η-andie-macdowell-κάνει-τον-απολογισμό-της-ζωής-της-196828

Με έναν καινούργιο ρόλο στη σειρά Maid του Netflix που την έχει ενθουσιάσει, στο πλευρό μάλιστα της επίσης ηθοποιού κόρης της, η Andie MacDowell κάνει έναν απολογισμό ζωής, με σπάνια για σταρ του μεγέθους της ειλικρίνεια.

Το «Hello!» της Andie MacDowell στο διπλανό παραθυράκι του Zoom μοιάζει με το χαμόγελό της: ειλικρινές και οικείο, φορτισμένο με υψηλή συναισθηματική θερμοκρασία, που λιώνει γρήγορα τον πάγο και σκορπίζει στην ατμόσφαιρα αισιοδοξία. Στην απομονωμένη κατοικία της στο Λος Άντζελες, ένα σπίτι ισπανικού στιλ περιτριγυρισμένο από δέντρα και λουλούδια, είναι περίπου 10 το πρωί. «Συνήθως ξυπνάω πολύ νωρίς, για να κάνω γιόγκα ή πεζοπορία», μου λέει. Αρκεί να την ακολουθήσει κανείς στο Instagram και θα καταλάβει την επιθυμία της να βρίσκεται διαρκώς στη φύση. Στο βιογραφικό της αυτοχαρακτηρίζεται tree hugger, hiker και animal lover, γεγονός που μου επιβεβαιώνει η γκρίζα γάτα που κόβει ράθυμες βόλτες στον καναπέ πίσω της. «Από κοριτσάκι με θυμάμαι να σκαρφαλώνω στα δέντρα ή να τα αγκαλιάζω. Η αγκαλιά των δέντρων είναι περιεκτική, ίσως πιο ειλικρινής από πολλές ανθρώπινες. Έχει αποδειχτεί επιστημονικά ότι μειώνει τα επίπεδα του στρες, μαζί με το περπάτημα. Το τελευταίο διάστημα είμαι δεινή πεζοπόρος. Μου αρέσει να κάνω διαλογισμό στη φύση ενώ περπατάω, με φέρνει σε ισορροπία με τον εαυτό μου. Είχα σχεδόν ξεχάσει πόσο καταπραϋντικό είναι για την ψυχή να κοιτάζουμε το φως που περνά ανάμεσα από τα κλαδιά, να ακούμε το κελάηδισμα των πουλιών ή ενός ποταμού που κυλάει. Όλοι έχουμε πρόσβαση σ’ αυτή τη μαγεία. Και είναι δωρεάν».

Ο Νίτσε έλεγε ότι λατρεύουμε να είμαστε μέσα στη φύση επειδή δεν έχει καμία άποψη για εμάς. Εύλογο είναι, λοιπόν, μια σταρ του δικού της βεληνεκούς, με την υπερκατανάλωση της εικόνας της από τα μίντια να είναι κάποιες φορές «αποκρουστική» – θα μου πει αργότερα–, να απολαμβάνει την ανωνυμία της στα ζωηρά χρώματα ενός λιβαδιού. Κάπως έτσι, άραγε, πήρε την απόφαση να αφήσει τα μαλλιά της στο φυσικό τους γκρι χρώμα; «Ασημί, όχι γκρι!» με διορθώνει με χιούμορ. «Όλα ξεκίνησαν στην καραντίνα. Δεν μπορούσα να πάω στο κομμωτήριο και άρχισε σιγά σιγά να εμφανίζεται το φυσικό μου χρώμα. Οι κόρες μου μου έλεγαν: “Μαμά, δείχνεις φοβερή!”. Και ποια γυναίκα δεν θέλει να δείχνει φοβερή στα 63 της; Η αλήθεια είναι ότι σκεφτόμουν πολλά χρόνια να τα αφήσω, αλλά το περιβάλλον μου ήταν επιφυλακτικό και με αποθάρρυνε. Τώρα καταλαβαίνω πόσο μου ταιριάζουν, δένουν αρμονικά με το χρώμα του δέρματός μου, με τα μάτια μου. Από την άλλη, πιστεύω πως με κάνουν πιο σοφιστικέ. Μου προσδίδουν μια αίσθηση γοητευτικού μυστηρίου, που έχω να πω ότι αρέσει πολύ και στους άνδρες – δέχομαι πολλά θετικά σχόλια από τους φίλους μου! Ξέρουμε καλά ότι ένας άνδρας με γκρίζα μαλλιά απολαμβάνει ασυλία: θεωρείται έξυπνος, γοητευτικός, πετυχημένος. Ομολογώ ότι μου άρεσε η ιδέα να αισθανθώ όπως ένα αρσενικό, να μη θεωρούμαι απλώς “pretty”, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είμαι φεμινίστρια. Εξακολουθώ να είμαι, αλλά χαίρομαι και αυτή την πλευρά μου. Νιώθω περισσότερο αυθεντική και αληθινή τώρα από ό,τι στο παρελθόν. Το βλέπω, βέβαια, και πιο φιλοσοφικά το πράγμα. Μέχρι να γίνουν όλα τα μαλλιά μου σαν “αλατοπίπερο”, όπως συνηθίζω να λέω, θα πάρει χρόνια. Θέλω να πω ότι είναι μια διαδικασία που θα με κάνει να καταλάβω ότι μεγαλώνω, ότι εξελίσσομαι, ότι προχωράω μπροστά και αλλάζω. Οφείλεις να συμβαδίζεις με την εξέλιξη του εαυτού σου, να μην είσαι ούτε ένα βήμα πίσω ούτε ένα βήμα μπροστά από τη θέση που έχεις στο σήμερα», πιστεύει.

©Michael Schwartz
1/3
Native Share

Παλτό από μάλλινη καμπαρντίνα με ενσωματωμένο καπιτονέ γιλέκο, πλεκτό ζιβάγκο από μαλλί μερινός, φούστα από μάλλινη καμπαρντίνα και δερμάτινες μπότες, όλα Chloé.

Από τις αρχές του 1980 που ξεκίνησε την καριέρα της ως μοντέλο, λίγο πριν αποφασίσει να βουτήξει στα βαθιά νερά της υποκριτικής και να καθιερωθεί ως ένα από τα πιο λαμπερά αστέρια του Χόλιγουντ, έχει ενστερνιστεί ή απορρίψει πολλά και διαφορετικά πρότυπα ομορφιάς. «Νιώθω ότι ο κόσμος πλέον είναι πιο ελεύθερος. Η κοινωνία αγκαλιάζει τη διαφορετικότητα στην ομορφιά. Παλιά είχαμε συγκεκριμένες αντιλήψεις γύρω από το τι σημαίνει να είσαι ωραία γυναίκα. Σήμερα υπάρχει μια συμπερίληψη που μου αρέσει, γιατί ανέκαθεν πίστευα ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν τη δική τους γοητεία. Μικρή παρατηρούσα με τις ώρες τις γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας στον δρόμο και θαύμαζα τον αέρα, την αυτοεκτίμησή τους, τις εμπειρίες ζωής που κουβαλούσαν στο πρόσωπό τους. Με στενοχωρεί που βάζουμε στο περιθώριο τους μεγαλύτερους ανθρώπους». Τη ρωτάω αν διακρίνει μια δόση υποκρισίας στις δηλώσεις διάσημων γυναικών στην ηλικία της που βροντοφωνάζουν πόσο ενθουσιασμένες είναι που μεγαλώνουν ή πόσο συμφιλιωμένες με τις ρυτίδες τους. Παίρνει λίγο χρόνο πριν μου απαντήσει. «Θα μιλήσω ειλικρινά. Δεν με τρομάζει που μεγαλώνω. Περισσότερο με τρομάζει ότι ίσως έρθει μια μέρα που μπορεί να μη με απασχολεί ότι μεγαλώνω. Το μόνο που με αγχώνει είναι να παραμένω υγιής, γι’ αυτό φροντίζω να διατηρώ μια καλή φυσική κατάσταση, να κάνω γυμναστική, πεζοπορία, γιόγκα. Δεν μπορείς να αποφύγεις τη φθορά. Όσο πιο γρήγορα το κατανοήσεις αυτό, τόσο πιο ήρεμος θα είσαι».

Στρέφω την κουβέντα σε μια άλλου τύπου φθορά, την καλλιτεχνική, λέγοντάς της πόσο ακομπλεξάριστη βρήκα την πρόσφατη παραδοχή της ότι έχει παίξει σε ορισμένες «πολύ κακές ταινίες», που ούτε η ίδια ήθελε να δει, αναφερόμενη κυρίως στο Town & Country (2001), μία από τις μεγαλύτερες χολιγουντιανές εισπρακτικές αποτυχίες. «Νομίζω ότι σε όλους συμβαίνει αυτό, είναι κάτι που δεν μπορείς να αποφύγεις σε μια πορεία ετών», παραδέχεται. «Εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι τρομερά δύσκολο να βρεις μια καλή ταινία», λέει η γυναίκα που έχει γράψει ιστορία μέσα από κλασικά φιλμ, όπως το Sex, Lies, and Videotape (1989), το Groundhog Day (1993), το Short Cuts (1993) και, φυσικά, το αλησμόνητο Four Weddings and a Funeral (1994). «Για μένα όλα ξεκινούν από το σενάριο», συνεχίζει. «Όταν είναι καλό, όλα θα κυλήσουν ομαλά. Είναι, όμως, κάτι σχεδόν δυσεύρετο. Συνήθως έβρισκα δικαιολογίες. Έλεγα, ΟΚ, μπορεί να έχω ένα σενάριο με ατέλειες, όμως μου αρέσει αυτός ο ηθοποιός για να παίξουμε μαζί ή ο τάδε σκηνοθέτης. Έπειτα, μια γυναίκα ηθοποιός μετά τα 40 δεν έχει και πολλές επιλογές. Θέλει απλώς να μπορεί να δουλεύει. Ξέρεις ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτονται οι άνθρωποι του Χόλιγουντ όταν συζητούν για μια νέα ταινία; Πώς θα φτιάξουν τον τέλειο ανδρικό χαρακτήρα. Οι γυναικείοι ρόλοι έρχονται δεύτεροι. Ακόμα κι αν είναι πρωταγωνιστικοί, υποστηρίζουν συνήθως τη γοητεία ενός άνδρα ηθοποιού. Είμαι σε μια φάση ζωής που δεν θέλω να παίζω άλλο τέτοιους ρόλους. Επιθυμώ χαρακτήρες που θα συμβαδίζουν με την ηλικία μου. Ολοκληρωμένους, ενδιαφέροντες ανθρώπους, που δεν θα απαιτούν ούτε την τέλεια ομορφιά ούτε τα τέλεια μαλλιά. Απλούς, κανονικούς, γήινους χαρακτήρες, σαν αυτούς που βλέπουμε στον δρόμο, και ρεαλιστικές ταινίες». «Σαν το Maid;» ρωτάω. «Ακριβώς!» αναφωνεί με ενθουσιασμό. Δεν είναι χαρούμενη μόνο για τον «συναρπαστικό» χαρακτήρα της εκκεντρικής Paula στην ολοκαίνουργια σειρά του Netflix, που βασίζεται στο ομώνυμο μπεστ σέλερ της Stephanie Land, αλλά και γιατί είχε την ευκαιρία να παίξει για πρώτη φορά μαζί με την κόρη της, Margaret Qualley. Η ταλαντούχα 26χρονη, που γνωρίσαμε από το Once Upon a Time In Hollywood και το The Leftovers, σκέφτηκε ότι θα είχε ενδιαφέρον να δει την πραγματική της μητέρα στον ρόλο της κινηματογραφικής της, με το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα να δικαιώνει αμφότερες. «Ήταν συγκινητικό να παίζω μαζί της. Κατ’ αρχάς, θα την ευγνωμονώ για πάντα που μου πρότεινε έναν ρόλο ζωής, θα τολμούσα να πω. Από την άλλη, νιώθω ότι βρήκαμε ακόμα έναν τρόπο επικοινωνίας μέσα στους χιλιάδες που έχουμε αναπτύξει έτσι κι αλλιώς ως μάνα και κόρη. Είχε πλάκα, γιατί ένιωθα λες και έκανα δύο φορές τη μαμά της. Όταν τέλειωνε το γύρισμα, της ετοίμαζα θρεπτικές σούπες λαχανικών για να μπορεί να αναπληρώνει τις δυνάμεις της. Ήμασταν στο Βανκούβερ, έκανε κρύο, είχαμε πολλές εξωτερικές σκηνές, είχε το βάρος ενός πρωταγωνιστικού ρόλου, επομένως έπρεπε να την ενθαρρύνω με κάθε τρόπο».

©Michael Schwartz
2/3
Native Share

Παλτό από πολυέστερ με γιακά από συνθετική γούνα, Stella Jean.

Συνεχίζει να μιλάει με ζέση για την κόρη της, σαν τους ατελείωτους μονολόγους των χαζομαμάδων, αφήνοντάς με να καταπατήσω –έστω για λίγο– τα δυσδιάκριτα σύνορα της ιδιωτικότητας που κάθε δημόσιο πρόσωπο φυλάσσει σαν κόρη οφθαλμού και να καταλάβω ότι η μητρότητα ήταν το καύσιμο που της επέτρεψε να πετύχει το ακατόρθωτο. «Το να είμαι μητέρα ήταν το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μου», λέει, βάζοντας ασυναίσθητα το δεξί της χέρι στο σημείο της καρδιάς. «Το να μεγαλώσω σωστά τα παιδιά μου ήταν προτεραιότητα, το στοίχημά μου. Πήρα συνειδητά την απόφαση να μην επενδύσω πολλά στην καριέρα μου, τη στιγμή που εκτοξευόταν, για να αφοσιωθώ στην οικογένειά μου. Όταν κάνεις παιδιά, πρέπει να είσαι σίγουρος ότι θα μονοπωλήσουν τη ζωή σου. Αν δεν είσαι, καλύτερα να μην τα κάνεις. Θέλω να πιστεύω ότι βρήκα μια υγιή ισορροπία μεταξύ καριέρας και οικογένειας. Τώρα δεν έχω τη δυνατότητα να είμαι και πολύ μαμά και αυτό με “σκοτεινιάζει” κάπως. Θέλω να πω, τα παιδιά μου έχουν πια μεγαλώσει, έχουν τις δικές τους ζωές, δεν τα βλέπω όσο συχνά θα ήθελα. Γι’ αυτό χάρηκα πολύ που συναντηθήκαμε με τη Margaret στη σειρά. Νιώθω ότι περισσότερο απ’ όλα απήλαυσα την ευκαιρία να νιώσω ξανά μαμά». Ο πρώτος λόγος για να δει κανείς το Maid είναι για να θαυμάσει το απαύγασμα της υποκριτικής σοφίας της Andie. Ο δεύτερος για να έρθει αντιμέτωπος με μια αναπόφευκτη αλήθεια ζωής: αυτήν που θέλει το παιδί να αναλαμβάνει κάποια στιγμή χρέη γονέα, όταν ο τελευταίος μοιάζει άβουλος και απροστάτευτος, όπως ακριβώς ένα μικρό παιδί. Η συνθήκη μοιάζει σχεδόν αυτοβιογραφική για τη MacDowell, η οποία μεγάλωσε στο πλάι μιας μητέρας εθισμένης στο αλκοόλ. Διόλου τυχαία, το όνομα της ηρωίδας της είναι ίδιο με της μητέρας της. Θυμάται πως όταν ήταν 10 ετών, σηκωνόταν κάθε βράδυ από το κρεβάτι για να σβήνει τα τσιγάρα της μαμάς της, που γλιστρούσαν από τα χέρια της αναμμένα στο πάτωμα, καθώς ήταν μεθυσμένη. «Όταν η μητέρα σου είναι αλκοολική, νιώθεις ότι πρέπει να τη βοηθήσεις, ακόμα κι αν είσαι παιδί», μου λέει. «Είναι ακόμα κάπως μπερδεμένη στο μυαλό μου η σχέση μας. Ένιωθα ότι με αγαπούσε πολύ. Ήταν όμορφη, έξυπνη και μορφωμένη. Θα σου πω κάτι που μάλλον δεν το έχω πει ποτέ: Νιώθω ότι αυτό από το οποίο πραγματικά έπασχε, που την έκανε να παλεύει με έναν παρατεταμένο πόνο και τελικά διαμόρφωσε κι εμένα ως προσωπικότητα, ήταν ότι ως ένας ευφυής άνθρωπος μισούσε το ότι της είχαν επιβάλει να νιώθει “λίγη” ως γυναίκα. Στα χρόνια που μεγάλωνε, οι γυναίκες ήταν εντελώς υποβαθμισμένες. Ήταν λες και η κοινωνία τούς επέβαλλε να νιώθουν “χαλασμένες”. Όταν, δυστυχώς, έχεις μια ικανότητα αντίληψης παραπάνω από τον μέσο όρο και αντιλαμβάνεσαι ότι η θέση σου στη ζωή είναι τόσο περιορισμένη, δεν μπορείς να νικήσεις τις ψυχολογικές διακυμάνσεις που σε καταστρέφουν. Νομίζω ότι θα ήταν ευτυχισμένη αν ζούσε σήμερα, που οι καιροί έχουν αλλάξει και οι γυναίκες έχουν τη δική τους φωνή. Θα ήταν πιο ελεύθερη, πιο ήρεμη».

©Michael Schwartz
3/3
Native Share

Πλεκτό μάλλινο πουλόβερ, Ulla Johnson. Τζιν παντελόνι, Eve Denim. Δερμάτινες μπότες, Isabel Marant.

Όσο μιλάει για τη μητέρα της, παρατηρώ κάτι που δεν ήξερα ότι υπάρχει. Μοιάζει σαν να κλαίει, χωρίς να τρέχουν δάκρυα. Ένας πόνος αποκατεστημένος, που δεν αφήνεται στην απότομη σύσπαση του στήθους και του λάρυγγα, αλλά επιβάλλει την παρουσία του μέσα από την ξαφνική μεταβολή του βλέμματος. Προσπαθώ να ελαφρύνω το κλίμα και της λέω ότι η εμπειρία της καραντίνας έμοιαζε λίγο με τη Μέρα της Μαρμότας που έπαιξε το 1993 με τον Bill Murray, βραβευμένη με BAFTA πρωτότυπου σεναρίου. «Είμαι αρκετά φοβισμένη με όλη αυτή την κατάσταση, αλλά νιώθω ότι βγήκε και κάτι καλό. Ο κόσμος απέκτησε ξαφνικά ενσυναίσθηση. Το μόνο που μου έχει λείψει είναι τα ταξίδια. Να μπορώ να πηγαίνω ελεύθερα σε όποιο μέρος του πλανήτη επιθυμώ και να γεύομαι τη χαρά της ανακάλυψης μιας διαφορετικής πραγματικότητας». Η ατζέντισσά της, που συμμετέχει στο Zoom, με ενημερώνει ότι ο χρόνος έχει σχεδόν καταπατηθεί, δίνοντάς μου όμως την ευκαιρία για μια τελευταία ερώτηση. «Andie, όταν ζεις μια φαινομενικά χορτασμένη ζωή, εξακολουθεί κάτι να σου λείπει;» ρωτάω αυθόρμητα. «Να σου πω την αλήθεια, τώρα νιώθω ότι είμαι στην πιο σωστή στιγμή της ζωής μου για να κάνω πράξη όλα τα όνειρα που έπλαθα, αλλά φοβόμουν να τα ζήσω. Μοιάζει λες και έχουν εκπληρωθεί όλες οι προϋποθέσεις που έθετα στον εαυτό μου για να ευτυχήσω. Δουλεύω ακόμα σκληρά πάνω στις φιλίες. Τις θεωρώ ζωτικής σημασίας. Αγαπώ τα παιδιά μου με έναν πιο βαθύ τρόπο και θέλω πολύ να αποκτήσω εγγόνια. Θα είμαι υπέροχη γιαγιά! Έχω ακόμα κάποια όνειρα για ρόλους που θέλω να ερμηνεύσω. Αγαπώ τη ζωή. Νομίζω ότι κι αυτή με αγαπάει».

*Το Maid παίζεται ήδη στο Netflix.

Photographer:Michael Schwartz

Stylist: Anna Katsanis

Makeup: Stephen Sollitto using Pat McGrath Labs at TMG-LA.com.

Hair: Marcus Francis at A-Frame Agency.

Set Design: Din Morris.

Digital Technician: Maxwell Tiggas.

Production: Suze Lee.

Photo assistants: Paul Rae, Danya Morrison.

Stylist’s assistant: Paulina Castro Ogando.

Production assistant: Jesus Meza.

Location: Malibu Canyon Ranch.

Διαβάστε επίσης | Ποιος θα είναι ο επόμενος James Bond;