Ήμουν σε αρκετά μικρή ηλικία όταν άκουσα για πρώτη φορά, στην ελληνική ταινία Η Αλίκη στο ναυτικό, ότι το μπάνιο στη θάλασσα ανοίγει την όρεξη. Έτσι, οι αναμνήσεις μου από τα παιδικά καλοκαίρια και τις ξέγνοιαστες ώρες στη θάλασσα είναι άμεσα συνδεδεμένες με την απόλαυση του φαγητού – το νοτισμένο από την ντομάτα ψωμί στα σάντουιτς που έφτιαχνε η μητέρα μου για την παραλία, τα φρούτα πλυμένα στο αλμυρό νερό, οι αχινοί που μάζευε ο θείος μου από τα βράχια και μας έμαθε να τους τρώμε ωμούς στύβοντας λίγο λεμόνι ή κάποια εξόρμηση σε ταβέρνα μετά το μπάνιο για κεφτεδάκια και πατάτες τηγανητές βουτηγμένες στα ζουμιά της χωριάτικης σαλάτας. Από τότε, η σχέση μου με το φαγητό τους καλοκαιρινούς μήνες πέρασε από σαράντα κύματα, επηρεασμένη από την κουλτούρα της δίαιτας των ’00s και την εμμονική ιδέα ότι το πολυπόθητο beach body αποτελεί σχεδόν προϋπόθεση ευτυχίας, αποδοχής και επιτυχίας.
Το τέλος της όρεξης;
Σήμερα, τα ενέσιμα φάρμακα αδυνατίσματος υπόσχονται αποτελέσματα που σε «στεγνώνουν» μέσω της καταστολής της όρεξης, με το #SkinnyTok και το skinny mindset να κατακλύζουν το TikTok με περιεχόμενο που εξιδανικεύει τη στέρηση τροφής, ενώ η βιομηχανία του wellness και οι influencers της, που φαινομενικά αδιαφορούν για την ομορφιά και το αδυνάτισμα, προωθούν μια πιο «καθαρή» εκδοχή διατροφικού ελέγχου μέσα από συμπληρώματα, smoothies και άγευστες ρυζογκοφρέτες. Έτσι, ένιωσα την ανάγκη να στραφώ προς τις γυναίκες, τις τάσεις και τις αφηγήσεις που επαναφέρουν στο προσκήνιο κάτι όλο και πιο ριζοσπαστικό: την όρεξη, τη γεύση και την απόλαυση ως αναπόσπαστα κομμάτια μιας πλήρους ζωής για τις γυναίκες, έξω από κάθε μορφής ενοχή για λόγους που έχουν να κάνουν με το σώμα, τον καθωσπρεπισμό και την αισθητική.
Το πρώτο, και διαχρονικό, παράδειγμα μιας τέτοιας γυναίκας που μου έρχεται στο μυαλό είναι η παρουσιάστρια και συγγραφέας μαγειρικής Nigella Lawson. Σε ένα κείμενό της στο Literary Hub έγραψε εκτενώς για το πόσο απορρίπτει την ιδέα των «ένοχων απολαύσεων» στο φαγητό, αναφέροντας ότι άκουγε πάντα γυναίκες να λένε «δεν θα έπρεπε να το τρώω τώρα αυτό» και να στερούνται γεύσεις και υφές, επειδή έχουν εσωτερικεύσει την κοινωνική κριτική, υποκύπτοντας στους «δικτάτορες της δίαιτας». Όταν γέννησε την κόρη της, υποσχέθηκε στον εαυτό της να μην εκστομίσει ποτέ αυτή τη φράση μπροστά της. Έχοντας μεγαλώσει η ίδια με μια μητέρα που ναι μεν ήταν η καλύτερη μαγείρισσα, αλλά ακολουθούσε το μοτίβο της αυτοτιμωρίας και της στέρησης στην κατανάλωση όσων μαγείρευε, η Lawson ομολόγησε πόσο αφόρητη θλίψη τής προκάλεσε το γεγονός ότι η μητέρα της άρχισε για πρώτη φορά στη ζωή της να τρώει και να απολαμβάνει ό,τι πραγματικά λαχταρούσε μόνο όταν διαγνώστηκε με καρκίνο τελικού σταδίου. Μία ακόμη γυναίκα που παρακολουθώ μέσω των social media είναι η creative director Lydia Pang, η οποία έγραψε πρόσφατα το βιβλίο Eat Bitter, ένα κράμα βιογραφίας και συνταγών μαγειρικής εμπνευσμένων από τη διατροφική κουλτούρα της εθνοτικής ομάδας Χάκκα στην Κίνα, απ’ όπου είναι και η καταγωγή της.
Το πιάτο μας έχει μετατραπεί σε πολιτική δήλωση ταυτότητας
Σε μια πρόσφατη ανάρτησή της στο Instagram, η Pang έτρωγε, χωρίς να προσπαθεί να είναι καθωσπρέπει, μια ζουμερή γλυκοπατάτα με λιωμένο βούτυρο, τονίζοντας πόσο καλύτερο έδειχνε το σκούρο κραγιόν της αφού αναμείχθηκε με το λίπος από το λουκούλλειο γεύμα της. Παρόμοια προσέγγιση στο φαγητό ακολουθεί και η Rahel Stephanie, η σεφ πίσω από το δημοφιλές λονδρέζικο supper club Spoons με βάση το ινδονησιακό φαγητό. Για εκείνη, η σχέση με το φαγητό είναι ηδονιστική και τα πιάτα που σερβίρει δεν είναι στιλιζαρισμένα με γνώμονα την τέλεια ινσταγκραμική αισθητική, αλλά ένας οπτικός και γευστικός συνδυασμός που αποπνέει ζωντάνια, ψυχή και προσωπικότητα. Σε αυτό το στιλ κυμαίνονται και τα πιάτα των γυναικών που βρίσκονται πίσω από τη δημοφιλή τάση «savoury girls» στο TikTok. Στα γεύματα που ετοιμάζουν πρωταγωνιστούν υλικά που συχνά θεωρούνται «περίεργα» με βάση τα δυτικά πρότυπα γύρω από το τι θεωρείται λαχταριστό ή αποδεκτό. Για οποιαδήποτε γυναίκα έχει συνηθίσει να επιβιώνει με άγευστες μπάρες δημητριακών της κουλτούρας της δίαιτας, στεγνά γεύματα ή «ασφαλείς» low-fat επιλογές, οι διατροφικές προτάσεις των savoury girls μοιάζουν ανορθόδοξοι συνδυασμοί γεύσεων, χρωμάτων, σχημάτων και υφών με τον πιο γοητευτικό τρόπο. Σε έναν κόσμο που έχει εκπαιδεύσει το βλέμμα μας στην άχρωμη αισθητική της στέρησης, τα αλμυρά, γεμάτα πίκλες και λιπαρούς μεζέδες πιάτα τους είναι τόσο εκκεντρικά και λαχταριστά, που δεν μπορείς να σταματήσεις να τα κοιτάζεις.
Σε μια εποχή όπου το τι τρώμε οι γυναίκες χρησιμοποιείται ως κριτήριο για το τι είδους γυναίκες είμαστε -από τα συμβατικά όμορφα «skinny girls» και την αισθητική του «girl wellness» μέχρι τα «savoury girls»- το πιάτο μας έχει μετατραπεί σε πολιτική δήλωση ταυτότητας. Και αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο σήμερα, με την ολοένα αυξανόμενη χρήση των ενέσιμων φαρμάκων αδυνατίσματος που περιορίζουν την όρεξη και συρρικνώνουν για εμάς την εμπειρία του φαγητού ακόμη περισσότερο από όσο το είχε ήδη κάνει η κουλτούρα της δίαιτας και της άγευστης «καθαρής» διατροφής. Τι λέει για την κοινωνία μας το γεγονός ότι η όρεξη των γυναικών, μία από τις πιο βασικές και ενστικτώδεις ανθρώπινες ανάγκες, έχει μετατραπεί σε επίμαχη συζήτηση; Μέσα σε αυτόν τον αδιάκοπο θόρυβο γύρω από το φαγητό, το να τρώμε πραγματικά αυτό που θέλουμε, ή ακόμη και το να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να έχει όρεξη, φαντάζει ως πράξη αντίστασης.
Διαβάστε επίσης / Τι να φάτε πριν τον ύπνο για να ενισχύσετε τον μεταβολισμό σας; 8 βραδινά σνακ για απώλεια βάρους




