The X-File: «Μήπως μπορείτε να με βγάλετε μια φωτογραφία;»

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest

The X-File: «Μήπως μπορείτε να με βγάλετε μια φωτογραφία;»

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest
Unsplash
Unsplash

Διαβάζω το πιο κρίσιμο σημείο στον «Γατόπαρδο» του Λαμπεντούζα, εκεί που η επανάσταση του Γκαριμπάλντι απλώνεται κι ο οίκος των Σαλίνα καταρρέει, συμπαρασύροντας τις ζωές και τους έρωτες των πρωταγωνιστών, όταν μια κυρία από τη διπλανή πετσέτα με ρωτάει ευγενικά: «Μήπως μπορείτε να με βγάλετε μια φωτογραφία;». Σηκώνω το βλέμμα μου, φανερά ενοχλημένη που διέκοψε την βουτιά μου στη Σικελία του 19ου αιώνα και την παρατηρώ. Λουλουδιαστό μαγιό, κόκκινα μαλλιά, κοιλίτσα, γύρω στα εξήντα ως εβδομήντα. Εχει ένα ακαταμάχητο, διάπλατο χαμόγελο. Δεν μπορώ να αρνηθώ. Σηκώνομαι έξαλλη κι ακροβατώ στα βοτσαλάκια, βουτάω το κινητό της κι αρχίζω να πατάω μανιακά το κουμπί της μηχανής ενώ εκείνη με λούζει με περιττές, πονηρές πληροφορίες. «Θέλω τη να στείλω σε ένα φίλο μου, ξέρεις. Γι’ αυτό αν μπορείς κρύψε λίγο εδώ που έχω μια χαλάρωση. Να φαίνεται κυρίως το πρόσωπο, γιατί αυτό είναι το ατού μου». Συγχύζομαι ακόμη περισσότερο με τις σκηνοθετικές οδηγίες και δεν της αποκαλύπτω ότι την βγάζω με φόντο τέσσερις πέντε κάδους σκουπιδιών, τρεις  μπλε και δυο καφέ-θέλω να πω δεν ταιριάζουν καν μεταξύ τους. Ούτως ή άλλως είμαι εντελώς άχρηστη φωτογράφος, ξέρω εκ των προτέρων ότι θα είναι χάλια.

Μόνο την τελευταία στιγμή μου κόβει και την συμβουλεύω: «Μήπως να σηκώσετε λίγο το ένα πόδι να κρύψετε την κοιλιά που δεν θέλετε να φαίνεται;». Το κάνει πρόθυμα και χαμογελάει ακόμη πιο ακαταμάχητα. Δίνω πίσω το κινητό, ενώ εκείνη συνεχίζει να μου μιλάει: «Ξέρεις θέλω να τη στείλω στον φίλο μου γιατί μόνο έτσι αντέχεται η ζωή, δεν τρέχει κάτι σοβαρό, αλλά είναι ωραίο το παιχνίδι». Από μακριά την παρακολουθώ. Κουκουλώνεται με την πετσέτα για να τσεκάρει την ποιότητα της φωτογραφίας, προστατευμένη από την εκτυφλωτική αντηλιά. Οταν το κεφάλι της αναδύεται ξανά από τον αυτοσχέδιο σκοτεινό θάλαμο, βλέπω το συνοφρυωμένο ύφος. «Θεέ μου, μην με βάλει να την ξαναβγάλω», προσεύχομαι από μέσα μου και κολλάω το βιβλίο στη μούρη.

Την επόμενη μέρα την ίδια ώρα, επανεμφανίζεται. «Καλά, τεράστια επιτυχία. Γουάου!», μου λέει και γελάει ολόκληρη, ίσως από την αδέξια χρήση του εισαγόμενου επιφωνήματος. «Αλήθεια;». «Ναι, καλέ. Ειδικά αυτό που είπες να σηκώσω λίγο το πόδι μου για να κρύψω την κοιλιά μου ήταν μεγαλοφυές. Είσαι μεγάλη φωτογράφος». Με πιάνουν τα γέλια γιατί σκέφτομαι όλα τα φίλτρα που κυκλοφορούν ως εφαρμογές κινητών κι εξαφανίζουν κοιλιές, ρυτίδες, σημάδια και παχάκια στις φωτογραφίες. Τι υπέροχο να ζεις βυθισμένος ακόμη στην pre-Instagram άγνοιά σου!

Αλλά και πόσο απλό είναι τελικά να κάνεις έναν άνθρωπο ευτυχισμένο. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να σκορπάς χαρά-έστω και κατά τύχη.

Scroll to Top