Isabel Marant: Η εκπρόσωπος του cool French girl αποκλειστικά στη Vogue Greece

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest

Isabel Marant: Η εκπρόσωπος του cool French girl αποκλειστικά στη Vogue Greece

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest
KIM JUNGMAN
KIM JUNGMAN

Isabel Marant: Η εκπρόσωπος του cool French girl λατρεύει τη μόδα αλλά, όπως εκμυστηρεύεται στη Vogue Greece, δεν θέλει να την υπηρετεί για όλο το υπόλοιπο της ζωής της.

Σε ένα από τα δρομάκια της Place des Victoires του Παρισιού, πίσω από δύο επιβλητικές σιδερόπορτες βρίσκονται τα γραφεία της Isabel Marant. Ο χώρος είναι λιτά διακοσμημένος, στο πνεύμα της σεζόν. Στη μέση του μεγάλου δωματίου που χρησιμοποιείται για τις ομαδικές δραστηριότητες, σε μια υπερμεγέθη γλάστρα, βρίσκεται ένα τεράστιο δέντρο Ficus lyrata, που θυμίζει αντικείμενο λατρείας. Δεν ακούγεται παρά μόνο ο ήχος από το πληκτρολόγιο της γραμματέως. Λίγα λεπτά μετά την άφιξή μου, η σχεδιάστρια εμφανίζεται χαμογελαστή. Ξεκινάμε αμέσως να μιλάμε σε φιλικό κλίμα, σαν να γνωριζόμαστε από παλιά.

Με πατέρα διευθυντή σε επιχείρηση και μητέρα την Christa Fiedler –διάσημο μοντέλο της δεκαετίας του ’60, μούσα θρύλων της φωτογραφίας, όπως οι David Bailey, Helmut Newton, Roland de Vassal, Jean Louis Guégan και Philip Trager–, η Marant βρήκε από νωρίς δημιουργική διέξοδο στα ρούχα. Σήμερα, η εταιρεία που φέρει το όνομά της αποτελεί φαινόμενο επιχειρηματικότητας, προτείνοντας κάθε εξάμηνο συλλογές οι οποίες αφορούν πολλούς τύπους γυναικών. Με άξονα το French chic, δημιουργεί με πρότυπο τον ίδιο της τον εαυτό.


Isabel Marant SS20
©Filep Motwary

«Δεν ονειρευόμουν να γίνω σχεδιάστρια», μου λέει. «Απλώς, από πολύ νωρίς άρχισα να φτιάχνω τα δικά μου ρούχα, από αντίδραση μάλλον. Προφανώς συνέβαλε το ότι ήμουν περιτριγυρισμένη από τη μόδα, καθώς η μητέρα μου ήταν μοντέλο με πολλά εξώφυλλα στη Vogue. Όταν οι γονείς μου χώρισαν, ο πατέρας μου παντρεύτηκε ξανά μια πανέμορφη γυναίκα, κομψή και συχνά ντυμένη με σύνολα του Yves Saint Laurent. Ήταν ένα εξαίσιο παράδειγμα γαλλικής φινέτσας και της άρεσε να περνάει πολλή ώρα μπροστά στον καθρέφτη – κάτι που έβρισκα ενοχλητικό, καθώς ήμουν ένα αγοροκόριτσο 11 ετών και ένιωθα αποστροφή για οτιδήποτε θηλυπρεπές. Πήγαινα αντίθετα με τις αρχές που είχα από το σπίτι μου, φορώντας ό,τι πιο φανταχτερό κυκλοφορούσε».

Η δύναμη της επικοινωνίας με τους άλλους μέσα από το ντύσιμο κατέστη από νωρίς σαφής για την Isabel, οι αναμνήσεις της οποίας από τα παιδικά της χρόνια μού φέρνουν στον νου την ιστορία της Diana Vreeland. «Ήμουν ένα άσχημο παιδί και δεν μου έδινε κανείς σημασία. Ο αδελφός μου ήταν πανέμορφος και όλοι τον ήθελαν στην παρέα τους. Ένιωθα σαν πάπια μέσα σε ένα σπίτι με κύκνους, και αυτό με έκανε αρκετά θαρραλέα ώστε να διεκδικήσω αργότερα το μέλλον μου», εξηγεί.

Ξεκίνησε λοιπόν, μόλις 15 ετών, να πειραματίζεται με τα ρούχα, ράβοντας καινούργια από παλιά πουλόβερ του πατέρα της, τα οποία έγιναν γρήγορα δημοφιλή στον φιλικό της κύκλο. Λίγο αργότερα, μαζί με τον εφηβικό της σύντροφο Christophe Lemaire –σημερινό καλλιτεχνικό διευθυντή του οίκου Lemaire και πρώην σχεδιαστή της γυναικείας σειράς του Hermès–, με τον οποίο έτρεφαν το ίδιο πάθος για τη μόδα, τη μουσική και τα κινήματα της δεκαετίας του ’80, αποφάσισαν να σχεδιάσουν μια από κοινού συλλογή, την Allée Simple («Μονόδρομος» στα ελληνικά). «Εκείνος σχεδίαζε τα ρούχα και εγώ τα έραβα στη μικρή μου ραπτομηχανή. Στήναμε επιδείξεις για τους φίλους μας σε night clubs. Ήμασταν στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή, καθώς η εποχή ευνοούσε τη δημιουργικότητα. Μέσα από τις μουσικές εκείνης της περιόδου, όπως η New Age, η Indie και η Grunge, βρήκαμε τρόπους να κάνουμε τη ζωή μας συναρπαστική», θυμάται.


Isabel Marant SS20
©Filep Motwary

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και αφού χώρισαν οι προσωπικοί και δημιουργικοί τους δρόμοι, η Marant άνοιξε μια μπουτίκ στην οδό Charonne, που έγινε σύντομα σημείο συνάντησης των ανθρώπων της μόδας. Κατάφερε να εξαγάγει την ιδέα του cool French girl, μετατρέποντάς τη σε ένα στιλ που έχει αντιγραφεί πλέον από τους πάντες. Μελετώντας την πορεία του οίκου, παρατηρώ πως είχε συνεχή εξέλιξη εν συγκρίσει με άλλους που ιδρύθηκαν την ίδια περίοδο, κάτι που μάλλον οφείλεται στη laissez-faire στάση της, κόντρα σε μια βιομηχανία η οποία μεταβάλλεται συνεχώς και έχει μεγάλες απαιτήσεις. «Έκανα μικρά και ασφαλή βήματα», είναι η εξήγηση που δίνει. «Όταν ξεκινούσα, πολλοί από τους φίλους μου σχεδιαστές έκαναν μεγαλειώδη σόου, με αποτέλεσμα να χρεοκοπήσουν. Προσωπικά με ενδιέφερε να ντύνω τους ανθρώπους παρά να προβάλλω μονάχα μια ωραία εικόνα. Πιστεύω πως ένας από τους λόγους που τα κατάφερα είναι η τετράγωνη λογική με την οποία αντιμετώπισα τη δουλειά μου, κάτι που κληρονόμησα από τον πατέρα μου. Επιπλέον, είχα έφεση στα οικονομικά. Η μουσική όμως ήταν διαρκώς παρούσα σε ό,τι έκανα και οφείλω σε αυτήν μεγάλο μέρος της επιτυχίας μου. Φροντίζω να είμαι ενημερωμένη για ό,τι καινούργιο κυκλοφορεί, και αυτός είναι ο τρόπος να μένω σε επαφή με τη νέα γενιά».

Αυτό που κράτησε από τα φοιτητικά της χρόνια στο ινστιτούτο μόδας Studio Berçot ήταν μια συμβουλή από τη διευθύντρια της σχολής, Marie Rucki: «Μου είχε πει να μη φτιάχνω ρούχα που δεν θα φόραγα η ίδια. Ούσα εγωίστρια, ακολούθησα τη συμβουλή της», λέει γελώντας. Πάνω σ’ αυτό στήριξε τη δημιουργική της φιλοσοφία, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες γυναικών διαφορετικών γενεών. «Δεν βλέπω κανένα νόημα στο να δημιουργώ πράγματα που θα μείνουν στις κρεμάστρες. Υπάρχουν ρούχα πιο ευφάνταστα από τα δικά μου, όμως καταλήγω σε αυτά που θα επέλεγα η ίδια».

Ως εκ τούτου, η υψηλή ραπτική βρίσκεται έξω από τα ενδιαφέροντά της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εκτιμά τη δουλειά των μεγάλων couturiers. Αρκείται να την παρακολουθεί, ενώ μου διευκρινίζει πως αγαπά τη μόδα ακριβώς επειδή συνεχίζει να στηρίζεται στον ανθρώπινο παράγοντα. Εκτιμά ότι, παρά την εξέλιξη της τεχνολογίας, παραμένει μια βιομηχανία που βασίζεται στην ευρηματικότητα, στην τεχνογνωσία και στην ανταλλαγή γνώσεων μεταξύ των εργαζομένων σε αυτήν. «Θα μου ήταν δύσκολο να εστιάσω στην haute couture, που προορίζεται για την ελίτ. Προσπαθώ να απευθυνθώ σε κάθε γυναίκα, όχι μόνο στις εύπορες. Δεν με ενδιαφέρει να σχεδιάζω φορέματα αποκλειστικά για ειδικές περιστάσεις. Για μένα τα ρούχα είναι τρόπος ζωής», λέει, κάνοντας σαφές πως η φιλοσοφία της είναι πέρα για πέρα δημοκρατική. Εκτιμά πως τα καταναλωτικά ήθη αλλάζουν, αφού οι millennials προσανατολίζονται στη λεγόμενη ηθική μόδα, αγοράζοντας μετά από σκέψη. «Η αντίληψή τους για τη μόδα είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν της γενιάς μας», πιστεύει.


Isabel Marant SS20
©Filep Motwary

Η διάσωση του πλανήτη την αφορά και με διαβεβαιώνει ότι η βιωσιμότητα αποτελεί για την ίδια και για την εταιρεία της προτεραιότητα. «Το 1970, η οικογένεια της μητέρας μου στη Γερμανία αποτελούνταν από ακτιβιστές οι οποίοι διαδήλωναν ενάντια στην πυρηνική ενέργεια. Σε αυτούς οφείλω τον τρόπο σκέψης μου. Σήμερα προσπαθώ να κάνω ντους χωρίς να σπαταλώ το νερό, καταναλώνω το ελάχιστο δυνατό σε όλα και είμαι προσεκτική στις αγορές μου. Αυτό που βιώνουμε δεν είναι καινούργιο, η αντίστροφη μέτρηση είχε γίνει αντιληπτή από παλιά. Όλοι πρέπει να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Στην εταιρεία μας, τα υπολείμματα υφασμάτων και διακοσμητικών τα προσφέρουμε σε σχολές μόδας ή σε καλλιτέχνες, για να περιορίσουμε τα απόβλητά μας. Μεγάλο μέρος των εσόδων μας πηγαίνει σε οργανισμούς αναδάσωση. Το κάνουμε όσο πιο διακριτικά μπορούμε, γιατί δεν θέλουμε να μοιάζει με εργαλείο marketing. Με τον ίδιο τρόπο που η εταιρεία Isabel Marant είναι ένα φεμινιστικό brand, χωρίς ποτέ να το έχουμε δηλώσει».

Λίγες μέρες πριν από τη συνάντησή μας παρακολούθησα το σόου της γι’ αυτό το καλοκαίρι. Παρότι έβρεχε, στην τέντα που είχε στηθεί για την επίδειξη η ατμόσφαιρα παρέπεμπε στο μουσικό φεστιβάλ της Coachella Valley, στην Καλιφόρνια. Η συλλογή περιλάμβανε σορτς, τζιν και ολόσωμες φόρμες. Αν και η Marant όλα αυτά τα χρόνια έχει καλλιεργήσει το νεανικό πνεύμα, εκείνη την ημέρα απέδειξε πως δεν υπάρχει ηλικιακό όριο στη δική της κλίμακα. Η 46χρονη Eva Herzigova και η Amber Valletta, top models του ’90, ήταν η ζωντανή απόδειξη. Η ένταση της μουσικής και ο ρυθμός προκαλούσαν ευδιαθεσία και στα παρασκήνια όλοι χόρευαν. Η σχεδιάστρια συμμετείχε και αυτή στον bohemian παροξυσμό. Όλα στροβιλίζονταν στον αισθησιασμό που επιβάλλει η εποχή για την οποία φτιάχτηκαν τα ρούχα. «Έδωσα στη συλλογή τον τίτλο Brazil on Acid, καθώς είναι εμπνευσμένη από τους σύγχρονους μουσικούς ήχους της Βραζιλίας και την όμορφη τρέλα της χώρας», με ενημερώνει. «Προσπάθησα να μεταφράσω την ιδέα τού να βρίσκεται κανείς στην Copacabana και να απολαμβάνει τον καυτό ήλιο φορώντας όσο λιγότερα ρούχα γίνεται».


Isabel Marant SS20
©Filep Motwary

Είναι σπάνιο για την ίδια να ακυρώνει ιδέες της κατά τη δημιουργική διαδικασία μιας συλλογής, ενώ αποφεύγει να επαναλαμβάνει σχέδια επιτυχημένα, εκτός κι αν τους δώσει μια καινούργια μορφή. «Ο σχεδιασμός απαιτεί προσοχή. Είναι εύκολο να φτιάξεις κάτι ιδιαίτερο, που όμως δεν καλύπτει καμία ανάγκη. Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι ο χρόνος που θα δοθεί σε ένα ρούχο, οι δοκιμές που θα γίνουν μέχρι να είναι έτοιμο για την αγορά. Είναι σημαντικό αυτά που δείχνω στην πασαρέλα να βρίσκουν ανταπόκριση».

Η συζήτηση επιστρέφει στη μουσική και στον ρόλο που παίζει στη ζωή της. «Πρόσφατα ανακάλυψα πως ακούω τα ίδια πράγματα με τον 16χρονο γιο μου», αποκαλύπτει. «Με εντυπωσιάζει πώς μέσα από τον ήχο μπορεί κανείς να μάθει πράγματα ή με ποιον τρόπο μπορούν να συνδυαστούν οι ήχοι, άσχετα από την κουλτούρα προέλευσής τους, ώστε να δημιουργηθεί κάτι καινούργιο. Το ίδιο πιστεύω και για τη μόδα. Μπορώ να ανανεώσω μια κλασική ιδέα προσθέτοντας νέα στοιχεία. Όσο κοιτάζω προς το μέλλον, άλλο τόσο γυρνάω στο παρελθόν, γιατί δεν θέλω να ακυρώσω την κατακτημένη γνώση. Το παρελθόν είναι γεμάτο από ιδέες που εύκολα μπορούν να εκφράσουν τον σύγχρονο κόσμο. Δεν πρέπει να το υποτιμάμε».

Η μεγαλύτερη πρόκληση γι’ αυτήν είναι η ανάπτυξη της εταιρείας της. Εκτός από την πρώτη σειρά, υπάρχουν η Etoile, τα αξεσουάρ και η πρόσφατη ανδρική γραμμή, που αγκαλιάστηκε αμέσως εμπορικά. H δημιουργός παραδέχεται ότι της είναι δύσκολο πια να σχεδιάζει τόσο πολλές κολεξιόν σε μικρά χρονικά διαστήματα, κάτι επώδυνο και για άλλους σχεδιαστές, αφού συνεχώς βρίσκονται υπό πίεση. Αυτός ο αγώνας δρόμου δεν την εκφράζει και φιλοδοξεί να γίνει λιγότερο εντατική η δουλειά της. «Μερικές φορές αισθάνομαι σαν μια μηχανή που παράγει ασταμάτητα, και αυτό μου προκαλεί δυσφορία. Για μένα η υγιής επαφή με την ομάδα μου έχει μεγάλη σημασία και οφείλω να τους παρέχω την ενέργεια και τον χρόνο που χρειάζονται για να δημιουργήσουν», τονίζει.


Isabel Marant SS20
©Filep Motwary

Θεωρεί πως οι γυναίκες σχεδιάστριες βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με τους άντρες, αφού μπορούν να δοκιμάζουν τα ρούχα. «Αν ένα φόρεμα δεν είναι στο νούμερό σου ή δεν προσφέρει άνεση, το πιθανότερο είναι να μην το φορέσεις. Αυτό είναι το πλεονέκτημα της γυναίκας δημιουργού: γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον τι χρειάζεται», λέει. Αν ανατρέξουμε στην πρόσφατη ιστορία, θα βρούμε πολλά παραδείγματα αυτής της αβίαστα θηλυκής ή μάλλον πραγματικής αντίληψης της γυναικείας σιλουέτας: Madame Grès, Vionnet, Coco Chanel, Jeanne Lanvin, Sonia Rykiel, Donna Karan… Ίσως να έχει δίκιο.

«Οι άντρες, πάλι, ήταν ανέκαθεν πιο δημιουργικοί, με περισσότερη φαντασία και το πλεονέκτημα να μπορούν να αψηφούν τους κανόνες, αφού δεν δημιουργούν απαραίτητα με βάση τη λογική, σπρώχνοντας έτσι τη μόδα προς τα εμπρός», εκτιμά. «Πρόσφατα διάβασα ένα άρθρο για τον Alexander McQueen, τον οποίο θαύμαζα απεριόριστα – δίπλα του είμαι ένα τίποτα. Μένω ακόμα έκθαμβη μπροστά στις δημιουργίες του, όμως δεν μπορώ να φορέσω καμία. Είναι έργα τέχνης. Αυτό που μπορώ να πω είναι πως είμαι χαρούμενη που υπάρχουν άνθρωποι μέσα από τη δουλειά των οποίων μπορούμε όλοι να ονειρευόμαστε. Αν και με ενδιαφέρει η ρεαλιστική μόδα, αποδέχομαι πως οφείλει να έχει μία επιπλέον διάσταση, αυτή του ονείρου».

Παρομοιάζει τον εαυτό της με έναν σεφ γεμάτο ιδέες και πολλά υλικά για να φτιάξει ένα μόνο πιάτο και ομολογεί ότι εκτιμά την εποικοδομητική κριτική. «Μου αρέσει να ακούω πώς οι άλλοι προσλαμβάνουν αυτό που κάνω. Ο πιο σκληρός κριτής ήταν ο πατέρας μου, γιατί ξεχώριζε το καλό από το μέτριο. Πλέον αυτόν τον ρόλο τον έχει αναλάβει ο σύζυγός μου, ο οποίος μου λέει πάντα την αλήθεια. Τις περισσότερες φορές συμφωνώ μαζί του, άλλες έχω το δικαίωμα να μην το κάνω».


Isabel Marant SS20
©Filep Motwary

Πόσο δύσκολο είναι για μια δημοφιλή σχεδιάστρια να καταφέρνει να ξεχωρίζει συνεχώς; αναρωτιέμαι. Για τη Marant φαίνεται πως όλα είναι θέμα ισορροπίας, κυρίως εσωτερικής. Δεν την ενοχλεί που την αντιγράφουν, γιατί αυτό την ωθεί να γίνει καλύτερη και γρηγορότερη, όπως τα άλογα κούρσας. «Δεν έχω την πολυτέλεια να αρρωστήσω και να μείνω μία εβδομάδα στο κρεβάτι. Αυτό θα ήταν καταστροφή», εξομολογείται. «Μόνο όταν φεύγω για διακοπές χαλαρώνω. Προσπαθώ να είμαι σε εγρήγορση, να φροντίζω το σώμα μου για να παραμένω δυνατή. Αθλούμαι, τρώω σωστά και διαχειρίζομαι το άγχος. Λατρεύω τη μόδα και αγαπώ την ομάδα μου, αλλά δεν θέλω να κάνω αυτή τη δουλειά για το υπόλοιπο της ζωής μου. Κατανοώ ανθρώπους όπως ο Helmut Lang ή ο Martin Margiela, οι οποίοι κάποια στιγμή αποφάσισαν να αναζητήσουν αλλού το νόημα της ζωής».

Δημοσιεύθηκε στο τεύχος Ιουνίου 2020 της Vogue Greece.

Ακολουθεί το αποκλειστικό βίντεο της συνέντευξης:

Scroll to Top