Ένας πρόσφατος καύσωνας στο Παρίσι βρήκε τον Νίκο Κούλη να περπατάει στους δρόμους αναζητώντας κάποιες τελευταίες διακοσμητικές πινελιές για τη βραδιά των εγκαινίων της νέας του μπουτίκ στη γαλλική πρωτεύουσα. Στο τέλος μιας ιδιαίτερα «καυτής» ημέρας, η πολύωρη περιπλάνηση τον οδήγησε σε μια ιστορική υπαίθρια αγορά, όπου το έμπειρο μάτι του έπεσε πάνω σε μια πολυθρόνα. Όχι ακριβώς αναγκαία λεπτομέρεια για την κοπή της κορδέλας ενός νέου καταστήματος, αρκετά ιδιαίτερη, όμως, για να την αγοράσει και να την εντάξει στο σύμπαν του.
Η νέα συλλογή με τίτλο «77»
Επίμονος εστέτ, ο διεθνής Έλληνας δημιουργός επιβλέπει κάθε λεπτομέρεια των χώρων που φέρουν την υπογραφή του. Την ίδια, άλλωστε, τακτική εφαρμόζει εδώ και είκοσι χρόνια στα κοσμήματά του – από τους σπάνιους πολύτιμους λίθους που αναζητά ανά τον κόσμο μέχρι τις καινοτόμες φόρμες και πρώτες ύλες με τις οποίες τους συνδυάζει, ισορροπώντας ανάμεσα στο fine και το high jewelry. Όπως στη νέα του συλλογή, με τίτλο «77», βασισμένη στην ασίγαστη αγάπη του για τις δημιουργικές αντιθέσεις. Πρωταγωνιστές της είναι τα λευκά διαμάντια, ο κίτρινος χρυσός και η ταρταρούγα acetate, μια ανανεώσιμη πρώτη ύλη φυτικής προέλευσης. «Η ιδέα ξεκίνησε από τα γυαλιά ηλίου μου, έτσι όπως ήταν στο τραπέζι και αντανακλούσαν το φως. Τα “νερά” της ταρταρούγας ήταν ένα μοτίβο που πάντα αγαπούσα», μου περιγράφει. «Αν και η συλλογή έχει πάρει το όνομά της από τη χρονιά της γέννησής μου, έχει να κάνει και με το προσωπικό μου στιλ. Συλλέγω παλιά αντικείμενα και αυτό το υλικό αντιπροσωπεύει μια ολόκληρη εποχή, όταν φύγαμε από τη χίπι τάση για να πάμε σε πιο structured φόρμες, και στο ντύσιμο και στη μόδα γενικότερα». Είναι, όμως, συμβατό το acetate με διαμάντια και χρυσό ή μήπως πρόκειται για μια καινοτομία που ταράζει τα νερά της δημιουργικής κοσμηματοποιίας; «Όχι, δεν είναι καθόλου συμβατό», συμφωνεί. «Κατ’ αρχάς, δεν υπάρχει καμία αντίστοιχη αναφορά σε κόσμημα, δεν είναι κάτι που έχουμε ξαναδεί. Τα διαμάντια έχουν την υψηλότερη σκληρότητα στη Γη, ο χρυσός είναι μέταλλο, οπότε έπρεπε να γίνει τεράστια προσπάθεια σε επίπεδο δεξιοτεχνίας για να αποκτήσει αυτή η εκδοχή ταρταρούγας [σ.σ. το αυθεντικό κέλυφος ταρταρούγας απαγορεύεται] τη σωστή ανθεκτικότητα και τα στάνταρ ώστε να συναντήσει τα άλλα υλικά. Χρειάστηκε πολύς χρόνος και διαφορετικές διαδικασίες για να βρούμε τρόπο να λειτουργήσει και να συνδυαστεί αυτό το οργανικό υλικό, από την άποψη του pattern, με τις art deco αναφορές που πάντα έχω».

Η συλλογή «77» έρχεται να προστεθεί στο δημιουργικό βιογραφικό του ανεξάρτητου δημιουργού, ο οποίος δραστηριοποιείται με τεράστια επιτυχία στην παγκόσμια αγορά. «Έχω πλήρη συνείδηση ότι δεν κάνω εύπεπτα κοσμήματα», ομολογεί. «Ο πελάτης μου είναι πάρα πολύ ειδικός, με την έννοια του υψηλού επιπέδου – όχι οικονομικού ή σε επίπεδο αισθητικής, αλλά στο ότι είναι πραγματικά ένας jewelry connoisseur, ένας γνώστης του κοσμήματος». Ο ίδιος ανήκει σε ένα διεθνές κύμα ανεξάρτητων σχεδιαστών κοσμημάτων οι οποίοι ανταγωνίζονται υπερ-αναγνωρίσιμα και συχνά ιστορικά brands. «Πέρα από τους ειδικούς του κοσμήματος, το brand μας έχει μπει στο ραντάρ των ανθρώπων της βιομηχανίας», τονίζει. «Δουλεύουμε με τα υψηλότερα ποιοτικά στάνταρ, γιατί το προϊόν μας στέκεται ισάξια απέναντι σε διεθνείς και αναγνωρισμένους οίκους. O πελάτης που θα επιλέξει ένα κόσμημα από έναν ανεξάρτητο σχεδιαστή θέλει κάτι αποκλειστικό. Δεν επιθυμεί να ανήκει σε μια ομάδα που μέσα από το κόσμημα που φοράει και είναι αναγνωρίσιμο αναζητά κοινωνική αποδοχή. Αυτός, λοιπόν, ο γνώστης του κοσμήματος ξέρει πολύ καλά και από θέση τι επιλέγει. Από την πλευρά των οίκων, πάλι, άλλο είναι να αποφασίζεις εσύ ο ίδιος με φίλτρο τη δημιουργικότητά σου για το performance της εταιρείας σου και άλλο να αποφασίζει γι’ αυτό ένα fund ή ένα οικονομικό τμήμα το οποίο δίνει την κατεύθυνση για το πώς να καλυφθούν οι αγορές παγκοσμίως. Σε κάθε παρουσίαση υψηλής κοσμηματοποιίας κάποιου μεγάλου οίκου αναγνωρίζω γιατί έχει βγει το κάθε κομμάτι και για ποια αγορά».

Πόσο επηρεάζει η μελλοντική αξία ενός κοσμήματος την αγορά του ή όχι σήμερα; Και πώς αποκτά ένα κόσμημα συλλεκτική αξία;
Αν μιλάμε για έναν heritage οίκο, αρκεί μια ιστορική υπογραφή; Και τι γίνεται στην περίπτωση ενός ανεξάρτητου ονόματος, όπως του διεθνούς Έλληνα δημιουργού; Είναι τα σημερινά κομμάτια Nikos Koulis οι θησαυροί των διεθνών δημοπρασιών του μέλλοντος; Για την ώρα, κοσμήματα από διαφορετικές σειρές του έχουν παρουσιαστεί και πουληθεί σε private sales των οίκων Sotheby’s και Christie’s. «Από την πλευρά του καλλιτέχνη, το πόσο παραγωγικός είναι, δηλαδή πόσα κομμάτια θα επαναλάβει σε επίπεδο high jewelry, είναι ο παράγοντας που θα ορίσει την τιμή. Και αυτό, βέβαια, από τη στιγμή που μιλάμε για κάποιον που έχει μια υπογραφή. Μοιάζει με τον ζωγράφο – ένας υπερπαραγωγικός δεν θα κρατήσει τις ίδιες τιμές με έναν του οποίου τα έργα είναι περιορισμένα σε αριθμό. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και εδώ. Θεωρώ ότι το exclusivity είναι που ορίζει την επένδυση σε έναν καλλιτέχνη. Δηλαδή, ότι ο πελάτης θα έχει το ένα και μοναδικό κομμάτι». Αναρωτιέμαι αν τον έχουν προσεγγίσει υποψήφιοι επενδυτές για την εταιρεία του. «Πολλές φορές, σχεδόν ανά εξάμηνο. Και οι προτάσεις είναι σοβαρές», απαντά με χαμόγελο. «Νιώθω όμως ότι δεν είμαι έτοιμος. Και παρόλο που δεν είναι αμελητέα η βοήθεια, ειδικά σε ένα τέτοιο προϊόν για την παραγωγή του οποίου χρειάζονται τεράστια κεφάλαια, θεωρώ ότι θα με περιορίσει να κάνω αυτό που θέλω και θα αναγκαστώ να μπω σε καλούπια. Για την ώρα, λοιπόν, απολαμβάνω την ανεξαρτησία μου».

Μια ανεξαρτησία την οποία έχει κερδίσει. Μέλος οικογένειας κοσμηματοποιών, ο Νίκος Κούλης γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Γεμολογία και Γλυπτογραφία (χαρακτική λίθων) στο Gemological Institute of America. Από το 2006 πέρασε αβίαστα από την κοσμηματοποιία (high jewelry) στο fine jewelry, μπλέκοντας υλικά όπως ο χρυσός και το αλουμίνιο και δημιουργώντας τάσεις που υιοθετήθηκαν διεθνώς, όπως κομμάτια με μεγάλες ή μικρές λεπτομέρειες από μαύρο σμάλτο. H δουλειά του έχει αναγνωριστεί και βραβευτεί πολλές φορές, όπως από τη μεγαλύτερη ένωση Αμερικανών κοσμηματοπωλών, Jewelers of America, από την οποία έχει λάβει, μεταξύ άλλων, το βραβείο Gem Award στην κατηγορία Jewelry Design. Αν, όμως, υπάρχει μια στιγμή που ένα κόσμημα Nikos Koulis μπορεί να λάμψει πραγματικά, αυτή είναι όταν μια σταρ το φοράει στο κόκκινο χαλί, μια σημαντική αναγνώριση που ταξιδεύει άμεσα και η οποία, στην περίπτωσή του, δεν χτίζεται μέσα από ένα καθιερωμένο σύστημα δημοσίων σχέσεων και συμβολαίων, αλλά με πιο άμεσους τρόπους. «Είναι ένα σύστημα που ένας ανεξάρτητος οίκος του δικού μου επιπέδου δεν μπορεί να ακολουθήσει, χρειάζονται τεράστια ποσά», σημειώνει. «Αυτό που λέω και στην ομάδα μου είναι ότι όλα αυτά τα κομμάτια του παζλ μαζί δημιουργούν το τελικό οικοδόμημα. Στο κόκκινο χαλί αποδίδω ένα μέρος της επιτυχίας και της αναγνωρισιμότητας, αλλά για μένα δεν είναι αυτοσκοπός. Πιο πολύ, αν θέλεις, με γοητεύει και με κάνει περήφανο το ότι το όνομά μου υπάρχει στο ραντάρ των connoisseurs του κοσμήματος, είτε αυτοί είναι δημοσιογράφοι είτε πελάτες, παρά μια red carpet παρουσίαση».

Στη rue Boissy d’Anglas, στην είσοδο του Village Royal στο 8ο διαμέρισμα του Παρισιού, ο νέος χώρος Nikos Koulis έχει προστεθεί εδώ και μερικές εβδομάδες στο δίκτυο του δημιουργού, το οποίο περιλαμβάνει ακόμα το flagship της Αθήνας, καθώς και resort μπουτίκ στη Μύκονο και την Πάρο. Στο ισόγειο του καταστήματος στο Παρίσι οι επισκέπτες μπορούν πλέον να ανακαλύψουν και τη moNO, συλλογή που ξεπερνά τα όρια του κοσμήματος για να εισχωρήσει στον τομέα της γλυπτικής, των αντικειμένων και των επίπλων. Μια exclusive αριθμημένη κολεξιόν, η οποία περιλαμβάνει ένα τραπέζι, ένα σκαμπό και ένα σετ από κηροπήγια, μεταξύ άλλων, αποκαλύπτοντας μία ακόμα δημιουργική πτυχή του σχεδιαστή, αυτή τη φορά χτισμένη από σφυρήλατο και γυαλισμένο μπρούντζο, λεπτομέρειες από γυαλί και κρύσταλλο, σε συνεργασία με ένα οικογενειακό χυτήριο της Αττικής. Στο μεταξύ, στον πρώτο όροφο τα Nikos Koulis κοσμήματα πλαισιώνονται από ένα καθιστικό και μια τραπεζαρία – «Λίγο σαν να καλωσορίζω κάποιον στο σπίτι μου, μια άλλου τύπου εμπειρία», όπως λέει. Τι είναι εκείνο που ιντριγκάρει σήμερα τον Νίκο Κούλη; «Εκείνο που δεν βρίσκω εκεί έξω», τονίζει. «Αυτή την εποχή, παραδείγματος χάριν, βρίσκομαι σε μια περίοδο που αγαπώ τις πιο στρογγυλεμένες πέτρες. Τείνω περισσότερο προς πιο bubbly, πιο στρογγυλές φόρμες. Χρησιμοποιώ, μεταξύ άλλων, παλιές πέτρες, τις κόβω ξανά, αγοράζω Victorian pear-shaped διαμάντια σε δημοπρασίες».

Κάποιοι που τον γνωρίζουν από παιδί τον θυμούνται τα καλοκαίρια στην Πάτμο να φτιάχνει βραχιόλια με κοχύλια και κλωστές στην παραλία. Οι δημιουργικές αναζητήσεις του συνεχίζονται και τα κοχύλια έχουν δώσει πλέον τη θέση τους σε σπάνιους λίθους, όπως υπέροχα πορτοκαλί-ροζ ζαφείρια Padparadscha. Εκείνος τι κρατάει από αυτές τις δύο δεκαετίες δημιουργικού πάθους και ελευθερίας; «Ο καιρός περνάει γρήγορα και δεν τον καταλαβαίνεις. Πέρασαν 20 χρόνια που δεν είχα άγχος να αποδείξω κάτι, γεμάτα ενθουσιασμό, με τις δυσκολίες και τις αγωνίες που έχει ένας δημιουργός. Υπήρξε όμως μια ήσυχη, οργανική ροή. Ένα αέρινο και αέναο ρεύμα που παλλόταν ανά πάσα στιγμή, ακολουθώντας τη δική μου ανάγκη και το σημείο όπου βρισκόμουν την κάθε στιγμή». Ακόμα και στις πιο ζεστές μέρες ενός παρισινού καύσωνα.





