the-x-file-είμαστε-ο-ίδιος-άνθρωπος-στα-4-και-τα-74-248629
©Unsplash

«Είσαι ο ίδιος άνθρωπος που ήσουν ως παιδί;», αναρωτιέται ο Aμερικανός ιστορικός Τζόσουα Ροθμαν σε ένα από τα τελευταία τεύχη του New Yorker. Παρακολουθεί τον γιο του που είναι τεσσάρων ετών και σκέφτεται πόσα από τα συναρπαστικά που βιώνουν μαζί σήμερα θα θυμάται ο μικρός όταν ενηλικιωθεί. Οι δικές του παιδικές μνήμες είναι λιγοστές κι αποσπασματικές.

Κι οι δικές μου. Βλέπω τον εαυτό μου, τεσσάρων ετών κάτω από μια γέφυρα να ακούω τον αντίλαλο της φωνής μου, ενώ ο μπαμπάς μου οδηγεί με ιλιγγιώδη ταχύτητα το καρό καρότσι μου πάνω στα χιονισμένα πεζοδρόμια του Αμβούργου. Μυρωδιά από κέικ λεμόνι τα Χριστούγεννα, ένα παιδικό τραγούδι στα γερμανικά, επιστροφή στην Ελλάδα, η καταπιεστική νηπιαγωγός στη Βίλλα Αιμιλία που με υποχρέωνε να κλείσω τα μάτια μου, δειλά αστεία για τον βασιλιά και τη χούντα, εικόνες διάχυτες που δεν είμαι καν σίγουρη αν είναι δικές μου μνήμες ή αν μου τις έχουν διηγηθεί ή τις έχω δει σε κάποιο άλμπουμ με χνουδωτά παπάκια στο εξώφυλλο.

Κοιτάω μια παιδική μου φωτογραφία. Έχω ξανθά μπουκλάκια και το στόμα μου σχηματίζει ένα τσαντισμένο κεφαλαίο Ο. Σχεδόν θέλω να κλείσω τα αυτιά μου, υποπτευόμενη την παιδική αγανάκτηση που αντανακλάται σε εκείνη την κραυγή, αποτυπωμένη επ’ αόριστον στο Kodak χαρτί. Θα πρέπει να ήμουν νευρικό παιδί, από αυτά τα ενοχλητικά που δεν μπορούν να κάτσουν στην γωνιά τους ήσυχα και να αυτοαπασχοληθούν. Με θυμάμαι, σήμερα με την ενήλικη μνήμη μου, να λέω εξυπνάδες στη μέση ενός κύκλου μεγάλων-σε ηλικία-ανθρώπων να με ακούν με δέος και να με θαυμάζουν. Οι γονείς μου καμάρωναν. Η εικόνα αυτή σήμερα μου προκαλεί ετεροντροπή. Στα φοιτητικά μου χρόνια, πάλι, δεν άνοιγα το στόμα μου από τη συστολή, ειδικά αν η παρέα αποτελείτο από >4 άτομα. Τώρα βρίσκομαι κάπου στη μέση. Πότε γίνομαι γλωσσοκοπάνα, πότε βυθίζομαι σε σιωπές. Αν ισχύει η προηγούμενη μαθηματική καμπύλη, υποθέτω πως στα εβδομηντα τέσσερα θα είμαι όλη μέρα στα καφενεία με τις φίλες μου κι εκείνες δεν θα προλαβαίνουν να σταυρώσουν λέξη.

Ο Καρλ Ουβε Κνάουσγκορντ προτείνει στον «Αγώνα» μου να αλλάζουμε ονόματα σε διάφορες φάσεις της ζωής μας, για να διαχωρίσουμε εαυτούς από προηγούμενες περιόδους. Η μαμά μου μικρή με φώναζε «μπουρμπουλήθρα», στην εφηβεία διέδωσα πως το δεύτερο όνομά μου είναι «Εμμανουέλα», τώρα δίνω μάχη να μην με λένε «Κουνελάκη».

Είναι αναλλοίωτος στο χρόνο αυτός που ο Νικήτας Σινιόσογλου στον «Καρπό της ασθενείας μου» (εκδ. Κίχλη, 2021) ονομάζει «ασήμαντο και καθημερινό εαυτό»; Κλέβει ακόμη ποτήρια μπίρας από τις μπιραρίες ο δοκιμιογράφος, όπως γράφει στο περσινό του βιβλίο; Πηγαίνει αρκετή ώρα νωρίτερα στα ραντεβού; Τον αναπτερώνουν οι κοτσίδες των κοριτσιών που τρέχουν; Εγώ πάντως έπαψα να κλέβω ασήμαντα αντικείμενα μόνο για να ζήσω το θρίλερ της επ’ αυτοφώρω σύλληψης. Μια καρτ ποστάλ, ένα ζευγάρι κάλτσες με καφέ ρόμβους κι ένα μολύβι ματιών, που στα είκοσι θεωρούσα μικρούς ανεκτίμητους θησαυρούς, δεν μπορούν πια να καλύψουν το όνειδος της ενδεχόμενης διαπόμπευσης.

Στα ραντεβού εξακολουθώ να πηγαίνω νωρίτερα. Κανείς άλλος όμως δεν είναι στην ώρα του.

MHT