Από τις 4 Ιουνίου 2026, το Helmut Newton Foundation στο Βερολίνο εγκαινίασε δύο νέες εκθέσεις: Rooms / Stages και Helmut Newton’s One-off Album. Οι μπροστινές αίθουσες του μουσείου φιλοξενούν έργα δώδεκα καλλιτεχνών που διερευνούν τη θεματική του χώρου και της σκηνής, ενώ η κεντρική αίθουσα παρουσιάζει μνημειακά μοτίβα του Helmut Newton αφιερωμένα στο ίδιο θέμα. Πρόκειται για ένα μοναδικό φωτογραφικό άλμπουμ του Newton το οποίο παρουσιάζεται για πρώτη φορά ενώ η συγκεκριμένη επιλογή περιλαμβάνει επίσης εικόνες που οπτικοποιούν τη μεταμόρφωση του χώρου σε σκηνή. Ο Editor at Large της Vogue Greece, Filep Motwary, συνομίλησε με τον Matthias Harder, Διευθυντή του Helmut Newton Foundation.
F. M: Η έκθεση προτείνει μια εννοιολογική μετατόπιση από το Body Performance στο Rooms / Stages, μεταφέροντας την προσοχή από το επιτελεστικό σώμα στο ίδιο το χωρικό περιβάλλον. Πώς προσεγγίσατε την επιμέλεια των χώρων όχι απλώς ως φόντα, αλλά ως ενεργούς ψυχολογικούς και αφηγηματικούς παράγοντες μέσα στη φωτογραφία, και ποιες νέες αναγνώσεις του έργου του Helmut Newton προέκυψαν μέσα από αυτή την αναπλαισίωση;

M. H: Στην έκθεσή μας Body Performance, πριν από μερικά χρόνια, εξερευνήσαμε τη συναρπαστική αλληλεπίδραση ανάμεσα στον χορό και την performance από τη μία πλευρά και τη φωτογραφία από την άλλη. Η performance, όπως γνωρίζουμε, είναι μια μορφή τέχνης και η φωτογραφία ο σταθερός της συνοδοιπόρος. Οι ενέργειες ενός ανθρώπου μπροστά στον φακό μπορεί να είναι σκόπιμες ή αυθόρμητες· μπορεί να έχουν χορογραφηθεί ή να έχουν καταγραφεί τυχαία. Σε εκείνη την παρουσίαση, οι άνθρωποι και τα σώματά τους βρίσκονταν οπτικά στο επίκεντρο, ενώ ο φωτογράφος κατέγραφε ή ερμήνευε αν θέλετε, τη δράση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την πυροδοτούσε ο ίδιος. Αυτό το στοιχείο επανεμφανίζεται και στη σημερινή έκθεση, μόνο που αυτή τη φορά μετατοπίζουμε συνειδητά την εστίαση στον ίδιο τον χώρο, ο οποίος συχνά φωτιζόταν και παρουσιαζόταν με τρόπο ανάλογο με εκείνον των μοντέλων. Ακόμη κι όταν παραμένει έρημος, συχνά αισθανόμαστε την παρουσία των κατοίκων ή των χρηστών του.

Η επίδραση και η εμπειρία αυτών των χώρων ταλαντεύεται έτσι ανάμεσα στο κενό και σε μια αίσθηση σκηνογραφίας. Για το Rooms / Stages μεγεθύναμε τις εικόνες του Newton —που μετατρέπουν τους χώρους σε σκηνές— σε τεράστιες τοιχογραφίες. Στεκόμενοι μπροστά τους, δηλαδή μέσα στον ίδιο τον εκθεσιακό χώρο, νιώθουμε σαν να βρισκόμαστε και εμείς πάνω σε κάποια σκηνή.
F. M: Πολλά από τα έργα στο Rooms / Stages φαίνεται να ταλαντεύονται ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία — οι χορευτές εξαφανίζονται μέσα από τη μακρά έκθεση, τα εσωτερικά παραμένουν άδεια, ενώ τα σκηνοθετημένα περιβάλλοντα υπονοούν αόρατες αφηγήσεις. Σε ποιο βαθμό η έκθεση πραγματεύεται την ένταση ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται και σε αυτό που μόνο φανταζόμαστε, και πώς αυτό επηρεάζει τον ρόλο του θεατή ως ενός είδους «συν-συγγραφέα» της σκηνής;

M. H: Πράγματι, ορισμένες από τις εικόνες χώρων εξερευνούν επίσης την αντίθεση ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία. Η Karen Stuke, για παράδειγμα, φωτογράφισε θεατρικές παραστάσεις ή όπερες σε όλη τη διάρκεια της εκτέλεσής τους και στις φωτογραφίες της οι χορευτές ή οι ηθοποιοί μοιάζουν κατά κάποιον τρόπο να διαλύονται σε ίχνη κίνησης. Βρίσκονται μέσα στην εικόνα και ταυτόχρονα όχι. Οι Götz Diergarten, Robert Polidori, Friederike von Rauch, Ricarda Roggan και Anna Lehmann–Brauns, αντίθετα, φωτογραφίζουν χώρους αφού οι άνθρωποι έχουν ήδη αποχωρήσει — σταθμούς του μετρό, μουσεία, ατελιέ καλλιτεχνών ή κλαμπ. Έτσι, όταν κοιτάζουμε τις φωτογραφίες τους, τις συμπληρώνουμε με τις δικές μας φαντασίες και αφηγήσεις. Γινόμαστε ουσιαστικά «συν-συγγραφείς» ενός γεγονότος που δεν είναι ορατό ή απλώς υπονοείται και το οποίο καλούμαστε να ολοκληρώσουμε μέσω της ερμηνείας μας.

F. M: Η έκθεση δημιουργεί ενδιαφέροντες παραλληλισμούς ανάμεσα στο cinematic location scouting και τη φωτογραφική σύνθεση. Κατά τη γνώμη σας, τι διαφοροποιεί έναν φωτογραφημένο χώρο που απλώς φιλοξενεί δράση από έναν χώρο που λειτουργεί θεατρικά από μόνος του, και με ποιους τρόπους οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες αμφισβητούν τις συμβατικές ιεραρχίες ανάμεσα στο θέμα, το περιβάλλον και την αφήγηση;
M. H: Επέλεξα αυτούς τους δώδεκα καλλιτέχνες ακριβώς λόγω των διαφορετικών προσεγγίσεών τους. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό μίγμα που περιλαμβάνει τα πάντα, ακόμη και αναφορές σε location scouts και κινηματογραφικά σκηνικά. Η διαδρομή της έκθεσης μάς οδηγεί μέσα από τις τρεις πρώτες αίθουσες, από τον άδειο χώρο έως τα σκηνικά. Ο George Rousse, για παράδειγμα, ζωγραφίζει μεγάλης κλίμακας έργα μέσα σε εγκαταλελειμμένους κυρίως χώρους, δημιουργώντας μια ψευδαισθητική γεωμετρική μορφή που αποκαθίσταται μόνο όταν τη δεις από το ιδανικό σημείο θέασης. Ακολουθεί μια σύνθετη αλληλεπίδραση εντελώς διαφορετικών χωρικών αντιλήψεων και κοινωνικών τάξεων, όπως στο έργο της Jana Sophia Nolle, η οποία δημιουργεί ένα είδος κοινωνικο-ντοκιμαντερίστικου εσωτερικού χώρου στη φωτογραφική σειρά Living Room. Στο San Francisco μελέτησε τις κατοικίες των πολλών αστέγων της πόλης, τις αναπαρήγαγε και τις τοποθέτησε μέσα σε σπίτια της μεσαίας τάξης. Στη συνέχεια φωτογράφισε αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα στους δύο κόσμους. Και έτσι συνεχίζεται κάθε ενότητα της έκθεσης με άλλες απρόσμενες προσεγγίσεις, μέσα από τις οποίες οι χώροι επανεξετάζονται και αμφισβητούνται διαρκώς ως μοτίβα ή ως φόντα.

F. M: Ο Helmut Newton δεν παρουσιάζεται εδώ μόνο ως φωτογράφος μόδας, αλλά σχεδόν ως σκηνοθέτης που δημιουργεί ολόκληρους κόσμους. Η συνύπαρξη πολυτελών ξενοδοχείων με γκαράζ, υπαίθριους χώρους και θεατρικές συνεργασίες δείχνει ότι το έργο του ξεπερνά τα όρια της fashion photography. Μέσα από αυτά τα διαφορετικά περιβάλλοντα, ο Newton εξερευνά αντιθέσεις όπως η πολυτέλεια και η καθημερινότητα, η εξουσία και η ευαλωτότητα, το δημόσιο και το ιδιωτικό. Παράλληλα, οι χώροι αυτοί λειτουργούν ως καθρέφτης των κοινωνικών και πολιτισμικών αξιών της εποχής τους….
M. H: Ο Newton γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης σε μια εύπορη εβραϊκή οικογένεια που ζούσε σε ένα διαμέρισμα δέκα δωματίων στο Berlin–Schöneberg. Από παιδί ήταν εξοικειωμένος και με τα κομψά ξενοδοχεία. Μετά τον αναγκαστικό εκπατρισμό του και την απώλεια όλων αυτών των προνομίων, επέστρεψε αργότερα στον κόσμο των πλουσίων και διάσημων στο Παρίσι, το Monte Carlo και το Hollywood, αναπαριστώντας αυτή τη ζωή μέσα από τη φωτογραφία μόδας. Μέχρι τη δεκαετία του 1990 το zeitgeist είχε αλλάξει κάπως, κι έτσι ο Newton άρχισε περιστασιακά να αντιπαραθέτει την πολυτελή μόδα με τσιμεντένιους τοίχους, εργοτάξια ή τη λιτότητα του δικού του γκαράζ. Ωστόσο, η ιδέα της μετατροπής ακόμη και αυτών των χώρων σε σκηνές παρέμεινε. Παράλληλα, ο Helmut Newton παρήγαγε και αυθεντικές φωτογραφίες σκηνής, μεταξύ άλλων για τα προγράμματα του Monte Carlo Ballet. Όλα αυτά μπορεί κανείς να τα δει στη σημερινή έκθεση.

F. M: Η απόφαση να παρουσιαστεί το One–off Album του Newton ως μεμονωμένα κορνιζαρισμένα έργα και όχι ως ένα δεμένο αντικείμενο μετατρέπει ένα προσωπικό συλλεκτικό τεκμήριο σε μια δημόσια χωρική εμπειρία. Πώς αυτή η επιμελητική επιλογή άλλαξε τον αφηγηματικό ρυθμό του άλμπουμ και τι αποκαλύπτει για τη σχέση ανάμεσα στη φωτογραφία, τη συλλογή και τη διαμόρφωση της μνήμης;
M. H: Το άλμπουμ είναι αποτέλεσμα της στενής συνεργασίας ανάμεσα στον Newton και τον συλλέκτη Gert Elfering, για τον οποίο δημιουργήθηκε το 1999. Σήμερα το έχουμε δανειστεί από έναν ακόμη εξαιρετικό συλλέκτη, τον Nicola Erni, ο οποίος το απέκτησε πριν από κάποιο διάστημα και είχε την ευγένεια να μας το διαθέσει. Είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται στο Βερολίνο. Περισσότερες από 100 επικολλημένες φωτογραφίες μικρής κλίμακας συνοδεύονται από χειρόγραφες λεζάντες, που κατά καιρούς περιλαμβάνουν σύντομα περιστατικά σχετικά με τα εικονιζόμενα πρόσωπα — στοιχείο που καθιστά αυτή την επιλογή τόσο μοναδική. Πράγματι, με αυτή την παρουσίαση μετατρέπουμε τις προσωπικές, σχεδόν οικείες περιγραφές των ίδιων του των εικόνων σε κάτι δημόσιο, μια διαδικασία που ενισχύεται και από τη συνοδευτική έκδοση της Phaidon. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ο Newton δημοσίευε ορισμένες από τις φωτογραφίες του σε δικά του coffee–table books και τις διέθετε στην αγορά τέχνης, ενώ ανέπτυξε στενές προσωπικές σχέσεις με πολλούς ιδιοκτήτες γκαλερί όσο και με συλλέκτες. Παράλληλα, συνέχισε το φωτογραφικό του έργο μέσα από αναθέσεις περιοδικών και άλλους πελάτες.

F. M: Και στις τρεις ενότητες της έκθεσης φαίνεται να εξελίσσεται ένας διαρκής διάλογος ανάμεσα στη μονιμότητα και το εφήμερο: προσωρινά σκηνικά, Polaroids, δοκιμαστικές λήψεις και χώροι που μεταμορφώνονται ειδικά για μία μόνο εικόνα. Με ποιο σκεπτικό σχεδιάστηκε η συγκεκριμένη έκθεση, και πώς πιστεύετε ότι ανταποκρίνεται σήμερα το κοινό σε αυτά τα προσεκτικά σκηνοθετημένα αλλά βαθιά εφήμερα περιβάλλοντα;
M. H: Δομήσαμε την έκθεση σε πολλαπλά επίπεδα νοήματος, τόσο μορφολογικά όσο και περιεχομενικά. Οι επισκέπτες μπορούν επίσης να αισθανθούν την εφήμερη φύση της έκθεσης, εφόσον είναι δεκτικοί σε αυτή. Ωστόσο, αυτή η χρονική διάσταση είναι εγγενής στο ίδιο το μέσο της φωτογραφίας· μόνο μέσω της φωτογραφικής εικόνας μπορούμε ουσιαστικά να παγώσουμε τη χρονολογική ροή και να διατηρήσουμε μια στιγμή. Στην έκθεση Rooms / Stages, οι επισκέπτες μπορούν μέσα από αυτή την πλούσια οπτική εμπειρία να αναστοχαστούν εκ νέου τους χώρους μέσα στους οποίους ζούμε και κινούμαστε.

Rooms / Stages και Helmut Newton’s One–off Album, από τις 5 Ιουνίου έως τις 15 Νοεμβρίου 2026.




www.newton-foundation.org
Cover photo: Helmut Newton, Yves Saint Laurent, Paris 1993 © Helmut Newton Foundation




