Συνάντησα τη Δανάη Δεληγεώργη αμέσως μετά από μια προγραμματισμένη ομιλία της στο WOW Festival (Women of the World Athens). Ως ψυχοπαιδαγωγός κοινωνικής και συναισθηματικής ανάπτυξης, είναι σύνηθες για εκείνη να μιλά δημόσια και ανοιχτά για θέματα που σχετίζονται με την ψυχοπαιδαγωγική, την εκπαίδευση, την προσωπική ανάπτυξη και την κοινωνική αλλαγή – βασικός λόγος για τον οποίο θα είχε ενδιαφέρον να εξερευνήσουμε τη μητρότητα από τη σκοπιά της. Η Δανάη, εκτός από επιστήμονας στην καθοδήγηση και στη στήριξη χαρισματικών παιδιών, είναι μια γυναίκα που αποφάσισε να τεκνοποιήσει με τη σύντροφό της, και σήμερα μεγαλώνουν σε μια ευτυχισμένη οικογένεια τη δύο ετών κόρη τους, ως βιολογικές μαμάδες. Στη συζήτησή μας ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στην επαγγελματική της ιδιότητα και στη συνθήκη της νέας μαμάς, που ζει καθημερινά τη σύνθετη, απαιτητική και συγκινητική εμπειρία της μητρότητας. «Το πιο σημαντικό για μένα είναι ότι η μητρότητα δεν είναι ρόλος, είναι σχέση. Δεν είναι κάτι που υπηρετείς επειδή έτσι πρέπει. Είναι κάτι που ανακαλύπτεις μέσα από τη σχέση που χτίζεις με το παιδί. Είναι ένα ταξίδι, πώς στέκεσαι απέναντί του, πόσο παρών είσαι, πώς του δημιουργείς ασφάλεια», λέει και ανοίγει τη βεντάλια της κουβέντας μας.
Σκέφτομαι πως, όταν επιλέγεις να γίνεις γονιός σε μια ομόφυλη σχέση, είναι σαν να αναλαμβάνεις αυτόματα και έναν επιπλέον κοινωνικό ρόλο. Σαν να καλείσαι να είσαι πιο «επαναστάτης», να έχεις τη δύναμη να απαντήσεις αν κάποιος πει κάτι περίεργο.
Αυτό που ρωτάς έχει ενδιαφέρον, γιατί μίλησες για «ρόλο». Το αν θα πάρεις έναν ρόλο που σου δίνει η κοινωνία, μια κοινωνία που ακόμα δεν έχει βιωματικά αποδεχτεί ότι δεν είμαστε όλοι ίδιοι, δεν είναι κάτι που είναι απαραίτητο να κάνεις. Μπορεί να σου τον αποδίδουν, να θέλουν να τον πάρεις, αλλά προσωπικά δεν τον έχω πάρει και δεν με ενδιαφέρει να το κάνω. Επέλεξα να μπω στη διαδικασία της τεκνοποίησης επειδή ήθελα να φέρω ένα παιδί στον κόσμο, ένιωσα την ανάγκη να χτίσω μια σχέση μαζί του. Ό,τι άλλο θέλουν να προσδώσουν σε αυτό, δεν το «φοράω», γιατί απλώς δεν είναι στο νούμερό μου.
Το καταλαβαίνω. Δεν μπορώ όμως να μη σκεφτώ πως μια οικογένεια με δύο μαμάδες υπάρχει πιθανότητα να σχολιαστεί πιο έντονα είτε σε ένα σχολείο είτε σε μια γειτονιά είτε από τρίτους. Φαντάζομαι πως υπάρχει ακόμη το φίλτρο σύγκρισης με το ετεροκανονικό μοντέλο οικογένειας.
Προσωπικά, δεν έχω κάτι με το οποίο να μπορώ να το συγκρίνω. Μεγάλωσα από ένα ετερόφυλο ζευγάρι, οπότε δεν έχω κάποιο βίωμα που να μου επιτρέπει να πω αν οι δικοί μου γονείς αντιμετώπισαν κάτι διαφορετικό ή αν άλλοι γονείς βιώνουν κάτι άλλο. Μέχρι στιγμής, δεν έχω ακούσει ούτε έχουμε βιώσει κάτι αρνητικό. Συμβαίνει όμως κάτι άλλο – μπορεί να σχολιαστεί η ιδιότητά μου ως ψυχοπαιδαγωγού. Λένε: «Το έκανε αυτό και είναι ψυχοπαιδαγωγός;». Σαν να υπάρχει μια προσδοκία ότι πρέπει να είσαι πάντα ένα βήμα μπροστά, πιο προνοητικός, πιο σωστός. Αυτό είναι που έχει, τελικά, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όχι τόσο το ότι είμαστε δύο μητέρες, αλλά το πώς προβάλλονται πάνω σου ρόλοι και απαιτήσεις λόγω της ιδιότητάς σου.
Πώς είναι, λοιπόν, να μεγαλώνεις ένα παιδί με αυτή την ιδιότητα;
Ένας σημαντικός αγώνας για μένα είναι να μη δημιουργείται ανισορροπία στο ζευγάρι, να μη νιώθει η σύντροφός μου ότι εγώ είμαι φωτεινός παντογνώστης κι εκείνη όχι. Γι’ αυτό προετοιμαστήκαμε μαζί, διαβάσαμε, μιλήσαμε με ειδικούς. Παρ’ όλα αυτά, όταν έρχεται το παιδί, δεν συνδέεσαι ως ειδικός αλλά ως άνθρωπος. Η γνώση βοηθά μεν, αλλά είναι άλλο να ξέρεις κάτι θεωρητικά και άλλο να το εφαρμόζεις. Αυτό που είναι πολύ βοηθητικό, ωστόσο, είναι πως ως ειδικοί δεν «τσιμπάμε» στις βεβαιότητες. Ακούμε τα πάντα, αλλά εμπιστευόμαστε κυρίως τη σχέση με το παιδί. Δεν λειτουργούμε με δοξασίες ή «κανόνες» που ισχύουν για όλα τα παιδιά και περνούν από στόμα σε στόμα. Παρατηρούμε το δικό μας παιδί και προσαρμοζόμαστε.
Τι χρειάζεται για να νιώθει ένα παιδί ασφαλές;
Χρειάζεται να μη βρίσκεται σε κατάσταση απειλής. Όταν το νευρικό σύστημα είναι σε συνθήκη επιβίωσης, δεν μπορεί να αναπτυχθεί. Άρα, στόχος μας είναι να του προσφέρουμε ασφάλεια, ώστε να μπορεί να εξελιχθεί. Αυτό γίνεται μέσα από παρουσία, σύνδεση, συνέπεια και σταθερότητα. Και από κάτι ακόμη που εφάπτεται ιδιαίτερα στις ομόφυλες οικογένειες: να μην υπάρχει γνωστική ασυμφωνία. Όταν το παιδί ζει κάτι ως κανονικό μέσα στο σπίτι, αλλά η κοινωνία το αμφισβητεί, δημιουργείται σύγχυση. Εκεί φαίνεται πόσο σημαντικό είναι το νομικό και κοινωνικό πλαίσιο να συμβαδίζει με την πραγματικότητα.
Άρα, το νομικό πλαίσιο είναι σημαντικό και σε πρακτικό και σε συμβολικό επίπεδο.
Οι θεσμοί έρχονται να ακολουθήσουν την πραγματικότητα και οι αλλαγές θεσμοθετούνται επειδή ήδη υπάρχουν. Το νομικό πλαίσιο δεν είναι απλώς μια τυπική ρύθμιση, συμβολίζει τη γνωστική συμφωνία και ανοίγει τον δρόμο ώστε κάτι να γίνει συλλογικό βίωμα. Όταν υπάρχει αυτή η ευθυγράμμιση, δεν χρειάζεται να αναρωτιόμαστε διαρκώς πώς να κινηθούμε. Δημιουργείται μια κοινή αφετηρία για όλους, ετεροφυλόφιλους και ομοφυλόφιλους γονείς. Διαφορετικά, είναι σαν να τρέχουμε τον ίδιο αγώνα, αλλά όχι από την ίδια γραμμή εκκίνησης.

Εσείς σε ποιο βαθμό καλύπτεστε από τον νόμο αυτή τη στιγμή; Πρόσφατα η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κατοχύρωσε συνταγματικά τη δυνατότητα υιοθεσίας από ομόφυλα έγγαμα ζευγάρια, όπως και τον πολιτικό γάμο μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου.
Εμείς είμαστε βιολογικές μαμάδες της κόρης μας, καθώς εγώ έδωσα το ωάριό μου και η σύντροφός μου κυοφόρησε. Ωστόσο, εγώ δεν αναγνωρίζομαι ως νομική μητέρα του παιδιού, εκτός και αν το τεκνοθετήσω – πράγμα παράδοξο, καθώς είμαι ήδη βιολογική μαμά του, οπότε γιατί να χρειάζεται να τεκνοθετήσω το παιδί μου; Προς το παρόν δεν υπάρχει καμία θεσμική κάλυψη για τη δική μας περίπτωση.
Μέχρι να υπάρξει εναρμόνιση στο θεσμικό πλαίσιο, αισθάνεστε πως ένας ομοφυλόφιλος γονέας πρέπει να ενημερώνει ή να προετοιμάζει διαφορετικά το παιδί του;
Δεν υπάρχουν «κανονικές» και «άλλες» οικογένειες. Υπάρχουν οικογένειες. Και υπάρχουν κηδεμόνες, φροντιστές, γονείς – διαφορετικοί ρόλοι που δεν ταυτίζονται πάντα. Τα ζητήματα που προκύπτουν δεν είναι θέμα της οικογένειας, αλλά των κοινωνικών δομών που δεν έχουν προσαρμοστεί. Ο ρόλος του γονέα δεν είναι να προστατεύσει το παιδί από τον κόσμο, αλλά να το εκπαιδεύσει ώστε να μπορεί να τον κατανοεί και να λειτουργεί μέσα σε αυτόν. Όπως σε μια ξένη χώρα: δεν αλλάζεις τη χώρα, βοηθάς το παιδί να καταλάβει πώς λειτουργεί. Εξ ου επιλέγουμε έκθεση, ομιλίες, εξήγηση μέχρι να βοηθήσουμε την κοινωνία να ωριμάσει βιωματικά γι’ αυτό το οποίο ήδη γνωρίζει.
Θα ήθελα να σταθούμε και στη μητρότητα ως εμπειρία. Τι σημαίνει στην πράξη; Πώς βρίσκει μια μητέρα τον χώρο και τον χρόνο να είναι παρούσα, ειδικά όταν έχει και άλλους ρόλους, όπως αυτόν της εργασίας;
Μιας και πλησιάζει η Γιορτή της Μητέρας, σκέφτομαι ότι ίσως έχει νόημα να εστιάζουμε περισσότερο στη σχέση παρά στον ρόλο. Ότι αυτό που αξίζει να γιορτάζεται είναι η σύνδεση, όχι μια τυπική ιδιότητα. Γιατί συχνά μένουμε στο κομμάτι της φροντίδας -το φαγητό ή την προστασία-, αλλά η φροντίδα δεν είναι μόνο σωματική. Είναι και συναισθηματική, κοινωνική, γνωσιακή. Είναι το να δίνεις στο παιδί δεξιότητες, να το βοηθάς να διαχειρίζεται τη δυσαρέσκεια, την απόρριψη, τις δυσκολίες. Νομίζω πως αυτό που θα ήθελα να μείνει είναι ότι η μητρότητα είναι σχέση, όχι ρόλος. Και οι σχέσεις καλλιεργούνται με το να τις γιορτάζεις κάθε μέρα, ενώ οι ρόλοι έχουν επετείους. Και εκεί τίθεται το ερώτημα: Πώς επιλέγεις να σταθείς ως γονέας, κηδεμόνας ή φροντιστής; Είναι κάτι που σου «φοριέται» ή κάτι που χτίζεις συνειδητά ως σχέση;




