Η μεγάλη ντίβα της μουσικής γιορτάζει τα 50 της χρόνια με μια περιοδεία που φέρει τον αντιπροσωπευτικό τίτλο «50» World Tour, κάνει μια απαραίτητη στάση στην Αθήνα το κοινό της οποίας αγαπά ιδιαίτερα και εξηγεί στη Vogue Greece ότι για την ίδια η ηλικία δεν έχει καμία σημασία. Της αρκεί που νιώθει νέα.

«Πόσων ετών θα ήσασταν αν δεν ξέρατε την ηλικία σας;», ρωτάω τη Lara Fabian αμέσως μετά τις απαραίτητες συστάσεις. Η αλήθεια είναι ότι η ερώτηση θα μπορούσε να έρθει αργότερα κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας. Το γεγονός, όμως, ότι εκβιάζει μια ειλικρινή απάντηση, την καθιστά ταιριαστή για να εξακριβώσουμε αν η ντίβα της μουσικής νιώθει πράγματι άνετα τώρα που κλείνει τα 50 και αποφασίζει να τα γιορτάσει με το κοινό της μέσω μιας παγκόσμιας περιοδείας που της έδωσε τον αντιπροσωπευτικό τίτλο «50» World Tour.

«Βρίσκω αστείο να μας απασχολεί το πέρασμα του χρόνου», απαντά χωρίς να το πολυσκεφτεί. «Αισθάνομαι τα 50 σαν τα νέα 30. Θέλω να πω, αν δεν κάνει κάποιος καταχρήσεις, αν σέβεται τον εαυτό του και τον φροντίζει, μπορεί να διατηρεί την ίδια ενέργεια που είχε 20 χρόνια πριν. Αν εξαιρέσουμε ένα κρυολόγημα που με ταλαιπωρεί τις τελευταίες μέρες, είμαι υγιής, έχω δίπλα μου τους ανθρώπους που έχω επιλέξει και συνεχίζω να κάνω τη δουλειά που αγαπώ. Ειλικρινά, δεν θα ήθελα να γίνω ξανά 30 χρονών. Ξέρω πώς είναι. Είμαι έτοιμη να εξερευνήσω τη νέα δεκαετία που ανοίγεται μπροστά μου. Νομίζετε ότι η Madonna τα έχει βάψει μαύρα που πάτησε τα 60; Το αποκλείω, η ενέργειά της υπάρχει ακόμα και δεν έχει τίποτα να φοβάται».

 


©Genevieve Charbonneau

Η πρώτη αντίδραση σε τέτοιες «χορτασμένες» απαντήσεις είναι η απορία για τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν αυτή την κουλ διάθεση. «Τα τελευταία χρόνια έχω σχεδόν επιβάλλει στον εαυτό μου να σκέφτεται θετικά», τονίζει. «Ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει μια λειτουργία που δεν μας συμφέρει. Θυμάται τα αρνητικά, όσα μας πλήγωσαν στο παρελθόν, ώστε αν τα ξανασυναντήσει να ξέρει πώς να τα αντιμετωπίσει. Είναι αυτό που λέμε ένστικτο επιβίωσης. Παρά ταύτα, η ευγνωμοσύνη προς τη ζωή είναι για μένα το κλειδί της ευτυχίας».

Και της επιτυχίας θα πρόσθετε κανείς. Μέσα σε τριάντα χρόνια καριέρας -άλλη μια επέτειος που γιορτάζει στη φετινή της περιοδεία-, οι πωλήσεις της, που ξεπέρασαν τα 20 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, στηρίχτηκαν εν πολλοίς στην εικόνα μιας γήινης, ταλαντούχας γυναίκας, η οποία με σεμνότητα αξιοποίησε το τεράστιο δώρο της φύσης να την προικίσει με μια σπάνια φωνή που εκτείνεται σε τρεις οκτάβες.

Από το πρώτο της single, L’Aziza est en pleurs / Il y avait, το 1986, μέχρι το τρίτο της άλμπουμ, Pure, που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1997 συστήνοντάς την επίσημα και στο ευρωπαϊκό κοινό, η γεννημένη στο Έτερμπεεκ του Βελγίου από Βέλγο πατέρα και Ιταλίδα μητέρα Lara Sophie Katy Crokaert -που πήρε το μικρό της όνομα από την ηρωίδα του Δόκτωρ Ζιβάγκο του Boris Pasternak- έχει κατορθώσει να ταυτίσει τη φωνή της τόσο πολύ με κάποια κομμάτια, που δεν μπορείς να τα σκεφτείς ερμηνευμένα αλλιώς.

«Θα είμαι για πάντα η φωνή του Je t’aime και του Adagio. Και το απολαμβάνω», μου λέει όταν τη ρωτώ αν με τον νέο της δίσκο, Papillon, που κυκλοφόρησε τον περασμένο Φλεβάρη, τον 14ο στην καριέρα της, επιχείρησε να εφεύρει μια νέα καλλιτεχνική ταυτότητα, περισσότερο συμβατή με τις ανάγκες της σύγχρονης βιομηχανίας της μουσικής.

«Δεν έχω εμμονή με τη νεότητα ούτε σκέφτηκα ποτέ τακτικές αλλαγής της καλλιτεχνικής μου υπόστασης προκειμένου να αγκαλιάσω το νεανικό κοινό. Από την άλλη, ζω στο σήμερα. Δεν φοράω τα τζιν που φορούσα στα ‘70s ούτε μπορώ να φτιάχνω τη μουσική που έκανα στα ‘90s. Ο νέος μου δίσκος είναι φρέσκος, με μοντέρνα στοιχεία που θα άκουγε ευχάριστα ένα νέο παιδί το οποίο, όταν ξεκινούσα, ήταν αγέννητο. Εγώ όμως παραμένω ίδια. Δεν πιστεύω στις μεταμορφώσεις. Για να είμαι ειλικρινής, η μουσική βιομηχανία σήμερα είναι εντελώς διαφορετική. Πολλές φορές δεν την αναγνωρίζω. Όλα πια έχουν να κάνουν με το μάρκετινγκ, τα πάντα μεταφράζονται σε χρήμα, οι πλατφόρμες streaming καθορίζουν καριέρες και μέσα σε αυτό το νέο καθεστώς νιώθω πως έχει πεθάνει ένα κομμάτι της καλλιτεχνίας».

 


©Genevieve Charbonneau

Η κουβέντα οδηγείται λογικά στο ageism. Αλήθεια, τώρα στα 50 νιώθει την ηλικιακή διάκριση να την περιορίζει; «Φυσικά», παραδέχεται. «Υπήρξαν άνθρωποι στον χώρο που μου είπαν ότι δεν είμαι αρκετά νέα, όμορφη, αδύνατη ή αρκετά ποπ για ένα επαγγελματικό βήμα που ήθελα να κάνω, αλλά δεν άφησα ποτέ τις ιδέες τους να επηρεάσουν την πραγματικότητά μου». Τεράστιο κομμάτι αυτής της πραγματικότητας είναι η 12χρονη κόρη της, η οποία, όπως μου εκμυστηρεύεται, τραγουδά δυνατά στο σπίτι τα κομμάτια του τελευταίου της δίσκου. «Είμαι μια ειλικρινής μαμά», εξομολογείται.

Της θυμίζω το The Imaginary Couples που έκανε πριν από κάποια χρόνια, το φωτογραφικό project του Olivier Ciappa ενάντια στην ομοφοβία, στο οποίο ο φακός την απαθανάτισε να φιλιέται στο στόμα με την Eva Longoria, σαν ευτυχισμένο ομόφυλο ζευγάρι. Δεν ήταν η πρώτη φορά που στήριξε ανοιχτά την γκέι κοινότητα – αρκεί να θυμηθούμε το La Différence, τραγούδι-ύμνο στη διαφορετικότητα. Αλήθεια, τι θα συμβούλευε την κόρη της αν της έλεγε ότι είναι ομοφυλόφιλη;

«Θα της έλεγα να μείνει πιστή στον εαυτό της και στις επιθυμίες της, να είναι περήφανη για την αλήθεια της. Δυστυχώς, η ανθρωπότητα έχει ακόμα πολύ δρόμο να διανύσει σε ζητήματα αποδοχής. Ελπίζω πολύ σύντομα κάτι τέτοιο να μην αποτελεί καν θέμα συζήτησης, να θεωρείται φυσιολογικό».

Το ελεύθερο πνεύμα της είναι ένας ακόμα λόγος που εξηγεί την τεράστια απήχηση που εξακολουθεί να έχει στο παγκόσμιο κοινό. «Οι Έλληνες είναι από τους πιο θερμούς θαυμαστές μου» λέει, περιγράφοντάς μου πόσο χαίρεται να επιστρέφει στην Αθήνα για ακόμα μία συναυλία. Όταν στο τέλος τη ρωτώ πώς σκέφτεται να αντιμετωπίσει το πλήρωμα του χρόνου, τότε που η φωνή της φυσιολογικά θα αρχίσει να φθείρεται, η τηλεφωνική σύνδεση κάνει μικρές διακοπές με αποτέλεσμα η απορία μου να μη φτάσει ποτέ στις Βρυξέλλες. Ίσως, τελικά, η μοίρα να θέλει να μας πει: για πάντα θα κλαίτε όταν η Lara Fabian θα τραγουδάει το Je Suis Malade.

 


©Genevieve Charbonneau

 

*Lara Fabian – «50» World Tour, Σάββατο 1/2, Κλειστό Γήπεδο Μπάσκετ «Νίκος Γκάλης» (ΟΑΚΑ).

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο τεύχος Δεκεμβρίου/Ιανουαρίου της Vogue Greece.