τι-γυρεύει-η-tilda-swinton-στου-ρέντη-403332
©Andreas-Simopoulos-for-Onassis-Stegi

Όταν η Tilda Swinton σε προσκαλεί στον κόσμο της, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να την ακολουθήσεις. Να περάσεις την πόρτα του Onassis Ready, του νέου χώρου του Ιδρύματος Ωνάση, σαν να μπαίνεις σε έναν ιδιωτικό, σχεδόν μυστικό χάρτη αναμνήσεων, εικόνων και ανθρώπων που τη διαμόρφωσαν.

Το Ongoing δεν μοιάζει με μια συμβατική έκθεση. Mοιάζει περισσότερο με περιπλάνηση μέσα στο μυαλό και στην καρδιά μιας καλλιτέχνιδας που εδώ και δεκαετίες αρνείται να χωρέσει σε μία μόνο ιδιότητα. Ηθοποιός, performer, εικαστικός, fashion icon, αλλά πάνω απ’ όλα μια παρουσία που μεταμορφώνεται διαρκώς.

Περπατώντας στην έκθεση, που θα διαρκέσει έως τις 28/6, έχεις την αίσθηση πως η ίδια η Swinton σε ξεναγεί σιωπηλά. Σε συστήνει στους ανθρώπους της· στους συνοδοιπόρους της· στους σκηνοθέτες, φωτογράφους και καλλιτέχνες με τους οποίους έχτισε σχέσεις ζωής και όχι απλώς συνεργασίες.

Τι γυρεύει η Tilda Swinton στου Ρέντη;-1
©Andreas-Simopoulos-for-Onassis-Stegi

Ο Pedro Almodóvar παρουσιάζει το The Human Voice σαν κινηματογραφική εγκατάσταση, λες και η εικόνα απέκτησε ξανά σώμα. Ο Luca Guadagnino δημιουργεί μια μικρού μήκους ταινία και ένα γλυπτό αφιερωμένα στη μυστηριώδη προσωπικότητά της, σαν ερωτική επιστολή προς τη μούσα του. Ο Apichatpong Weerasethakul ταξιδεύει στο Κιμεργκέιμ της Σκωτίας, τόπο καταγωγής της, και κινηματογραφεί το τοπίο σαν κάτι ανάμεσα σε όνειρο και μνήμη.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε προβολές, φωτογραφίες και εγκαταστάσεις, αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι το Ongoing μιλάει κυρίως για τη συνέχεια. Για όσα κουβαλάμε μέσα μας: τους φίλους μας, τους νεκρούς μας, τα σπίτια που αφήσαμε πίσω, τις ζωές που θα μπορούσαμε να είχαμε ζήσει.

Η Joanna Hogg ανασυνθέτει μαζί με τη Swinton το λονδρέζικο διαμέρισμά της από τη δεκαετία του ’80 σε μια εντυπωσιακή εγκατάσταση, σαν να ανοίγουν μπροστά σου ένα προσωπικό ημερολόγιο. Ο Tim Walker τη φωτογραφίζει στο οικογενειακό της σπίτι, ανάμεσα σε τοπία και σκιές προγόνων. Ο Jim Jarmusch παίρνει υλικό από το The Dead Don’t Die και το μετατρέπει σε κάτι νέο, σχεδόν υπνωτιστικό.

Το ωραίο είναι πως δεν χρειάζεται να είσαι fan της Swinton για να συγκινηθείς εδώ μέσα. Αρκεί να σε ενδιαφέρουν οι άνθρωποι που ζουν καλλιτεχνικά και συναισθηματικά χωρίς φίλτρα. Αρκεί να πιστεύεις ακόμη πως η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει σαν καταφύγιο, σαν εξομολόγηση ή σαν φιλία.

Τι γυρεύει η Tilda Swinton στου Ρέντη;-2
©Andreas-Simopoulos-for-Onassis-Stegi

Ανάμεσα στα highlights της έκθεσης ξεχώρισε αναμφίβολα η performance A Biographical Wardrobe, όπου η Tilda Swinton μαζί με τον διακεκριμένο ιστορικό μόδας, επιμελητή και διευθυντή μουσείων Olivier Saillard αφηγούνται την ιστορία της προσωπικής της γκαρνταρόμπας.

Δεν ήταν μια απλή performance, αλλά ένα ζωντανό αρχείο μνήμης, με ρούχα που ανήκαν στους προγόνους της Swinton, αλλά και κοστούμια και σύνολα που έχει φορέσει σε ταινίες, δημόσιες εμφανίσεις και σημαντικές στιγμές της ζωής της, πολλά από τα οποία εξακολουθεί να χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα στην καθημερινότητά της.

Με φόντο αυτή τη μοναδική «βιογραφική γκαρνταρόμπα» και απαντώντας στις -πάντα εύστοχες- ερωτήσεις της Καλλιτεχνικής Διευθύντριας της Στέγης, Αφροδίτης Παναγιωτάκου, η Tilda Swinton μίλησε στη Συνέντευξη Τύπου για τη φιλοσοφία πίσω από την έκθεση, μια φιλοσοφία βαθιά συνδεδεμένη με τη μνήμη, τη συνεργασία, την καλλιτεχνική ελευθερία και τις ανθρώπινες σχέσεις που γεννούν κάθε έργο τέχνης.

Μιλώντας για τους οκτώ καλλιτεχνικούς της συνεργάτες και φίλους (Pedro Almodóvar, Luca Guadagnino, Joanna Hogg, Derek Jarman, Jim Jarmusch, Olivier Saillard, Tim Walker και Apichatpong Weerasethakul), νέα και παλαιότερα έργα των οποίων καταλαμβάνουν αρμονικά τον υπόγειο χώρο του Onassis Ready, τόνισε:

«Είναι άνθρωποι που θέλουν να συμμετέχουν πραγματικά σε μια συζήτηση. Κανείς δεν λειτουργεί μόνος του. Ο καθένας έχει τη δική του μοναδική οπτική, όμως αυτή διαμορφώνεται μέσα από τη σχέση και τη συνομιλία με τους συνεργάτες του. Ο Derek Jarman συνήθιζε να λέει: «Να πηγαίνεις στο σετ σαν να πηγαίνεις σε πάρτι». Και πράγματι, έτσι ήταν.

Γιατί όλοι ξέρουμε πως ένα καλό πάρτι δεν βασίζεται αποκλειστικά στον οικοδεσπότη. Δεν θέλεις καλεσμένους που στέκονται αμήχανα περιμένοντας να τους υποδείξει κάποιος πώς θα περάσουν καλά. Ένα καλό πάρτι είναι συλλογικό. Η ενέργεια μοιράζεται ανάμεσα σε όλους: κάποιος βάζει τη μουσική, κάποιος σερβίρει τα ποτά, κάποιος φέρνει το φαγητό. Υπάρχει μια αίσθηση κοινής ευθύνης. Και αυτό ακριβώς καλλιεργούσε ο Derek Jarman στα γυρίσματα, όχι τόσο μια αυστηρή έννοια «πατρότητας» του έργου, όσο μια βαθιά αίσθηση συμμετοχής και ευθύνης από όλους.

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία στην οποία συμμετείχα ήταν το Caravaggio και θυμάμαι πόσο με είχε συγκλονίσει εκείνη η εμπειρία. Ήμουν μόλις είκοσι τεσσάρων ετών και δεν είχα βρεθεί ποτέ ξανά σε κανονικό κινηματογραφικό πλατό. Εκεί γνώρισα πολλούς ανθρώπους που έμελλε να γίνουν φίλοι ζωής.

Ανάμεσά τους ήταν ο Simon Fisher-Turner, που αρχικά είχε αναλάβει το κάστινγκ των κομπάρσων, αλλά στη συνέχεια έγινε ο συνθέτης σχεδόν όλων των ταινιών του Derek Jarman. Ήμασταν όλοι πολύ νέοι τότε. Και η σπουδαία ενδυματολόγος Sandy Powell είχε μόλις αποφοιτήσει από τη σχολή καλών τεχνών, ήταν η πρώτη της δουλειά. Ο τρόπος με τον οποίο μας αντιμετώπιζε ο Derek ήταν καθοριστικός. Μας έδινε ευθύνη, μας έκανε να αισθανόμαστε απαραίτητοι».

Τι γυρεύει η Tilda Swinton στου Ρέντη;-3
©Margarita-Yoko-Nikitaki-for-Onassis-Stegi

Μεταξύ άλλων, η εμβληματική περφόρμερ, μίλησε και για τον χώρο της μόδας, τον οποίο χαρακτήρισε ως τον πιο «δημουργικά γόνιμο» την τελευταία εικοσαετία της ζωής της.

«Μέσα από συνεργασίες με ανθρώπους όπως ο Tim Walker, βρήκα μια μορφή καλλιτεχνικής ελευθερίας που συχνά λείπει πλέον από τον κινηματογράφο. Όταν, για παράδειγμα, ένα στούντιο ήθελε να προωθήσει μια ταινία μέσα από τυπικές συνεντεύξεις και ελεγχόμενη δημοσιότητα, εμείς προσπαθούσαμε να προλάβουμε τη διαδικασία. Φροντίζαμε να οργανώνουμε πρώτα ουσιαστικά και δημιουργικά άρθρα με ανθρώπους που εμπιστευόμασταν, ώστε να κρατήσουμε τον έλεγχο της αφήγησης πριν καταλήξουμε σε πιο εμπορικά formats. Μέσα από αυτή τη λογική γεννήθηκε η σχέση μου με τον Tim Walker.

Ο κόσμος της μόδας, ακόμη και σήμερα, καταφέρνει να διατηρεί ένα είδος δημιουργικής ελευθερίας που ο κινηματογράφος μοιάζει να δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να προστατεύσει. Και ίσως αυτό να σχετίζεται με κάτι πολύ βασικό για τη δεκαετία του ’80: κανείς μας δεν είχε χρήματα, κανείς δεν περίμενε ότι θα αποκτήσει, και, κατά βάθος, κανείς δεν ενδιαφερόταν πραγματικά γι’ αυτό. Κι αυτή ακριβώς η συνθήκη μάς έκανε ελεύθερους. Δεν υπήρχε λόγος να μας ελέγξει κανείς, γιατί δεν υπήρχε κέρδος.

Κατά κάποιον τρόπο, επιστρέφουμε ξανά σε εκείνη τη στιγμή. Μέσα στη σημερινή πολιτιστική και οικονομική κρίση που βιώνουν οι νέοι καλλιτέχνες, υπάρχει ίσως και μια ευκαιρία. Να βγάζεις τα χρήματά σου με το αριστερό χέρι και να φτιάχνεις τέχνη με το δεξί».

Η Swinton πιστεύει ότι το νήμα που ενώνει όλους αυτούς τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκε είναι ο διάλογος.

«Όταν ξεκίνησα να σκέφτομαι αυτή την έκθεση, είχα στο μυαλό μου την εικόνα ενός δέντρου. Η σχέση είναι ο κορμός. Οι συζητήσεις που γεννιούνται μέσα από αυτήν είναι τα κλαδιά. Και η ταινία, η παράσταση ή οποιοδήποτε έργο δημιουργείται, είναι απλώς το φύλλο.

Το ίδιο το έργο είναι ίσως το πιο εφήμερο κομμάτι της διαδικασίας. Αυτό που έχει πραγματικά σημασία είναι η διαδρομή, η ανταλλαγή, η συνομιλία. Το ίδιο ισχύει και για τον Pedro Almodóvar. Συζητάμε συνεχώς για τα έργα μας. Το The Room Next Door γεννήθηκε μέσα από μια μακρά συζήτηση γύρω από το δικαίωμα ενός ανθρώπου να επιλέγει πότε θα φύγει από τη ζωή.

Το ίδιο συνέβαινε και με τον Derek Jarman. Οι πρώτες μας κουβέντες, που αργότερα έγιναν επτά μεγάλου μήκους ταινίες, ξεκίνησαν σχεδόν όλες γύρω από ένα τραπέζι κουζίνας, πίνοντας ατελείωτα φλιτζάνια τσάι. Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό κοινό σημείο όλων: το τραπέζι της κουζίνας».

Βρίσκω κάτι αρκετά παράξενο: για το ευρύ κοινό, είμαι ίσως περισσότερο γνωστή για δύο ή τρεις μεγάλες στούντιο ταινίες που στην πραγματικότητα δεν έχουν σχεδόν καμία σχέση με το έργο της ζωής μου. Δεν υπάρχει ούτε Marvel ούτε Narnia μέσα σε αυτή την έκθεση. Κι όμως, αυτές είναι οι ταινίες για τις οποίες με αναγνωρίζει περισσότερο ο κόσμος.

Η παρουσία όμως του Almodóvar εδώ λειτουργεί σαν ένα μικρό νεύμα προς αυτή τη διαφορετική πλευρά της καριέρας μου. Όχι ως κατάληξη, αλλά ως μία ακόμη διαδρομή μέσα σε κάτι που παραμένει ανοιχτό και διαρκώς μεταβαλλόμενο. Και αυτό είναι ενδιαφέρον γιατί αλλάζει ανάλογα με τη χώρα. Σε κάποιους τόπους οι άνθρωποι σε συνδέουν με εντελώς διαφορετικά έργα. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, δεν αισθάνομαι ότι με ταυτίζουν πρωτίστως με τη Narnia. Κι αυτό λέει κάτι όχι μόνο για το κοινό, αλλά και για τις πολιτιστικές αξίες κάθε τόπου, για το ποιο έργο θεωρεί τελικά σημαντικό ή αντιπροσωπευτικό».

Τι γυρεύει η Tilda Swinton στου Ρέντη;-4
©Tim Walker

Συζητώντας με τους δημοσιογράφους της αίθουσας για τη συναισθηματική αξία και την ιστορία των ενδυμάτων της οικογενειακής -προσωπικής της γκαρνταρόμπας που εκθέτει στο Ongoing, τόνισε:

«Ένα από τα πράγματα που με συγκινούν ιδιαίτερα εδώ στην Αθήνα είναι ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι που έχουν δει την performance μας έρχονται μετά να μας μιλήσουν ή μας γράφουν λέγοντας: «Η μητέρα μου ήταν μοδίστρα», «Η γιαγιά μου έραβε», «Ο παππούς μου ήταν ράφτης».

Υπάρχει κάτι πολύ βαθύ σε αυτή την ιδέα: ότι τα ρούχα που φοράμε δεν είναι απλώς αντικείμενα, αλλά κομμάτια μιας οικογενειακής και συναισθηματικής κληρονομιάς που περνά από γενιά σε γενιά.

Δεν ξέρω αν αυτό συμβαίνει ειδικά στην Αθήνα ή αν υπάρχει εδώ μια ιδιαίτερη σχέση με τη χειροτεχνία και το ύφασμα. Ξέρω μόνο πως δεν το ένιωσα με τον ίδιο τρόπο στο Άμστερνταμ, κι αυτό μου έκανε εντύπωση. Φαίνεται πως εδώ αυτή η μνήμη αγγίζει πραγματικά τον κόσμο.

Χθες, μετά από μια υπογραφή βιβλίων, μια νεαρή κοπέλα, μου χάρισε ένα υπέροχο μαντήλι που είχε κεντήσει στο χέρι η γιαγιά της. Συγκινήθηκα βαθιά, κυρίως γιατί γνώριζε πόσο αγαπώ τα μαντήλια.

Νομίζω πως όλοι μπορούμε να αναγνωρίσουμε κάτι δικό μας μέσα σε τέτοιες μικρές χειρονομίες. Κουβαλούν μνήμη, φροντίδα, χρόνο και, με έναν παράξενο τρόπο, κουβαλούν και τους ανθρώπους που προηγήθηκαν από εμάς.

Πιστεύω πως ο καθένας θα μπορούσε να δημιουργήσει μια τέτοια παράσταση για τη δική του ζωή. Ίσως όχι με τόσα πολλά αντικείμενα, γιατί η οικογένειά μου είχε την ιδιαιτερότητα να κρατά σχεδόν τα πάντα, κάτι που δεν συμβαίνει σε όλες τις οικογένειες. Όμως αρκεί να αναρωτηθεί κανείς: ποια θα ήταν η δική του βιογραφική γκαρνταρόμπα;

Ίσως να υπάρχει ακόμη ένα παλιό πουκάμισο του πατέρα σας που συνεχίζετε να φοράτε. Μια γραβάτα. Ένα ζευγάρι κάλτσες. Ένα νυχτικό. Μια φθαρμένη βαλίτσα που εξακολουθεί να σας συνοδεύει στα ταξίδια σας.

Αυτά τα αντικείμενα κουβαλούν κάτι βαθύτερο. Και νομίζω πως η ουσία τους βρίσκεται ακριβώς στη χρησιμότητά τους. Δεν είναι μουσειακά εκθέματα που πρέπει να μένουν ανέγγιχτα πίσω από μια βιτρίνα. Δεν είναι το είδος του αντικειμένου που κοιτάζεις και λες: «Αυτό ήταν το παλτό του παππού σου, μην το αγγίξεις ποτέ».

Αντιθέτως, είναι ένα παλτό φτιαγμένο για να φοριέται. Ένα παλτό που ράφτηκε το 1935, σχεδόν εκατό χρόνια πριν, και παραμένει ακόμη ζεστό, χρήσιμο, ζωντανό.

Στην ουσία, πρόκειται απλώς για ανθρώπους που φορούσαν ρούχα, όπως ακριβώς κι εμείς σήμερα. Και ίσως αυτό να είναι ένας από τους πιο ουσιαστικούς δεσμούς που μπορούμε να έχουμε με τους προγόνους μας.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως όλοι, με τον τρόπο τους, προσπαθούσαν απλώς να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Ιδιαίτερα οι γονείς μας. Κι αυτό το καταλαβαίνεις ακόμη περισσότερο όταν γίνεσαι κι εσύ ο ίδιος γονιός. Τότε αντιλαμβάνεσαι πόσο δύσκολο είναι τελικά να υπάρξεις σωστά για έναν άλλον άνθρωπο.

Νομίζω όμως πως τα ρούχα έχουν κάτι μοναδικό: διατηρούν μια ανθρώπινη κλίμακα. Κάνουν τη μνήμη απτή. Συγκεκριμένη. Σχεδόν σωματική.

Το να φοράς λοιπόν τα ρούχα κάποιου που αγάπησες, να χρησιμοποιείς το μαντήλι του ή να περπατάς με τα παπούτσια του, μοιάζει με μια μορφή πνευματικής συνέχειας. Σαν ένας σιωπηλός τρόπος να κρατάς αυτόν τον άνθρωπο κοντά σου. Και πραγματικά, το συνιστώ».

Ερωτώμενη για το θάρρος της να εκφράζει πάντα τη γνώμη της με ελευθερία, η σπουδαία καλλιτέχνιδα αναρωτήθηκε, με μια σχεδόν υπαρξιακή αγωνία:

«Ποιά είναι η εναλλακτική; Η εναλλακτική, για μένα, μοιάζει πραγματικά τοξική. Η ιδέα να καταπιέζει κανείς τη δική του αλήθεια ή να σωπαίνει ενώ αισθάνεται πως κάτι πρέπει να ειπωθεί, όλα αυτά έχουν στον πυρήνα τους τον φόβο. Γιατί να σωπάσεις, αν νιώθεις την ανάγκη να μιλήσεις ή αν πιστεύεις πως κάτι ουσιαστικό δεν λέγεται; Ο μόνος λόγος είναι ο φόβος. Και ο φόβος είναι ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Ακόμα κι αν σήμερα αυτό το παιχνίδι παίζεται σε μια τεράστια, σχεδόν παγκόσμια κλίμακα, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι δεν είναι ο μοναδικός τρόπος να υπάρχουμε».

Για όσους σκοπεύουν να επισκεφτούν την έκθεση, ας μην ξεχάσουν ότι κάθε Παρασκευή, στην ταράτσα του Onassis Ready, θα προβάλλονται και έξι αγαπημένες ταινίες της Swinton, συνοδευόμενες από μικρού μήκους φιλμ που επέλεξε η ίδια.  Σαν να συνεχίζεται η κουβέντα μαζί της λίγο μετά το τέλος της έκθεσης, κάτω από τον καλοκαιρινό αθηναϊκό ουρανό.

Info: Tilda Swinton – Ongoing. Έως 28/6 στο Onassis Ready. 

MHT