Αν τα Χριστούγεννα φέρνουν μαζί τους και μια επιβεβλημένη αίσθηση χαράς, τότε η Πρωτοχρονιά μας αναγκάζει να αναπολήσουμε και να θέσουμε στόχους για την χρονιά που έρχεται. Κάποιες φορές η ιδέα φαντάζει ευχάριστη, γλυκιά και σχεδόν λυτρωτική. Οι απολογισμοί λειτουργούν σαν ένα είδος αυτοφροντίδας, υποστηρίζουν οι ψυχολόγοι, μιας και μας ωθούν να επανεξετάσουμε τις πράξεις μας. Κάποιες άλλες φορές, όμως, αυτή η επιτακτική ανασκόπηση είναι επίπονη και ευτυχώς ή δυστυχώς είναι πανταχού παρούσα. Μέχρι και οι εφαρμογές που χρησιμοποιούμε καθημερινά μας υπενθυμίζουν όσα συνέβησαν την χρονιά που πέρασαν, όσο κι αν εμείς προσπαθούμε συχνά να τα ξεχάσουμε. Την τελευταία εβδομάδα οι χρήστες του TikTok αποχαιρετούν με πικρία το 2025. «Ούτε recap, ούτε αναμνήσεις μα ούτε και ελπίδες για την χρονιά που έρχεται», γράφουν στα βίντεό τους και οι ακόλουθοί τους φαίνεται να συμφωνούν.
Σύμφωνα με σχετική έρευνα του Forbes Health περίπου το 60% των ανθρώπων αισθάνεται την πίεση να θέσει στόχους για τη νέα χρονιά, είτε αυτό σημαίνει μια συνδρομή στο γυμναστήριο είτε περισσότερα ταξίδια είτε φροντίδα της ψυχικής υγείας. Ωστόσο, το 88% αποτυγχάνει να τους τηρήσει με την απογοήτευση να μεγαλώνει διαρκώς. Μόνο που στην περίπτωση των στόχων, η απογοήτευση δίνει τη θέση της στην πλήρη ματαίωση. Στη βάση της, η ιδέα των resolutions είναι ακίνδυνη. Το πλαίσιο ενός νέου ξεκινήματος φαντάζει από μόνο του ενθαρρυντικό, σαν μια οργανική ευκαιρία για αλλαγή. Παράλληλα, η στοχοθεσία συνδέεται άμεσα με κίνητρα και σκοπούς, το οποίο πρακτικά μεταφράζεται σε μια εσωτερική παρακίνηση για πράξεις που θα οδηγήσουν στην ικανοποίηση.
Από τη στιγμή που κάτι γίνεται τάση, αποκτά αυτόματα και μια κοινωνική διάσταση. Τα New Year’s Resolutions γίνονται θέμα συζήτησης στα εορταστικά τραπέζια και τις παρέες γιατί λειτουργούν και ως ένας συνδετικός κρίκος μεταξύ των ανθρώπων. Οι κοινοί στόχοι μας δίνουν την αίσθηση – έστω και εσφαλμένα – πως μπορούμε να τους διεκδικήσουμε μαζί, ακόμη κι αν τελικά δεν το κάνουμε. Και αυτή ακριβώς η συνθήκη είναι που απευθύνεται στο εγκεφαλικό κέντρο της επιβράβευσης, ανεβάζοντας έτσι τα επίπεδα της ντοπαμίνης στον οργανισμό. Οι νευροεπιστήμονες έχουν αποδείξει μετά από μελέτες πως το να θέτει κανείς στόχους επιδρά θετικά στα συναισθήματά του, ασχέτως του ίδιου του αποτελέσματος. Όταν, όμως, αυτό απέχει πολύ από το επιθυμητό, τι ακολουθεί;
Το σύνδρομο της ψευδούς ελπίδας είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο τα resolutions μας αποτυγχάνουν. Οι ειδικοί το αποδίδουν ως μια ψυχολογική τάση που μας ωθεί να θέτουμε μη ρεαλιστικούς στόχους, οδηγούμενοι από μια απατηλή αυτοπεποίθηση. Αυτόματα ενεργοποιείται έτσι μια σειρά αρνητικών σκέψεων που αμφισβητεί τις ικανότητες και την αξία μας. Αν ο στόχος μας είναι να πηγαίνουμε καθημερινά γυμναστήριο, χωρίς ποτέ πριν να έχουμε δοκιμάσει κάτι αντίστοιχο το πλέον πιθανό είναι πως δεν θα τα καταφέρουμε. Πέρα από το να θέτουμε εφικτούς στόχους που δεν δοκιμάζουν τις αντοχές μας και τα όριά μας, υπάρχει μια ακόμη λύση.
«Κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς αποφασίζω να θέσω ένα θέμα για την χρονιά που έρχεται», γράφει η Daisy Jones στη Βρετανική Vogue. «Το θέμα είναι πιο ευρύ σαν έννοια οπότε είσαι και πιο ελεύθερος ως προς αυτά που θα κάνεις. Θέλω να πω πως αν το θέμα είναι το “ταξίδι” δεν έχει και τόση σημασία το πόσα μέρη επισκέφθηκες ή όχι, γιατί ακόμη και η πιο μικρή εξόρμηση μπορεί να θεωρηθεί ταξίδι. Είναι πιο σημαντικό να ορίζεις την κατεύθυνση που θες να πάρει συνολικά η ζωή σου, γιατί έτσι μειώνεται η απογοήτευση. Φέτος το θέμα θα είναι η “επιτυχία”. Ίσως είναι ένδειξη ότι μεγαλώνω ή ότι ζητάω περισσότερα. Θα δούμε το βράδυ της παραμονής. Όταν το ρολόι σημάνει μεσάνυχτα θα έχω αποφασίσει τι ζητάω από τον εαυτό μου για το 2026 και ίσως του χρόνου να είμαι όντως ένας άλλος άνθρωπος», καταλήγει.
Δεν ξέρω αν θα ακολουθήσω την ιδέα της Jones, αλλά σίγουρα δεν θα κάνω New Year’s Resolutions. Οι προσδοκίες μάς πληγώνουν. Δεν χρειάζεται να πιστεύουμε πως τα πράγματα πρέπει να εκτυλιχθούν με έναν συγκεκριμένο τρόπο, γιατί κάποιες φορές πολύ απλά δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Μπορούμε να ευχόμαστε και να ελπίζουμε, να θέλουμε να μας έρθουν πράγματα, άνθρωποι και καταστάσεις, αλλά να είμαστε και προετοιμασμένοι για το ενδεχόμενο όπου αυτά δεν έρχονται. Στη θέση τους θα έρθει κάτι άλλο και ποιος ξέρεις, ίσως αυτό το κάτι άλλο που δεν έχουμε σκεφτεί και προγραμματίσει να είναι καλύτερο.




