Πάντα μου άρεσε η λέξη «απιστία», ίσως γιατί μου δίνει εκείνη τη χαζή ψευδαίσθηση πως μια σχέση οφείλει να βασίζεται στην πίστη· στην πίστη πως ο άνθρωπος που έχεις επιλέξει είναι ο ιδανικός για σένα· στην πίστη πως τίποτα δεν είναι πιο ισχυρό από εσάς· στην πίστη πως θα τον αγαπάς και θα σε αγαπάει για πάντα. Όμως, ποτέ δεν κατάφερα να ορίσω πλήρως το νόημά της. Δηλαδή, πώς μπορεί κάποιος να χάσει την πίστη του; Ποιος φταίει όταν αυτό συμβαίνει και πώς μπορεί κανείς να το προλάβει; Τα ερωτήματα γύρω από την απιστία ήταν ανέκαθεν πολλά. Έστω κι αν οι περισσότεροι συμφωνούμε πως αποτελεί μια μορφή παραβίασης της συναισθηματικής ή σεξουαλικής αποκλειστικότητας μεταξύ δύο ανθρώπων και γι’ αυτό λόγο χωρισμού, δεν έχουμε καταφέρει ποτέ μέχρι στιγμής να καταλήξουμε στα είδη και τις μορφές της. Πόσω μάλλον σήμερα, που οι όροι των σχέσεων επαναπροσδιορίζονται και η αποκλειστικότητα δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση.
Ορίζοντας την μικρο-απιστία
Ας πάρουμε, λοιπόν, ένα μερικά παραδείγματα. Ένα βράδυ καθώς σκρολάρετε στο Instagram σας παρατηρείτε ένα like του συντρόφου σας σε μία μέχρι πρότινος άγνωστη σε εσάς κοπέλα. Μερικές μέρες αργότερα βλέπετε και ένα σχόλιο κάτω από ανάρτησή της. Ένα άλλο βράδυ λαμβάνετε μια αντίδραση σε story από τον πρώην σας, ενώ κάπως παράλληλα συνειδητοποιείτε πως οι ακόλουθοι του παρτενέρ σας έχουν αυξηθεί. Κι αυτά είναι όσα συμβαίνουν δημόσια. Δεν ξέρετε τα DMs του – εκτός κι αν έχετε ψάξει το κινητό του, κάτι που δεν θα προτείναμε – ούτε και όλες του τις επαφές. Αν τώρα επιστρέψουμε στα πρώτα στάδια του dating, πώς ζητάς σε έναν άνθρωπο που έχετε βγει μόλις τρεις φορές να διαγράψει τα dating apps όταν δεν έχετε συζητήσει καν για αποκλειστικότητα;
Κάθε ένα από τα παραπάνω σενάρια έχει διττή σημασία. Από τη μία πλευρά μας υπενθυμίζει πως το φλερτ είναι αναγκαίο και ζωτικό και από την άλλη μας καλή να σκεφτούμε ξανά τους ορισμούς της απιστίας – γιατί θα ήταν μάλλον κάπως υπερβολικό να χωρίσετε για ένα like. Εντούτοις, όποια απάντηση κι αν δώσετε, η συζήτηση αναγκαστικά μας ωθεί να μιλήσουμε για τα ζητήματα ψηφιακής ηθικής. Στην εποχή των social media, των dating apps και όλων των άλλων πλατφορμών διασύνδεσης που διαθέτουμε, πώς μπορούμε να ορίσουμε τι επιτρέπεται και τι όχι; Το etiquette αλλάζει, γιατί αυτή είναι η φύση των εφαρμογών. Είναι δύσκολο να μην ακολουθήσεις έναν άνθρωπο που γνώρισες σε μια παρέα και ακόμη πιο δύσκολο να μην του κάνεις like στην επόμενη ανάρτησή του. Όμως, την ίδια στιγμή, στα μάτια του συντρόφου σου αυτή σου η κίνηση μπορεί να θεωρηθεί μορφή απιστίας. Γιατί, όσο κι αν υποστηρίζουμε το αντίθετο, δεν είμαστε και τόσο αθώοι.
Επαναπροσδιορίζοντας τα όρια
Η αλήθεια είναι πως η μικρο-απιστία, όσο έμμεση κι αν είναι, ορίζεται από μια σειρά πράξεων που θα επιλέγαμε να κρύψουμε από τον σύντροφό μας έστω κι αν εκ πρώτης φαντάζουν ακίνδυνες. Αν εφαρμόσουμε την παραπάνω σκέψη σε διάφορα σκηνικά της καθημερινότητας – από έντονα βλέμματα στο γραφείο μέχρι likes και μηνύματα – είναι εύκολο να διαπιστώσουμε πως όλοι έχουμε λιγότερο ή περισσότερο υποπέσει σε αντίστοιχες συμπεριφορές. Αυτό δεν μας κάνει απαραίτητα κακούς. Όμως, υπάρχει μια λεπτή γραμμή. Γιατί κάθε φορά που αναζητούμε επιβεβαίωση εκτός της σχέσης μας αρχίζουμε να δημιουργούμε έναν μικρό, αυτοτελή κόσμο μακριά από τον σύντροφό μας. Και ίσως γι’ αυτό το micro-cheating μας τρομάζει ακόμη κι όταν οι πράξεις από μόνες τους φαντάζουν ασήμαντες. Μια καρδούλα σε ένα post δεν είναι επικίνδυνη, η πρόθεση που βρίσκεται από πίσω της την καθιστά όμως επικίνδυνη ή μη.




