Η λογοτεχνία ως θεραπεία

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest

Η λογοτεχνία ως θεραπεία

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest
Photo: Henry Clarke/Conde Nast Archive.
Photo: Henry Clarke/Conde Nast Archive.

Αυτοβιογραφούμενη, η Joan Didion υπερασπίζεται το δικαίωμα όλων στη διαχείριση της απώλειας με όποιον τρόπο νομίζουν, ξεκινώντας με τους δικούς τους όρους μια νέα ζωή. Και αυτή είναι μια σπουδαία προσφορά.

Η δουλειά της Joan Didion ήταν πάντα αμφιλεγόμενη. Ενώ άπαντες αναγνώριζαν το ταλέντο στο γράψιμο, τη στιλιστική μοναδικότητα και την κινηματογραφική προσωπικότητά της, κάτι την εμπόδιζε για πολλά χρόνια να αναδειχθεί σε icon, δηλαδή σε αδιαφιλονίκητα εμβληματική περσόνα, από αυτές που τείνουμε να χαρακτηρίζουμε «ιερά τέρατα». Κάποιοι απέδιδαν την επιφύλαξή τους απέναντί της στον τρόπο που γράφει, τόσο στα δημοσιογραφικά κομμάτια όσο και στα βιβλία της. Τον έβρισκαν ψυχρό και ανεπίτρεπτα αποστασιοποιημένο. Άλλοι ήταν καχύποπτοι προς την ασαφή πολιτική της σκέψη, που ελισσόταν με αξιοθαύμαστη ευελιξία ανάμεσα στα στερεότυπα περί Δεξιάς και Αριστεράς, έτσι όπως μόνο ένα πραγματικά ελεύθερο πνεύμα μπορεί να κάνει. Με λίγα λόγια, μπορούμε να πούμε ότι η Joan αντιστέκεται μια ζωή σθεναρά στην κατηγοριοποίηση. Και αυτό προκαλεί σύγχυση στους ανθρώπους. Αν είναι αυθεντικό, βέβαια, μοιραία καταλήγει στον θαυμασμό.

Ξεκινώντας την καριέρα της στη Vogue στα ’60s και συνεχίζοντας με μια πληθωρική γκάμα ερευνητικής δημοσιογραφίας, συγγραφής σεναρίων και λογοτεχνίας που καλύπτει από πολιτική και φαντασία μέχρι niche lifestyle, η Didion έκανε ό,τι έκανε χρησιμοποιώντας ένα βασικό εργαλείο: την αυτοβιογραφία. Ταξίδεψε, παρατήρησε, φαντάστηκε και ερμήνευσε τον κόσμο μέσα από το πρίσμα του εαυτού της, και εκεί όπου άλλοι διέκριναν ναρκισσισμό και ομφαλοσκόπηση –εν μέρει μπορεί να είχαν δίκιο–, εκείνη έβλεπε μια ιδιοσυγκρασιακή μέθοδο που έδινε στην ίδια αναγνωρίσιμη ταυτότητα και στο έργο της αισθητική συνέπεια. Δεν πουλούσε τον εαυτό της, αλλά περιέγραφε τα πράγματα χωρίς ψευδαισθήσεις οικουμενικότητας και αντικειμενικής αυθεντίας. Σαν αφηγήτρια που τα ψεγάδια της υποκειμενικότητάς της αντισταθμίζονταν από την ευστροφία και τη γνησιότητά της. Χωρίς την αυτοβιογραφική παρατηρητικότητα της Didion, άλλωστε, δεν θα είχαμε σήμερα το White Album, μια σπάνια καταγραφή της τρελαμένης, μεταιχμιακής Αμερικής όπως αυτή αποτυπώθηκε στην Καλιφόρνια των ’60s και ’70s.

Τα χρόνια μετά το millennium έφεραν στην Joan Didion δύο τραγωδίες που δεν αξίζουν σε κανέναν, μαζί με μια καθυστερημένη αναγνώριση, που της άξιζε από την πρώτη στιγμή όσο σε ελάχιστους. Ο θάνατος του συζύγου της, John Gregory Dunne, και της κόρης τους, Quintana Roo Dunne, με διαφορά δύο ετών, δεν ήταν απλώς μια αβάσταχτη γνωριμία με την απώλεια, αλλά και μια απερίγραπτη δοκιμασία για το σώμα και το πνεύμα της. Απερίγραπτη, μέχρι που την περιέγραψε. Αν η κατάρα ενός αληθινού συγγραφέα είναι ότι δεν σταματά να καταγράφει και να αναλύει, η Joan Didion μετέτρεψε αυτό το άχθος σε δημιουργία, δίνοντάς μας το The Year of Magical Thinking μετά τον θάνατο του άντρα της και το Blue Nights λίγα χρόνια αφότου έχασε την κόρη της. Διαβάζοντάς τα, δεν είναι το δράμα και η ένταση του σοκ αυτά που αποκομίζει κανείς, αλλά η σε μεγάλο βαθμό ανεξιχνίαστη και μυστηριώδης φύση του πένθους, πέρα από τα γνώριμα χαρακτηριστικά του. Η Didion πραγματεύεται την εμπειρία της απώλειας, όχι από την πλευρά των μεγάλων συναισθημάτων που είναι εύκολο να περιγραφούν λόγω του όγκου τους, αλλά από την πλευρά της ανατριχιαστικά ήσυχης συντριβής. Και της απορίας. Και κάπως έτσι προσφέρει έναν ανεπανάληπτο οδηγό για τις περιοχές της θλίψης που συνήθως μένουν ασχολίαστες.

Όπως αναλύει η ίδια, ο θάνατος αφήνει πίσω του ένα τοπίο ασάφειας. Μια ιστορία με αβυθομέτρητα κενά που πασχίζουν να συμπληρωθούν. Αυτός που μένει πίσω δεν καλείται απλώς να επιβιώσει με τη στενή έννοια, αλλά να επεξεργαστεί μια κατάσταση που υπερβαίνει τις γνώσεις του, συχνά δε και την αντιληπτική του ικανότητα. Δέσμια της εξαντλητικής λογικής της, η Joan Didion απέκτησε εμμονή με τις συνθήκες θανάτου του άντρα και της κόρης της, ανακαλώντας διαρκώς τα επίμαχα γεγονότα και εμβαθύνοντας ανελέητα, σε βαθμό απομνημόνευσης, στις μικρές τους λεπτομέρειες. Έφτασε σε σημείο να μαθαίνει τις ιατρικές ορολογίες, να διαβάζει οτιδήποτε σχετικό με την καρδιακή προσβολή, την πνευμονία, την εγκεφαλική αιμορραγία, και να πλάθει σενάρια, πιθανές εξηγήσεις, πειστικές εκδοχές του απίθανου. Η σειρά των περιστατικών του θανάτου, οι εξηγήσεις των γιατρών, η αποκωδικοποίηση και η συναρμογή τους, όλα όσα περιβάλλουν το βίωμα εκβάλλουν σε μια θάλασσα σύνθετων σκέψεων, τις οποίες η Didion προσπάθησε να μετουσιώσει σε λογική. Όχι για να διαπραγματευτεί και να αναστρέψει αυτό που συνέβη, αλλά για να το μεταβολίσει με έναν τρόπο συμπαγή και ρεαλιστικό, ώστε να το πιστέψει. Συχνά, οι αντιφάσεις όλων όσων άκουγε και παρατηρούσε τη γύριζαν πίσω. Αν κάτι απλό είχε γίνει διαφορετικά, μια φαρμακευτική αγωγή για παράδειγμα, ίσως τα πράγματα να ήταν καλύτερα. Και τότε ξεκινούσε πάλι από την αρχή την ανασκόπηση, τι έγινε, πώς έγινε, τι είπαν οι γιατροί, τι δεν είπαν, τι λένε τα στατιστικά. Ακόμα και για τον ταραγμένο νου, η αλήθεια βρίσκεται στη μαθηματική ακρίβεια. Το ένστικτο επιβίωσης προστάζει το μυαλό να καταλάβει για να προχωρήσει, άγνωστο προς τα πού.

Παράλληλα με την αμείλικτη λογική, η Didion δεν διστάζει να αναμετρηθεί και με τον παραλογισμό που ο θάνατος επιφέρει σε αυτόν που μένει πίσω. Η αδυναμία της να πετάξει τα ρούχα και τα παπούτσια του νεκρού άντρα της δεν ήταν μια συναισθηματική αντίδραση, κάτι που έκανε εν μέσω υστερικών δακρύων. Ήταν μια ανορθοδοξία του μυαλού, μια δυσλειτουργικότητα που στη συγγραφέα έμοιαζε με απόλυτη λειτουργικότητα και που κάποιος έξω από τον χορό μπορεί να θεωρήσει καθαρή τρέλα. Όμως, γι’ αυτήν ήταν συνειδητή απόφαση που βασιζόταν σε μια ιδιάζουσα λογική. Στην αλλόκοτα φυσιολογική πεποίθηση ότι ο άντρας της θα γυρίσει και θα χρειαστεί τα πράγματά του. Η δισκεψία τού να γνωρίζεις ότι κάποιος είναι νεκρός και παράλληλα να τον υπολογίζεις ως ζωντανό, η νοητική αντίφαση που σχεδόν χιουμοριστικά περικλείεται στην έκφραση «Magical Thinking», είναι μια πνευματική κατάσταση που δεν θα πρέπει να καταλογίζεται στον πενθούντα ως πρόβλημα. Τουλάχιστον όχι περισσότερο απ’ όσο καταλογίζεται στον ακρωτηριασμένο ως παραδοξότητα ο φαντασματικός πόνος στο άκρο που του λείπει. Είναι, μαζί με πολλά άλλα αντιδημοφιλή, ένα ακόμα άγνωστο σύμπτωμα της απώλειας.

Αναδιφώντας παλιά αντικείμενα και αναμνήσεις, από σημειώματα της κόρης της και άσχετα ενθύμια που είχε καταχωνιασμένα σε συρτάρια μέχρι θραυσματικούς διαλόγους, η Joan Didion ανασυνθέτει τη ζωή που πέρασε και ψάχνει αιτιότητες και συνδέσμους. Δείχνει να υποθέτει πως ο δρόμος για την επούλωση των πληγών περνάει μέσα από αντανακλάσεις του παρελθόντος. Ίσως κάποιος συνδυασμός σκέψεων, μερικές εικόνες που είχαν ξεχαστεί και τώρα επανέρχονται ή η ετεροχρονισμένη αποδόμηση καταστάσεων να εξηγούν την απώλεια. Ή, αν δεν την εξηγούν, ίσως συμβάλλουν στη συμφιλίωση με το κενό. Θυμάται συζητήσεις με την κόρη της και ξαφνικά τη βλέπει με καινούργια μάτια, την καταλαβαίνει με άλλο τρόπο. Την ανακαλύπτει από την αρχή, ενώ αυτή είναι νεκρή. «Τελικά, είχε δίκιο όταν παραπονιόταν για το τάδε πράγμα. Μάλλον υπέφερε πολύ όταν είπε το δείνα». Και αν αυτό δεν φέρνει πίσω την Quintana, τουλάχιστον της προσδίδει μια υπόσταση δικαιοσύνης που όσο ήταν ζωντανή δεν υπήρχε. Με τον ίδιο τρόπο, ο θάνατος του John της επιτρέπει να τον παρατηρήσει με τον σεβασμό και την αντικειμενικότητα που μόνο η απόσταση μπορεί να εμπνεύσει. Κατά μία έννοια, βρήκε μια φόρμουλα για να εντάξει τους νεκρούς στην τροχιά της ζωής της μετά τον θάνατό τους. Τους έκανε αιώνιους μέσα από την ιεροτελεστία της προσεκτικής ενθύμησης. Και αυτό της έφερε ένα είδος γαλήνης.

Το έργο της Joan Didion, ένας ώριμος καρπός σοβαρής ενδοσκόπησης χωρίς πόζα και συναισθηματικούς εκβιασμούς, είναι ένα δώρο για όσους υποφέρουν, γιατί με ψυχραιμία και ανθρωπιά μελετά τον θάνατο ως την αρχαιότερη συμφορά, αλλά, παράλληλα, και ως ένα φαινόμενο του ανθρώπινου εγκεφάλου. Κυρίως όμως είναι μια διαυγής υπεράσπιση των ανθρώπων που πενθούν, απέναντι σε μια κουλτούρα που τους αντιμετωπίζει με φόβο, αμηχανία καθώς και με μια παθητικά επιθετική προσδοκία να επανέλθουν. Η ζωή για την Didion είναι μια διαρκής αφήγηση και η απώλεια μια βίαιη διακοπή της. Οι επιζώντες έχουν το δικαίωμα να πάρουν τον χρόνο τους για να επανεφεύρουν την πλοκή της ζωής που τους έμεινε, με όποιον τρόπο νομίζουν.

Δημοσιεύθηκε στη Vogue Greece Δεκεμβρίου 2020.

Διαβάστε επίσης | Prom Queen: Η σημασία της επικοινωνίας -και- στο online dating

Scroll to Top