τέμνονται” για λίγο γύρω από ένα ύφασμα».

Φαντάζομαι πως η επιμονή της στην εγχώρια παραγωγή, όσο αξιοθαύμαστη ακούγεται, έχει πολλές προκλήσεις. «Η βασική πρόκληση είναι η οικονομική», ξεκαθαρίζει. «Τα κόστη είναι διπλάσια από τα αντίστοιχα σε κάποια άλλη χώρα, έστω και ευρωπαϊκή, η οποία κάνει παραγωγή με παράδοση. Ακόμα και τις ραφές στα τζιν, που περνούν απαρατήρητες, είναι δύσκολο να βρεις κάποιον να τις κάνει εντός της χώρας. Το αντίβαρο είναι η χαρά του να ολοκληρώνεται ένα προϊόν μόνο με ελληνικά χέρια, αυτό προσφέρει μια μοναδικότητα που δεν τη βρίσκεις εύκολα».

Η αλήθεια είναι πως αυτά τα χέρια δημιουργούν μια αλυσίδα εύθραυστη, καθώς λιγοστεύουν. «Το craftsmanship αφορά τη γνώση της λεπτομέρειας, τη μελέτη της κατασκευής και όλα εκείνα τα μικρά, συχνά αόρατα στοιχεία που δίνουν διάρκεια και βάθος σε ένα προϊόν», εξηγεί. «Λέμε πως χρειαζόμαστε νέα χέρια στην παραγωγή, όχι τόσο για τη χειροτεχνία ως όρο, όσο για το χειροποίητο ως ποιότητα. Προσωπικά, βλέπω νέα παιδιά να ενδιαφέρονται για το ράψιμο, τον αργαλειό ή το κέντημα, μέσα από έναν πιο σύγχρονο και υβριδικό τρόπο. Αυτό που λείπει, λοιπόν, δεν είναι η φρεσκάδα, αλλά οι δομές εκπαίδευσης και μετάδοσης της γνώσης, το πλαίσιο εκείνο που θα οδηγήσει στην κατανόηση της σημασίας της λεπτομέρειας στην παραγωγή. Η ψηφιακή εποχή μπορεί πράγματι να βοηθήσει, αλλά δεν θα αντικαταστήσει το χέρι ή την εμπειρία», ξεκαθαρίζει. 

Όσο μιλάμε, παρατηρώ στο showroom κομμάτια από τη νέα συλλογή του brand, για το καλοκαίρι 2026, αφιερωμένη, όπως με πληροφορεί, στη Μύκονο, το μέρος όπου ξεκίνησε το ’ergon. Βλέπω απαλά υφάσματα με κεντήματα όπως γαϊδουράκια, μύλους και σύννεφα -ευθείες αναφορές στο νησί-, καθώς και βαμβακερά που αφήνουν το δέρμα να αναπνέει. «Το βαμβάκι μας είναι ανακυκλώσιμο. Αν και στην Ελλάδα το βαμβάκι δεν ανακυκλώνεται, εμείς προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να επαναχρησιμοποιήσουμε όλα τα ρετάλια από τις παραγωγές και ό,τι δημιουργούμε μετέπειτα να είναι σχεδόν zero waste», λέει, βάζοντας στο τραπέζι τη βιώσιμη κατεύθυνσή τους.

Η κολεξιόν είναι resort και έχει πολλές αναφορές στα signature κομμάτια του brand. Θηλυκά, με ρευστές γραμμές και φολκλόρ στοιχεία, που θυμίζουν μέρες αθωότητας και παίζουν με τον χρόνο. Τον χρόνο, αυτό το «βασανάκι» που όλο μας κυνηγά και αισθανόμαστε πως δεν προλαβαίνουμε να διακρίνουμε την αξία του. «Νομίζω πως, αν αφιερώναμε λίγο παραπάνω χρόνο στον εαυτό μας, θα εκπαιδευόμασταν και πάνω στην ποιότητα του υφάσματος που θέλουμε να έχουμε στην ντουλάπα μας. Υπάρχει διάθεση αλλά όχι χρόνος, θα συμβεί όμως, γιατί είναι και περιβαλλοντικό το ζήτημα. Μέχρι τότε, νιώθω πλήρης όταν κάποιος αγοράζει ένα κομμάτι μας για να ζήσει πολλές στιγμές μαζί του. Και έπειτα, ποιος ξέρει, να το χαρίσει ή να το κληροδοτήσει».

MHT