Έξι Έλληνες από διαφορετικούς τομείς της βιομηχανίας συζητούν για το χθες, το σήμερα και το αύριο της εγχώριας παραγωγής και χειροτεχνίας.
Κουβαρίστρες, αργαλειοί, υφαντά και σεμεδάκια: Η εικόνα της γιαγιάς που κεντάει και πλέκει μοιάζει με σκονισμένο αρχειακό υλικό. Οι μόδιστροι και οι μοδίστρες της γειτονιάς γίνονται μια νοσταλγική αναφορά, ενώ οι ράφτες και οι υφάντρες αποκτούν μουσειακή αξία. Η ελληνική παράδοση του χειροποίητου χάνεται στη δίνη της εκβιομηχάνισης. Οι ρυθμοί και οι ανάγκες αλλάζουν. Η προσφορά πρέπει να ξεπερνά τη ζήτηση και ο άνθρωπος να γίνεται μηχανή και αλγόριθμος. Η μόδα έστεκε ανέκαθεν στο μεταίχμιο των αριθμών και της δημιουργικότητας και σήμερα, που η παραγωγή της γνωρίζει πρωτοφανείς ταχύτητες, εκείνη στρέφεται εκ νέου στο χειροποίητο – έστω κι αν η έννοιά του έχει αλλάξει. Το craftsmanship βρίσκεται παντού, αλλά τα χέρια πουθενά.
Πού πήγαν οι άνθρωποι πίσω από το ρούχο;
Μια ερώτηση που διατρέχει κάθε συζήτηση γύρω από τη βιομηχανία της ένδυσης και αφορά πολύ περισσότερο τη δική μας αγορά. Το μέλλον της ελληνικής μόδας φαντάζει αβέβαιο, η ιστορία της φολκλόρ και το παρόν της παραγνωρισμένο· γι’ αυτό και πρέπει να ξανα(γ)ραφτεί.

«Η μόδα έχει περάσει σε μια εποχή ακραίας βιομηχανοποίησης, γιατί προσπαθεί να δει πώς θα μπορέσει κατασκευαστικά να απευθυνθεί σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους», θα μου πει ο Γιώργος Ελευθεριάδης, σχεδιαστής με θητεία σχεδόν 40 χρόνων πάνω στο ρούχο. «Brands που τη δεκαετία του ’90 μετρούσαν δεκαπέντε μπουτίκ παγκοσμίως, σήμερα ξεπερνούν τις χίλιες. Η ψαλίδα του πλούτου έχει ανοίξει, οπότε και η νέα ελίτ είναι πια πολύ μεγαλύτερη. Αυτή είναι που αποτελεί το κοινό της μόδας, οπότε, όταν μιλάμε για την περίπτωση της ελληνικής μόδας, πρέπει να σκεφτόμαστε και το κοινό στο οποίο αυτή απευθύνεται. Οι μεγάλοι οίκοι εξυπηρετούν τη showbiz – όλα έχουν να κάνουν με την εντύπωση και την εικόνα. Ο κόσμος είναι περισσότερος και ως εκ τούτου είναι περισσότερος και ο ανταγωνισμός».
Η αγορά και το κοινό έχουν αλλάξει και μαζί τους έχουν αλλάξει και οι συνθήκες παραγωγής. «Η Ευρώπη διατηρεί ακόμη πολλά και σπουδαία ατελιέ ραπτικής, όμως έχει χάσει το χειροποίητο από τα χέρια της. Είναι μια κατάσταση που απαντά και στο ερώτημα γιατί δεν μπορούν να κάνουν όλοι αυτή τη δουλειά», θα προσθέσει ο σχεδιαστής.
Κι ενώ τα χέρια απουσιάζουν, το craftsmanship γίνεται το νέο συνώνυμο της πολυτελούς μόδας.
Οι οίκοι το μεταχειρίζονται εμπορικά, έστω κι αν το ανθρώπινο δυναμικό εκλείπει. Μετά την τρομερή κρίση της πανδημίας, οι άνθρωποι άρχισαν να ξοδεύουν περισσότερο σε μια προσπάθεια αντιστάθμισης του χαμένου τους χρόνου, αλλά και ως αποτέλεσμα της οικονομίας που έκαναν όλο εκείνο το διάστημα. Όσο όμως ξόδευαν, τόσο αυξάνονταν και οι τιμές. Στα social media οι καταναλωτές αναρωτιούνταν για την ποιότητα των ρούχων που αγόραζαν. Ποιος τα φτιάχνει, άραγε; Ποια είναι τα χέρια από πίσω; Γιατί δίνω τόσα λεφτά; Η αμφισβήτηση της luxury αγοράς ήταν πλέον γεγονός. Η βιομηχανία έπρεπε να αλλάξει την αφήγηση σε μια προσπάθεια δικαιολόγησης του κόστους της και το craftsmanship ήταν μονόδρομος, όπως σημειώνει η Ηλέκτρα Κοτσώνη, deputy director της Vogue Business.
Η έννοια μπορεί να παίρνει σήμερα τη μορφή τάσης, όμως η ιστορία της είναι μακρά – ακόμη και εντός των συνόρων της Ελλάδας. «Προφανώς και υπήρξε παράδοση στο χειροποίητο, αλλά δεν μετασχηματίστηκε ποτέ σε ζωντανό savoir-faire με συνέχεια στον χρόνο. Δεν βρέθηκε το πλαίσιο που να στηρίζει την haute couture ως σύστημα γνώσης, τεχνογνωσίας και έρευνας πάνω στα υλικά, στα métiers και στα budgets, κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που έφυγα από την Ελλάδα», δηλώνει ο Θεόδωρος Λεβεντάκης, ο οποίος αυτή την περίοδο εργάζεται σε project υψηλής ραπτικής της Chanel. Η γνώση χάνεται μέσα στον χρόνο γιατί η μεταβίβασή της καθίσταται αδύνατη. Η ελληνική παράδοση ήταν –και παραμένει– σε μεγάλο βαθμό ταυτισμένη με το φολκλόρ. Το χειροποίητο φαντάζει ακόμη και σήμερα λαογραφικό, ενώ η εγχώρια δημιουργικότητα ξεχνιέται. Για να αναγνωριστεί ένα ρούχο ως άξιο ενδιαφέροντος και αγοράς, θα πρέπει να μας έρθει από το εξωτερικό, τονίζει ο Ελευθεριάδης.
«Υπάρχουν πολλοί ικανοί και άξιοι δημιουργοί στη χώρα, που αν βρίσκονταν εκτός Ελλάδος θα μεσουρανούσαν. Όμως, η μόδα είναι μια μορφή επιχείρησης και πρέπει να επιβιώσει. Τα μοντέλα της είναι παραγωγικά και όχι δημιουργικά, και γι’ αυτό πρέπει να έχουμε διαρκώς στον νου μας ότι το τοπικό μοντέλο διαφέρει και λόγω των ιδιαίτερων κοινωνικών μας χαρακτηριστικών», συμπληρώνει.
Οι προσπάθειες είναι πολλές και αξιόλογες, όμως λείπει η απεύθυνση και το σύστημα που να τις στηρίζει. Στην Ιταλία, εταιρείες όπως η Santoni ιδρύουν δικές τους ακαδημίες προκειμένου να επικοινωνήσουν την αξία του χειροποίητου, ως γνώση και πρακτική, στους νέους. Στην Ελλάδα όμως; «Πρέπει να καταλάβουμε τη σημασία της υλοποίησης», σχολιάζει η σχεδιάστρια και πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Σχεδιαστών Μόδας, Ορσαλία Παρθένη. «Κάποτε στο σχολείο κάναμε οικοκυρικά κι έτσι αναπτύσσαμε μια σχέση με τη χειροτεχνία από πολύ μικρή ηλικία. Σήμερα, στην εποχή της εικόνας και της ταχύτητας, όλοι θέλουν να γίνουν σχεδιαστές, αδιαφορώντας για την πρακτική διάσταση της μόδας. Η γνώση αυτή παραμένει σε μεγάλο βαθμό εμπειρική και όσο οι άνθρωποι που την κατέχουν χάνονται, χάνεται και το μέλλον της». Η εκπαίδευση γίνεται αυτόματα ο βασικότερος άξονας της συζήτησης.

Τα χειρωνακτικά επαγγέλματα πρέπει σήμερα να συνδυαστούν με την τεχνολογία, αλλά και να προσελκύσουν τις νεότερες γενιές. Οι άνθρωποι που διατηρούν την παράδοση του χειροποίητου δεν μπορούν εύκολα να πιστοποιηθούν, καθώς η γνώση τους δεν μπορεί να αναγνωριστεί επίσημα· η γνώση τους είναι τα χέρια τους και η εμπειρία τους. «Οι νέοι σήμερα αναζητούν αυθεντικότητα και ουσία. Μπορεί στην αρχή να έρχονται με εικόνες και ερεθίσματα από τα social media, όταν όμως μπουν στο εργαστήριο και πιάσουν το ύφασμα, κάτι αλλάζει. Όταν αντιλαμβάνονται ότι αυτές οι δεξιότητες τους δίνουν ελευθερία και επαγγελματική αυτονομία, τις αγκαλιάζουν», υπογραμμίζει η Ευτυχία Παναγοπούλου, Academic Director της PANSiK. Το Fashion Innovation δεν αφορά μόνο τη δημιουργικότητα και τη φαντασία, αλλά και το εκπαιδευτικό σύστημα που τις στηρίζει. «Οι πόροι υπάρχουν, αλλά χρειάζονται σύνδεση και συνεργασία. Η επένδυση στον ανθρώπινο παράγοντα –δασκάλους, τεχνίτες, μέντορες– είναι το πιο κρίσιμο στοίχημα για το μέλλον της μόδας στην Ελλάδα», καταλήγει.
Οι Έλληνες σχεδιαστές ανοίγουν τα ατελιέ τους. Οι μαθητές παρακολουθούν από κοντά τη διαδικασία της παραγωγής, η τεχνογνωσία ενημερώνεται από την επιχειρηματική αντίληψη και η συζήτηση ξεκινά από το μηδέν. «Είναι σημαντικό οι νέοι να ξέρουν τις δυσκολίες του χώρου προτού εισέλθουν σε αυτόν. Αυτοί είναι το μέλλον μας και εκεί πρέπει να είναι στραμμένη η προσοχή μας», θα πει στο τέλος της συζήτησής μας ο Γιώργος Ελευθεριάδης, στηρίζοντας έμπρακτα τη θέση του μέσα από τη στήριξη που προσφέρει εδώ και χρόνια ο ίδιος σε νέους σχεδιαστές. Ο λόγος, λοιπόν, δίνεται ξανά στους νέους. «Δεν ήταν μια ρομαντική απόφαση. Όταν επέλεξα να ασχοληθώ με τη μόδα, ήξερα ότι απογοήτευα ανθρώπους που είχαν συγκεκριμένες προσδοκίες για το μέλλον μου, αλλά σήμερα αυτό μου φαίνεται ένα καλό σημάδι», θα μου γράψει από το Λονδίνο ο Στυλιανός Καμπέρης, φοιτητής στο Central Saint Martins, με την πρώτη του συλλογή εντός της σχολής να τραβά τα βλέμματα της βιομηχανίας.
Στα σχέδιά του υπάρχει η Ελλάδα που ο ίδιος αγάπησε, αλλά και η ελπίδα να μπορέσει να επικοινωνήσει με τις ρίζες του, όπως αποκαλύπτει. «Αν κάτι πρέπει να αλλάξει, αυτό είναι οι ρυθμοί της βιομηχανίας. Πρέπει να σταματήσουμε να κυνηγάμε διαρκώς το καινούργιο. Πρέπει να κάνουμε λάθη και να ωριμάζουμε μέσα από αυτά. Τα χέρια υπάρχουν. Αυτό που ίσως λείπει είναι η έμφαση στην τέχνη. Αν κάτι αρέσει σε όλους, πιθανότατα στερείται νοήματος. Η μόνη λύση που έχουμε στα χέρια μας είναι η ειλικρίνεια και η αγάπη γι’ αυτό που κάνουμε», συμπληρώνει, και αυτή η νέα μέρα που ξεκινά φαντάζει πιο αισιόδοξη.
Διαβάστε επίσης | Τα χρώματα που φεύγουν και αυτά που έρχονται το 2026




