Getty Images
Getty Images
Getty Images

Η Camille Cottin στη Vogue Greece

Αντιπροσωπεύοντας το νέο γυναικείο πρότυπο του γαλλικού κινηματογράφου, η Camille Cottin ξεκίνησε δυναμικά μια πολλά υποσχόμενη διεθνή καριέρα στο πλευρό του Matt Damon. Και έπεται συνέχεια!

Στα αρχικά δευτερόλεπτα της πρώτης πρωταγωνιστικής της εμφάνισης στον αμερικανικό κινηματογράφο, η Camille Cottin γελάει με εκείνο το αβίαστο, je ne sais quoi στυλ που τη χαρακτηρίζει. Η σκηνή εκτυλίσσεται στα μπαλκόνια ενός ξενοδοχείου στην πολύβουη Μασσαλία, όταν το βλέμμα της ηρωίδας που υποδύεται, της Virginie, διασταυρώνεται για πρώτη φορά με εκείνο του Bill (Matt Damon). Οι κόσμοι τους διαφορετικοί. Ηθοποιός εκείνη, μεγαλώνει μόνη τη μικρή της κόρη. Ένας συντηρητικός άνδρας από την Οκλαχόμα των ΗΠΑ εκείνος, βρίσκεται στη γαλλική πόλη για να επισκεφθεί την κόρη του Allison (Abigail Breslin), μια φοιτήτρια η οποία εκτίει ποινή φυλάκισης, έχοντας καταδικαστεί για τον φόνο της συντρόφου της.
«Είναι απίστευτο πως ο Matt εξαφανιζόταν πίσω από τον χαρακτήρα μόλις ξεκινούσε το γύρισμα», μου λέει η Cottin ένα καλοκαιρινό βράδυ από το Λονδίνο. «Με βοήθησε πολύ αυτό, γιατί ξεχνούσα τελείως ότι ήταν ο Matt Damon. Αγάπησα, δε, πολύ τον χαρακτήρα της Virginie. Όχι μόνο καθοδηγεί τον Bill και μεταφράζει στα γαλλικά ό,τι λέει, αλλά βάζει και λέξεις στα συναισθήματά του. Τον βοηθά να ανοιχτεί. Και το κάνει πολύ φυσικά, όπως ακριβώς μεγαλώνει την κόρη της, ηρωικά αλλά διακριτικά. Είναι ένας φωτεινός μεσογειακός χαρακτήρας που με αγγίζει».

Χαλαρά βασισμένο στην πραγματική ιστορία της Αμερικανίδας φοιτήτριας Amanda Knox, το Stillwater του Tom McCarthy είναι ένα κοινωνικό δράμα που αγγίζει το θρίλερ, σε σενάριο των McCarthy, Marcus Hinchey, Thomas Bidegain και Noé Debré. Το έργο έκανε πρεμιέρα εκτός συναγωνισμού στο Φεστιβάλ των Καννών τον Ιούλιο, εκεί που ο συμπρωταγωνιστής της Cottin επιφύλλασσε τα δικά του εγκωμιαστικά σχόλια για τη συνεργασία τους. «Είναι εκπληκτική. Μια ηθοποιός που κάνει τη δουλειά και των δύο. Απλώς την κοιτάς και σε παρασέρνει», είπε ο Damon σε συνέντευξη του στο δίκτυο CBS από την Côte d’Azur.


©Getty Images

Η διεθνής κινηματογραφική πορεία της 42χρονης Γαλλίδας έχει ξεκινήσει δυναμικά. Πώς αισθάνεται γα το νέο επαγγελματικό της κεφάλαιο; «Είναι δύσκολο να το αναλύσω αυτήν τη στιγμή που το βιώνω, αλλά θα έλεγα ότι είμαι συγκινημένη βλέποντας πράγματα που μπορεί να μην άφηνα το εαυτό μου να φανταστεί ότι θα μπορούσαν να συμβούν. Αυτό το επάγγελμα είναι πολύ εμπειρικό. Και γι’ αυτό μπορεί να γίνει συναισθηματικά κουραστικό. Δεν είναι γραμμικό. Μπορεί να κάνεις μια τεράστια επιτυχία και να ακολουθήσει η απόλυτη έρημος», συμπληρώνει.
Από την ατρόμητη ομοφυλόφιλη μάνατζερ των σταρ Andréa Martel στο Call My Agent -σειρά που ξεκίνησε από τη γαλλική κρατική τηλεόραση πριν εκτοξευθεί διεθνώς μέσω του Netflix- μέχρι την Christine, μια πολύτεκνη μητέρα η οποία βρίσκει παρηγοριά και σκοπό σε μια χριστιανική αίρεση στο Les Eblouis της Sarah Suco, τη δουλειά της ηθοποιού χαρακτηρίζει  φυσικότητα και απουσία επιτήδευσης. Την ίδια στιγμή, στο εκφραστικό πρόσωπο της Cottin καθρεφτίζεται σήμερα το νέο, ευρύτερο γυναικείο πρόσωπο του γαλλικού κινηματογράφου, μέσα από μια ευελιξία ρόλων που περνούν από τη σάτιρα για να φτάσουν στην κωμωδία και το δράμα. «Είναι κάτι που αναζητώ», μου λέει η Cottin, καθώς μοιράζομαι μαζί της τις σκέψεις μου. «Είμαστε πολλοί που κάνουμε αυτήν τη δουλειά για να αλλάζουμε δέρμα και χαρακτήρα και είμαστε δυστυχείς όταν μας περιορίζουν σε έναν τύπο ρόλου, σε ένα είδος υποκριτικής. Θέατρο, κινηματογράφος, τηλεόραση, ανεξάρτητο σινεμά. Είμαι ευτυχής που μπορώ να εξερευνώ και να ταξιδεύω. Να μην μένω πολύ καιρό στο ίδιο περιβάλλον. Πιστεύω ότι σήμερα έχει πραγματικά ενδιαφέρον να είσαι γυναίκα ηθοποιός. Να δημιουργείς και να χτίζεις γυναικείους ρόλους με λεπτομέρειες και διαφορετικά επίπεδα, όπως της Andréa. Δεν είχα συνειδητοποιήσει όταν ξεκινήσαμε πόσο ελεύθερος χαρακτήρας είναι. Είχε σοβαρό αντίκτυπο στη LOATKI κοινότητα, ήταν ένας ρόλος με κοινωνική και πολιτική χροιά. Πιστεύω ότι σήμερα υπάρχουν μεγάλες απαιτήσεις από τους γυναικείους ρόλους και αντίστοιχα από τις γυναίκες σεναριογράφους, παραγωγούς και σκηνοθέτες. Σκέφτομαι γυναίκες όπως η Phoebe Waller-Bridge στη Βρετανία και η Reese Witherspoon και η Nicole Kidman στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχουμε ακόμα δρόμο, αλλά είναι ωραία να βρίσκεσαι στον χώρο μας σήμερα», τονίζει και συνεχίζει: «Όπως λέει και η Frances McDormand, “οι ωραιότεροι ρόλοι μου δόθηκαν στα 60”. Έχει σημασία αυτό. Είδαμε πολλές γυναίκες με λευκά μαλλιά στις Κάννες τον Ιούλιο. Υπάρχει ένας γενικότερος ενθουσιασμός, ώστε να πετάξουμε από πάνω μας την αρχαϊκή ιδέα που μας πνίγει και οι γυναίκες ηθοποιοί έχουν μέρος αυτής της ευθύνης».
Στοιχεία όπως η απελευθέρωση της γυναικείας εικόνας, η ελευθερία του αυτοσαρκασμού και η αποφυγή της τελειότητας κυριαρχούν στην καριέρα της Cottin. Ήταν, άλλωστε, η πρωταγωνίστρια της γαλλικής βερσιόν της μίνι σειράς Fleabag της Phoebe Waller-Bridge (Mouche). Παράλληλα, η ηθοποιός διατηρεί ατόφιο τον γαλλικό της αέρα, εκείνο το σέξι-χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια στοιχείο. «Όταν ήμουν μικρή, προσπαθούσαν να δείχνω λίγο μοιραία, κάπως μυστηριώδης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι κανείς δεν ερχόταν να μου μιλήσει στα πάρτι! Θεωρούσαν ότι ήμουν βαρετή και αντιπαθής. Είχα φίλες που χαμογελούσαν, έλαμπαν, ήταν συμπαθείς και τα αγόρια πήγαιναν να τους μιλήσουν», θυμάται. «Δίνω μεγάλη αξία στη φιλία, είναι θεμέλιο ακόμα και για τις ερωτικές σχέσεις. Για μένα, η έννοια του seduction, της αποπλάνησης, δεν έχει καμία σχέση με όλο αυτό το παιχνίδι της κυριαρχίας, της επίδειξης δύναμης και της ιεραρχίας».


©Netfilix

Παρίσι-Λονδίνο

Η  Cottin γεννήθηκε στο Παρίσι την 1η Δεκεμβρίου του 1978. Η μητέρα της, γυναίκα με ισχυρή προσωπικότητα, είχε μεγαλώσει στην Αλγερία, ενώ ο πατέρας της είναι καλλιτέχνης. Στα χρόνια της εφηβείας η Camille ακολούθησε τη μητέρα και τον οικονομικό αναλυτή πατριό της στο Λονδίνο. Η ζωή στη βρετανική πρωτεύουσα της εξασφάλισε, μεταξύ άλλων, το ατού της γνώσης της αγγλικής γλώσσας, που σήμερα γίνεται σύμμαχος της σε μια διεθνή καριέρα. «Τότε αισθανόμουν σαν το ψάρι έξω από το νερό, είχα χάσει τον προσανατολισμό μου. Όμως η συνθήκη με βοήθησε, εκτός από τη γλώσσα, να καλλιεργήσω την επιθυμία να πάω παραπέρα, να γνωρίσω άλλες κουλτούρες, τρόπους δουλειάς και σκέψης γύρω από την ύπαρξή μας. Η επιθυμία για ταξίδια γεννήθηκε από αυτό».

Επιστρέφοντας στη Γαλλία, έγινε καθηγήτρια αγγλικών, ενώ συγχρόνως ξεκίνησε θεατρικές σπουδές, πριν κάνει τα πρώτα της βήματα στη σκηνή. Το 2013 ανέλαβε να γίνει η Connasse -αγγλιστί «Bitch»- του συνδρομητικού Canal+, μια σειρά γυρισμένη με κρυφή κάμερα όπου η Cottin προβάλλει έναν υπέρ-αντιπαθητικό, καθόλου πολιτικά ορθό εγωκεντρικότατο χαρακτήρα. Η τηλεοπτική επιτυχία οδήγησε στη μεταφορά της σατιρικής σειράς στη μεγάλη οθόνη, με την Connasse να ταξιδεύει στο Λονδίνο, με σκοπό να γνωρίσει και να συνάψει βασιλικό δεσμό με τον πρίγκιπα Harry. Πολύ πριν την εγκατάσταση της Meghan Markle στην καρδιά του μικρότερου γιου της πριγκίπισσας Diana, η Cottin -ή αλλιώς The Parisian Bitch-, Princess of Hearts, σκαρφαλώσε στις πύλες του Kensington Palace, λίγο πριν η βρετανική αστυνομία την οδηγήσει στο πλησιέστερο τμήμα, όπου σύμφωνα με πληροφορίες πέρασε τα επόμενα δύο βράδια.
Η γυναίκα με την οποία συνομιλώ στο βραδινό Zoom δεν μοιάζει να έχει κάποια σχέση με την Connasse. Με τα μαλλιά μαζεμένα χαλαρά σε αλογοουρά, μιλάει προσεχτικά και δείχνει χαμηλών τόνων. Σε μια εποχή που όλοι έχουμε τη δυνατότητα να κοντρολαρουμε το επίπεδο της ψηφιακής μας «οικειότητας» με τον υπόλοιπο κόσμο, η Cottin έχει επιλέξει –για την ώρα τουλάχιστον– να μη διαθέτει προσωπικό λογαριασμό σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως το Instagram. «Στην αρχή όλο αυτό ξεκίνησε λίγο αστεία. Όταν έδινα μια συνέντευξη, για παράδειγμα, δεν ήθελα να πρέπει να ποστάρω κάτι. Σκεφτόμουν ότι αν δεν είχα λογαριασμό, δεν θα μπορούσαν να μου ζητήσουν κάτι τέτοιο. Δεν επιθυμούσα την αυτοπροβολή, είχε να κάνει με μια αίσθηση σεμνότητας. Σίγουρα όμως θα μου άρεσε το Insta μεταξύ φίλων. Από την άλλη, είναι ένα μέσο που σου δίνει τη δυνατότητα να περάσεις  μηνύματα». Όπως και να ’χει, κρατάει την προσωπική της ζωή –τον αρχιτέκτονα σύντροφό της και τις δύο κόρες τους– όσο γίνεται μακριά από τη δημοσιότητα. «Δεν έχω πολύ έλεγχο γύρω από την εικόνα μου. Δεν είναι κάτι μέσα στο οποίο αισθάνομαι άνετα, οπότε είμαι πάντα χαρούμενη σε ένα στούντιο, σε ένα γύρισμα. Ακόμα και στις συνεντεύξεις πολλές φορές σκέφτομαι ότι δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να μιλήσει για κάτι, αλλά είναι μέρος της δουλειάς μου. Πρέπει να υποστηρίζεις τις ταινίες», συμπληρώνει. Πολύ περισσότερο σήμερα, που η βιομηχανία του κινηματογράφου αντιμετωπίζει τις τεράστιες επιπτώσεις της πανδημίας, έχοντας ήδη έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τις συνδρομητικές πλατφόρμες όπως το Netflix. «Βεβαίως και αγαπώ πολύ τον κινηματογράφο, όμως προέρχομαι και από την τηλεόραση, ενώ από την πλευρά των ηθοποιών και των σεναριογράφων η ανάπτυξη του Netflix, για παράδειγμα, είναι κάτι πολύ θετικό. Παλαιότερα, οι θέσεις ήταν λιγότερες και ο κύκλος κλειστός. Σήμερα υπάρχει ένα άνοιγμα, μια αύξηση της ζήτησης. Από την άλλη, ο κινηματογράφος δεν βασιλεύει πλέον μόνος, υπάρχουν οικονομικά ρίσκα και κινητοποίηση για την υπεράσπισή του, όπως επίσης για το cinema dauteur, το σινεμά των ανεξάρτητων δημιουργών. Γνωρίζω ότι στη Γαλλία γίνονται συμφωνίες ώστε οι πλατφόρμες να στηρίξουν τον κινηματογράφο. Είναι σημαντικό αυτό».


©Netiflix

Αν και ο κορωνοϊός την εμπόδισε να ταξιδέψει στην Αθήνα τον Απρίλιο ως επίσημη καλεσμένη του 21ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, εκείνη έλαβε μέρος σε μια διαδικτυακή κουβέντα, συνομιλώντας με το ελληνικό κοινό για την ταινία Les Eblouis. Λίγους μήνες αργότερα, στις Κάννες, έκανε διπλή εμφάνιση: στην πρεμιέρα του Stillwater και στην παρουσίαση του Mon Légionnaire της Rachel Lang, ένα κοινωνικό δράμα γύρω από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στις σχέσεις τους οι στρατιωτικοί καριέρας, με συμπρωταγωνιστή τον Louis Garrel. «Πήγαμε στο Φεστιβάλ για να γιορτάσουμε το άνοιγμα του κινηματογράφου – δεν ξέρω για πόσο καιρό. Να γιορτάσουμε το σινεμά και να δούμε ταινίες που περιμέναμε τόσο καιρό», παρατηρεί. «Όλοι είχαμε την αίσθηση ότι ετοιμαζόμασταν να γίνουμε όμορφοι, να βάλουμε λίγη μαγεία στη ζωή μας μετά από δύο χρόνια μέσα στις πιτζάμες μας. Είχαμε την αίσθηση ότι υπήρχε απόλαυση σε όλο αυτό».

Μέρος της δικής της απόλαυσης στο ιστορικό φεστιβάλ ήταν και η Dior γκαρνταρόμπα που τη συντρόφευσε στις διάφορες εκδηλώσεις. Ανάμεσά τους και ένα μαύρο Dior φόρεμα για το κόκκινο χαλί του Stillwater. «Tο σχεδίασε η Maria Grazia Chiuri και ομολογώ ότι αφέθηκα λίγο στους άλλους και είναι εντυπωσιακό πώς το σώμα μου προσαρμόστηκε αμέσως μέσα σε αυτό», λέει για το λουκ της, το οποίο ολοκλήρωσε με σκουλαρίκια Boucheron από τη συλλογή Holographique. «Αγαπώ τη δουλειά της Maria Grazia, όπως και τον οίκο Dior, είναι μια φιλία που αναπτύσσεται και όλο βοηθάει να είσαι λιγότερο μόνος σε ένα τέτοιο γεγονός. Από την άλλη, όπως λέει και ένας φίλος που με βοήθησε πολύ στις Κάννες, το 99% των ανθρώπων εκεί έξω δεν ενδιαφέρονται καθόλου για το τι θα φορέσεις».


Η μόδα και η ιστορία της όμως την ακολουθούν και στην επόμενη διεθνή εμφάνισή της, στο πολυαναμενόμενο biopic House of Gucci του Ridley Scott που θα βγει στις αμερικάνικες αίθουσες τον Νοέμβριο, όπου η Cottin υποδύεται την Paola Franchi, σύντροφο του Maurizio Gucci (Adam Driver), ο οποίος δολοφονείται από επαγγελματία δολοφόνο πληρωμένο από την πρώην σύζυγο του, Patrizia Reggiani (Lady Gaga). Στο all-star καστ φιγουράρουν επίσης ο Al Pacino, o Jeremy Irons, –αγνώριστος- Jared Leto και η Salma Hayek – η ηθοποιός είναι σύζυγος του Francois-Henri Pinault, διευθύνοντα συμβούλου του ομίλου Kering, σημερινού ιδιοκτήτη του οίκου Gucci. «Οι συμπρωταγωνιστές μου έχουν δώσει τον καλύτερό τους εαυτό. Έχουν έναν τρόπο οι Αγγλοσάξωνες να γλιστρούν στο δέρμα του χαρακτήρα, κατί πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς», λέει. «Όσο για τον Ridley Scott, είναι ξεχωριστός. Θέλει ο ηθοποιός να νιώθει ελεύθερος. Παρατηρεί και την παραμικρή λεπτομέρεια, είναι όλα μελετημένα στο μυαλό του, συζητάμε για τις θέσεις μας και μετά θέλει να δει τον ηθοποιό να ανθίζει. Την απόλαυσα αυτήν τη δουλειά».

Για την ώρα, σειρά έχουν οι διακοπές. Η Cottin γνωρίζει και αγαπάει την Ελλάδα, έχει περάσει κάποια καλοκαίρια στην Σκόπελο, ενώ στα σχέδια της περιλαμβάνεται μια απόδραση στη Φολέγανδρο. Παρατηρώ ότι, ποιος ξέρει, μπορεί κάποια στιγμή να βρεθεί και στην Ελλάδα για κάποιο γύρισμα, καθώς η χώρα αρχίζει να αναπτύσσει πιο φιλικό πρόσωπο στις διεθνείς παραγωγές.

Η Andréa Martel θα είχε σίγουρα πολύ δουλειά αν σήμερα έπρεπε να μανατζάρει την ανοδική πορεία της Cottin και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. «Η Andréa πάντα κάνει κάτι παραπάνω», λέει και γελάμε. «Μιλώντας, όμως, με τον Laurent Gregoire, τον μάνατζέρ μου στην Adequat (σ.σ. ένας από τους επαγγελματίες που αποτέλεσαν έμπνευση για το Call My Agent), μου εξηγούσε ότι σε αυτό το επάγγελμα χαίρεσαι για πέντε λεπτά πριν περάσεις στο επόμενο πρόβλημα. Είναι τρελό να σκεφτείς πόσο τεράστιο χώρο καταλαμβάνουν η καριέρα μας, το άγχος μας, οι επιλογές μας, όταν σκέφτεσαι ότι ένας μάνατζερ ασχολείται με δεκάδες τέτοιες διαδρομές κάθε μέρα». Τη ρωτάω αν η Andréa και η ομάδα της θα επιστρέψουν για μια 5η σεζόν ή αν συζητιέται η μεταφορά της σειράς στη μεγάλη οθόνη, όπως έχει ακουστεί. Αλλά η Camille κρατάει τα χαρτιά της κλειστά, με την ήρεμη αυτοπεποίθηση που τη χαρακτηρίζει. Το νιώθει και η ίδια αυτό; «Πραγματικά, καθόλου», λέει γελώντας, λίγο πριν κλείσουν οι οθόνες. «Πολλές φορές χάνω την αυτοπεποίθησή μου τελείως και νομίζω ότι είναι κάτι που αφορά μόνο εμένα, όμως μπορεί να φέρει ανισορροπία στους γύρω μου. Υπάρχει μια μικρή φωνή μέσα μου που μπορεί να μου ψιθυρίσει ότι δεν είμαι αρκετά καλή, αλλά είναι μια φωνή που μπορεί να με ισορροπήσει, όλοι την έχουμε. Όμως, πρέπει κάποιες φορές να έχουμε αυτοπεποίθηση και αυτό είναι κάτι που εμείς πρέπει να το αποφασίσουμε». Η Virginie, η Andréa και όλες οι άλλες ηρωίδες της θα συμφωνούσαν.

 

Διαβάστε επίσης | Just Married: Η Vogue στο γάμο της Lena Dunham στο Λονδίνο

Scroll to Top