Με αφετηρία το βιβλίο Against Nature του Joris–Karl Huysmans, ο Sébastien Meunier εξερευνά τα όρια ανάμεσα στο σώμα, την ταυτότητα και την τεχνητή ομορφιά. Σε μια συλλογή όπου η ιστορία, η δεξιοτεχνία και η επιθυμία συναντούν το σύγχρονο βλέμμα, ο Γάλλος δημιουργός επιστρέφει στη δύναμη της μεταμόρφωσης. Ο Filep Motwary, editor–at–large της Vogue Greece, συνομίλησε μαζί του σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη για τη μόδα, την τέχνη και τις εμμονές που διαμορφώνουν το έργο του.
Το brand του Sébastien Meunier ιδρύθηκε το 1998, μόλις ο ίδιος βραβεύτηκε με το Grand Prize στο Festival d‘Hyères, και έγινε γνωστό για τη εννοιολογική του προσέγγιση γύρω από την ανδρική ταυτότητα και τη σχέση ανάμεσα στο σώμα και το ένδυμα.
Έπειτα από πολυετείς συνεργασίες σε καίριες δημιουργικές θέσεις στους οίκους Martin Margiela και Ann Demeulemeester, ο Meunier επανεκκίνησε το ομώνυμο label του το 2024. Αντλώντας έμπνευση από την έννοια του performance και τη σύγχρονη τέχνη, το δημιουργικό του σύμπαν τοποθετεί στο επίκεντρο την ταυτότητα, το φύλο και την προσωπική έκφραση.

Για τη συλλογή Φθινόπωρο/Χειμώνας 2026-2027, ο Sébastien Meunier μάς προσκαλεί σε έναν κόσμο ριζοσπαστικής εκλέπτυνσης. Η συλλογή εξελίσσεται σε ένα εσωτερικό ταξίδι προς την καλλιτεχνική δημιουργία. Στις σελίδες του βιβλίου Against Nature από το οποιο εμπνεύστηκε, ο αντιήρωας Des Esseintes εγκαταλείπει το Παρίσι αναζητώντας καταφύγιο σε ένα ιδιωτικό σύμπαν ακραίας εκλέπτυνσης. Εκεί δημιουργεί έναν κόσμο αποκλειστικά δικής του επινόησης, όπου τεχνικές, αισθητικές αναφορές και επιρροές από διαφορετικές εποχές και πολιτισμούς συνυπάρχουν, καθοδηγούμενες από την εμμονική απόρριψη της φύσης και την αδιαπραγμάτευτη αναζήτηση του τεχνητού ως ύψιστης μορφής ομορφιάς.
Αυτή η θεώρηση προσδίδει στον δημιουργό μια απρόσμενα σύγχρονη διάσταση, σε μια εποχή όπου όλοι, μόνοι απέναντι σε μια οθόνη, περιπλανιόμαστε αδιάκοπα μέσα σε ένα ατελείωτο τοπίο επιμελημένων εικόνων και αισθητικών επιλογών.
Το παρακμιακό μυθιστόρημα που σκανδάλισε τη Γαλλία του ύστερου 19ου αιώνα— έγινε ταυτόχρονα συνοδοιπόρος και αφετηρία της δημιουργικής διαδικασίας του Meunier, όχι όμως για τους λόγους που θα περίμενε κανείς. Εκείνο που τον γοήτευσε δεν ήταν η υπερβολή του, αλλά η ήσυχη παρόρμηση που κρύβεται κάτω από την επιφάνειά του: η ανάγκη της φυγής.
«Ο κόσμος σήμερα μοιάζει απελπιστικά επικίνδυνος», μου λέει. Η πραγματικότητα σημαίνει πλέον πως έρχεσαι αντιμέτωπος με την αδικία, τις συγκρούσεις, τους πολέμους και απόψεις που αφήνουν ελάχιστο χώρο για αποχρώσεις. Μέσα σε αυτό το τοπίο, η απομόνωση παύει να μοιάζει με πολυτέλεια και γίνεται σχεδόν αναγκαιότητα. Ο Des Esseintes εγκαταλείπει το Παρίσι για να δημιουργήσει έναν απολύτως τεχνητό κόσμο, όπου κάθε αντικείμενο, κάθε λουλούδι, κάθε χρώμα και κάθε βιβλίο έχει επιλεγεί με σχεδόν εμμονική ακρίβεια. Η χειρονομία του είναι ακραία, σχεδόν παθολογική.

Ο σχεδιαστής, ωστόσο, αναγνωρίζει το ένστικτο που κρύβεται πίσω της. Είναι η ανάγκη να προστατεύσεις τον εαυτό σου μέσα από την ομορφιά. Αυτό που τον εντυπωσίασε περισσότερο ήταν πόσο επίκαιρη μοιάζει σήμερα αυτή η στάση ζωής. «Σήμερα όλοι είμαστε επιμελητές», λέει. «Όλοι δημιουργούμε προσωπικούς κόσμους γύρω μας, μέσα από τους χώρους όπου ζούμε, τα ρούχα που φοράμε και τα screenshots που αποθηκεύουμε. Κάποιες φορές είναι ένας τρόπος να επιβιώσεις μέσα στην πραγματικότητα. Άλλες φορές γίνεται παγίδα.» Αυτή ακριβώς η αντίφαση έγινε η συναισθηματική αφετηρία της συλλογής: η ομορφιά ως καταφύγιο, αλλά και η ομορφιά ως ψευδαίσθηση.
Η συζήτησή μας οδηγείται φυσικά στην έννοια της ταυτότητας και στους κόσμους που όλοι χτίζουμε γύρω από τον εαυτό μας. Αν ο Des Esseintes επιμελήθηκε το προσωπικό του καταφύγιο μέσα από πίνακες ζωγραφικής και σπάνια αντικείμενα, σήμερα κάνουμε σχεδόν το ίδιο μέσα από τις οθόνες μας. Ο Meunier αποφεύγει προσεκτικά να καταδικάσει αυτή την πραγματικότητα. Άλλωστε, αποτελεί και ο ίδιος μέρος της. «Αυτό που με ενδιαφέρει είναι ο τρόπος με τον οποίο όλοι πλέον δημιουργούμε ιδιωτικά σύμπαντα εικόνων», εξηγεί. «Σε αντίθεση με τον Des Esseintes, εμείς το κάνουμε μέσα από τις οθόνες.» Η οθόνη, όπως λέει, έχει μετατραπεί σε ένα δωμάτιο από μόνη της· έναν χώρο γεμάτο επιλεγμένα σώματα, προσεκτικά επιμελημένους εσωτερικούς χώρους και ατελείωτες φαντασιώσεις. Μπορεί να είναι όμορφη. Μπορεί όμως να είναι και βαθιά μοναχική. «Μπορείς να είσαι συνδεδεμένος με τα πάντα και, παρ’ όλα αυτά, να παραμένεις μόνος απέναντι στον εαυτό σου.»
Αντί να μετατρέψει αυτή τη σκέψη σε σχόλιο ή κριτική, ο Meunier προτίμησε να της δώσει μορφή μέσα από τη συλλογή. Δημιούργησε έναν κόσμο «απόλυτα επιλεγμένο, εκλεπτυσμένο και σχεδόν υπερβολικά ελεγχόμενο», σαν να είχε γίνει, όπως λέει χαμογελώντας, «ο ίδιος μου ο αλγόριθμος».

Κι όμως, όπως συμβαίνει με κάθε φαντασίωση, έτσι και οι αλγόριθμοι αργά ή γρήγορα συγκρούονται με την πραγματικότητα. Γι’ αυτό και η συλλογή παρουσιάστηκε όχι ως μια συμβατική επίδειξη μόδας, αλλά ως μια ζωντανή performance. Τα μοντέλα ντύνονταν και γδύνονταν μπροστά στο κοινό, συνθέτοντας κάθε εμφάνιση εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Η διαδικασία άφηνε χώρο για δισταγμούς, για κούραση, για ατέλειες. Τα ρούχα άλλαζαν μορφή. Τα λάθη ήταν ορατά, γυμνά και έτοιμα για σχολιασμό. Το όνειρο επέστρεφε στο σώμα.
Για τον Meunier, αυτή η επιστροφή είναι ουσιώδης. «Οι πιο δυνατές μου ιδέες σπάνια γεννιούνται μέσα στην απόλυτη απομόνωση», λέει. Η μοναξιά είναι απαραίτητη, γιατί, όπως παρατηρεί, «η εμμονή χρειάζεται σιωπή». Από μόνη της, όμως, δεν αρκεί. Οι ιδέες εμφανίζονται όταν περπατά στις πόλεις, όταν παρατηρεί αγνώστους, επισκέπτεται μουσεία και γκαλερί ή στέκεται σε μια χειρονομία, στον τρόπο με τον οποίο ένα σώμα κατοικεί ένα ρούχο. Βλέπει αυτή τη διαπίστωση να καθρεφτίζεται και στις τελευταίες σελίδες του Against Nature, όταν ο Des Esseintes συνειδητοποιεί πως η απόλυτη απομάκρυνση από τον κόσμο οδηγεί τελικά στη στειρότητα. Η πραγματικότητα δεν μπορεί να αποκλειστεί για πάντα. «Η μόδα δεν μπορεί να παραμένει μόνο μια διανοητική άσκηση», λέει ο Meunier. «Πρέπει να επιστρέφει στο σώμα, στον δρόμο, στους ανθρώπους που φορούν τα ρούχα με τον δικό τους τρόπο.»
Αυτή η σχέση ανάμεσα στο σώμα και το ένδυμα διατρέχει ολόκληρη τη δημιουργική του πορεία. Στη συγκεκριμένη συλλογή, όμως, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα μέσα από μια εικόνα που δανείζεται απευθείας από το μυθιστόρημα του Huysmans. Ο Des Esseintes αγοράζει μια ζωντανή χελώνα και, δυσαρεστημένος από την όψη της, αποφασίζει να καλύψει το καβούκι της με χρυσό και πολύτιμους λίθους, ώσπου το βάρος του στολισμού γίνεται αφόρητο. Το ζώο πεθαίνει κάτω από την ίδια την ομορφιά που προοριζόταν να το εξυψώσει.

Ο Meunier επιστρέφει ξανά και ξανά σε αυτή την ιστορία κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας. Είναι μια εικόνα που εξακολουθεί να τον στοιχειώνει. «Τη βρίσκω συγκλονιστική», λέει. «Ομορφιά, σκληρότητα, τεχνητότητα και ευθραυστότητα συμπυκνωμένες σε μία και μόνο πρόθεση.» Η εικόνα αυτή μεταμορφώθηκε σε ένα μεταξωτό φουλάρι, τυπωμένο με μερικές από τις πρώτες φωτογραφικές αποτυπώσεις των Γαλλικών Βασιλικών Κοσμημάτων — των θρυλικών θησαυρών που κλάπηκαν από το Louvre και δεν βρέθηκαν ποτέ ξανά. Η απουσία τους τον γοήτευσε όσο και η ίδια τους η λάμψη. Επιβιώνουν μόνο μέσα από φωτογραφίες και αναμνήσεις, μετατρέποντας την ίδια την απώλεια σε αισθητικό αντικείμενο. «Το φουλάρι είναι ένας τρόπος να μιλήσω για το βάρος του στολισμού», λέει συλλογισμένος, «για το βάρος της Ιστορίας και για εκείνη την παράξενη βία που μπορεί να κρύβεται μέσα σε μια κατασκευασμένη ταυτότητα.»
Η Ιστορία διαπερνά ολόκληρη τη συλλογή, ποτέ όμως ως άσκηση νοσταλγίας ενώ γίνεται ξεκάθαρο πως ο Meunier κινείται με φυσικότητα ανάμεσα στη μεσαιωνική ραπτική, στις σιλουέτες της Αναγέννησης και στις αναφορές της Belle Époque, χωρίς να τον ενδιαφέρει η αναπαράσταση μιας συγκεκριμένης εποχής. «Ποτέ δεν χρησιμοποιώ την Ιστορία ως κοστούμι», λέει.
Αυτό που τον συναρπάζει είναι οι μικρές λεπτομέρειες: ένας ώμος, ένας γιακάς, ένας τρόπος κουμπώματος που, αποκομμένος από το ιστορικό του πλαίσιο, αποκτά μια απροσδόκητα σύγχρονη διάσταση. «Αυτό που πραγματικά με ενδιαφέρει είναι η σύγκρουση αυτών των αναφορών.» Χωριστά ανήκουν σε διαφορετικούς αιώνες. Μαζί γεννούν κάτι απολύτως σύγχρονο. «Όταν η Ιστορία χάνει τη σταθερότητά της», λέει, «γίνεται πιο συναισθηματική, πιο ζωντανή.» Η ίδια λογική της διαστρωμάτωσης επεκτείνεται και πέρα από τις ιστορικές αναφορές, αγγίζοντας την ίδια την έννοια της ταυτότητας. «Είμαστε όλοι φτιαγμένοι από στρώσεις.»
Η φράση του έρχεται σχεδόν αβίαστα. «Η επιθυμία, ο φόβος, η αγάπη, η ντροπή, η περηφάνια, η βία, η ομορφιά και η μνήμη συσσωρεύονται πάνω στο σώμα και μέσα στο μυαλό.»
Κατά τη διάρκεια της performance, κάθε ερμηνευτής εμφανιζόταν αρχικά σχεδόν απαλλαγμένος από κάθε αφήγηση, φορώντας μόνο τα εσώρουχά του. Στη συνέχεια ντυνόταν σταδιακά. Κάθε καινούργιο ένδυμα άλλαζε την ιστορία. Κάθε διαφορετικός συνδυασμός δημιουργούσε μια άλλη βιογραφία. «Αν αλλάξει ο συνδυασμός», λέει ο Meunier, «αλλάζει και ο άνθρωπος.»
Η διαστρωμάτωση, λοιπόν, ξεπερνά κατά πολύ το styling. Αποκαλύπτει την ταυτότητα ως κάτι που οικοδομείται διαρκώς και όχι ως κάτι σταθερό· μια αλληλουχία επιλογών, αναμνήσεων και ρόλων που ποτέ δεν αποκτά οριστική μορφή.

Η βαθιά του εκτίμηση για τη δεξιοτεχνία πηγάζει από την ίδια ακριβώς φιλοσοφία.
Η δαντέλα, η κατασκευή με τρίχα αλόγου, η παραδοσιακή ραπτική, τα ντυμένα κουμπιά, οι χειροποίητες λεπτομέρειες δεν είναι απλώς διακοσμητικές τεχνικές. Αποτελούν, όπως λέει, μέρος της ίδιας της μνήμης της ανθρωπότητας. Μιλούν για ανώνυμα χέρια, για υπομονή, για γνώση που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. «Είναι από τα πιο συγκινητικά πράγματα που μπορεί να προσφέρει η ανθρωπότητα στον κόσμο», λέει. «Ο χρόνος, η ακρίβεια και η φροντίδα.» Κι όμως, η παράδοση δεν παραμένει ποτέ ανέγγιχτη.
Σε όλη τη συλλογή, η εκλεπτυσμένη δεξιοτεχνία συναντά φθαρμένες επιφάνειες, απρόσμενα υλικά και επεξεργασίες που μοιάζουν σχεδόν τραυματισμένες. Ο Meunier αγαπά αυτές τις αντιθέσεις: το ευγενές απέναντι στο διαταραγμένο, την κληρονομιά σε διάλογο με το παρόν. Είναι αδύνατο να μην αναφερθεί κανείς στην έννοια της παρακμής, μια λέξη που συνοδεύει τόσο τον Huysmans όσο και τον Oscar Wilde. Για τον Meunier, όμως, η σύγχρονη παρακμή έχει ελάχιστη σχέση με την πολυτέλεια. «Είναι η υπερβολική έκθεση, η υπερβολική εικόνα, το υπερβολικό μπλα μπλα», λέει χαμογελώντας, «και συχνά πολύ λίγη ουσία πίσω από όλα αυτά.» Η ομορφιά, πιστεύει, γίνεται εύθραυστη όταν υπάρχει μόνο και μόνο για να την κοιτάζουν. «Όταν η ορατότητα αντικαθιστά το νόημα, κάτι χάνεται.»
Η απάντησή του δεν είναι να απορρίψει την εικόνα, αλλά να αποκαταστήσει το βάθος που βρίσκεται πίσω από αυτήν. «Η εικόνα είναι σημαντική», λέει. «Αλλά πρέπει να μεταφέρει μνήμη, ένταση, νόημα.»
Η ομορφιά, με άλλα λόγια, είτε καταρρέει μέσα στον κυνισμό είτε γίνεται ένας τρόπος αντίστασης απέναντί του. Αυτή η κατανόηση της ομορφιάς έχει εξελιχθεί με τα χρόνια. «Πάντα με συγκινούσε περισσότερο η εκλέπτυνση παρά η φύση», παραδέχεται ο Meunier. Στη συνέχεια προσθέτει μία από τις πιο αποκαλυπτικές φράσεις της συζήτησής μας: «Ένας κήπος είναι ήδη τεχνητότητα.»
Η φύση μεταμορφωμένη από την ανθρώπινη σκέψη, την επιθυμία και τη σύνθεση τον ενδιέφερε πάντα περισσότερο από μια φύση που παραμένει ανέγγιχτη. Η γοητεία του δεν βρίσκεται στην τελειότητα αυτή καθαυτή, αλλά στη μεταμόρφωση. «Από την πρώτη μου δουλειά, έχω μια εμμονή με το σώμα», λέει. «Όχι όμως με το σώμα ως κάτι σταθερό.»
Μιλά για το ένδυμα ως έναν τρόπο αλλαγής της αντίληψης — όχι μόνο για το πώς οι άλλοι βλέπουν ένα σώμα, αλλά και για το πώς κάποιος κατοικεί μέσα σε αυτό. Ο Martin Margiela άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν την κατασκευή, την ελευθερία και τη σκέψη στη μόδα. Η Ann Demeulemeester εμβάθυνε τη σχέση του με το συναίσθημα και τον αισθησιασμό.

Κάτω από αυτές τις επιρροές, όμως, παρέμεινε πάντα η ίδια διαρκής εμμονή: η δημιουργία ενός άλλου σώματος, μιας άλλης στάσης, ίσως ακόμη και μιας άλλης ζωής. Δεν είναι τυχαίο ότι η συλλογή σηματοδοτεί επίσης την επανασύνδεσή του με τη Mirjam Van den Akker, τη μακροχρόνια συνεργάτιδά του από τα χρόνια του διπλά στην Ann Demeulemeester.
Μαζί είχαν δημιουργήσει συλλογές μέσα από αυτό που ο Meunier περιγράφει ως «δύο οπτικές, τη θηλυκή και την αρσενική, σχεδόν σαν δουλειά τεσσάρων χεριών». Εδώ, οι σιλουέτες της εμφανίζονται σαν φασματικές παρουσίες. «Διαταράσσουν την ανδρική σιλουέτα», λέει. «Την κάνουν λιγότερο βέβαιη, πιο ευάλωτη, πιο σύνθετη.» Μοιάζουν με φαντάσματα — όχι μόνο της φαντασίας του Des Esseintes, αλλά και του Antwerp, των κοινών αναμνήσεων και ενός ακόμη κεφαλαίου από τη δική του προσωπική διαδρομή.
Προς το τέλος της συζήτησής μας επιστρέφουμε στην ιδέα του Oscar Wilde πως ορισμένα έργα τέχνης έχουν τη δύναμη να «διαφθείρουν» εκείνον που τα συναντά.
Ο Meunier αγκαλιάζει αυτή τη λέξη ολοκληρωτικά. «Παίρνω τη διαφθορά με θετική έννοια», λέει. «Σημαίνει να αλλοιώνεσαι, να μεταμορφώνεσαι από κάτι.» Ένα βιβλίο. Ένας πίνακας. Ένας άνθρωπος. Ένα ένδυμα. Για εκείνον, η ομορφιά δεν είναι ποτέ παθητική. Εισέρχεται στη συνείδηση και αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. «Η μόδα μπορεί να κάνει το ίδιο», λέει. «Μπορεί να κάνει κάποιον να δει τον εαυτό του διαφορετικά. Μπορεί να δώσει την άδεια για μια άλλη στάση, ένα άλλο σώμα, μια άλλη επιθυμία.»
Κοιτάζοντας πίσω στη δική του πορεία, παραμένει επιφυλακτικός απέναντι στην ιδέα της επανεφεύρεσης απλώς για χάρη της αλλαγής. «Δεν υπάρχει επανεφεύρεση χωρίς κληρονομιά.» Αυτό που έχει σημασία είναι η αντίσταση στην επανάληψη. Πολλοί δημιουργοί, πιστεύει, μπερδεύουν τη συνέχεια με την αφοσίωση, παραμένοντας προσκολλημένοι σε μια στιγμή όπου το έργο τους ένιωθε κάποτε νέο.
Η πραγματική επανεφεύρεση ξεκινά αλλού — στην αλλαγή οπτικής, στη διατάραξη των γνώριμων μορφών, στην αναζήτηση μιας διαφορετικής γωνίας. Αυτό που δεν άλλαξε ποτέ είναι η γοητεία του για τη σχέση ανάμεσα στο ένδυμα και το σώμα, την αρρενωπότητα και την ευαλωτότητα, την αυτοβιογραφία και την επιθυμία. Αυτό που χρειάστηκε να απομάθει είναι εξίσου αποκαλυπτικό. «Έπρεπε να απομακρύνω από μέσα μου την ιδέα ότι ο σεβασμός σημαίνει υπακοή.»
Η εργασία του μέσα σε οίκους με ισχυρές ταυτότητες τού έμαθε πως η μίμηση δεν αποτελεί ποτέ πραγματικό φόρο τιμής. Κάθε κληρονομιά απαιτεί μια νέα ανάγνωση. Πριν αποχαιρετιστούμε, τον ρωτώ αν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη συνάντηση που τον μεταμόρφωσε με τον τρόπο που ο Wilde περιέγραφε τα βιβλία: ως έργα που μπορούν να αλλάξουν για πάντα τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο. Η απάντηση έρχεται χωρίς δεύτερη σκέψη.
«Martin Margiela.»
Όχι μόνο εξαιτίας των ρούχων, αλλά κυρίως εξαιτίας της ελευθερίας, της γενναιοδωρίας και της ευφυΐας με την οποία προσέγγιζε τη μόδα. Ο Margiela τού έδειξε πως ένα ένδυμα μπορεί να είναι ριζοσπαστικό χωρίς να χάνει την ανθρώπινη διάστασή του, εννοιολογικό χωρίς να στερείται συναισθήματος. Ήταν ένα μάθημα που ξεπερνούσε την κατασκευή ενός ρούχου. Ήταν ένας διαφορετικός τρόπος να κοιτάζει τον κόσμο.

Ο Sébastien Meunier μιλά για τον Martin Margiela όχι απλώς ως έναν μέντορα, αλλά ως μια καθοριστική στιγμή στη διαμόρφωση της δικής του ματιάς. Γιατί, τελικά, αυτό που αλλάζει έναν δημιουργό δεν είναι μόνο αυτό που μαθαίνει να κάνει, αλλά κυρίως αυτό που μαθαίνει να βλέπει. Και ίσως εκεί συναντά ξανά τον Oscar Wilde.
Ορισμένες εμπειρίες δεν προσθέτουν απλώς κάτι στη ζωή μας· τη μετακινούν εσωτερικά. Μπαίνουν μέσα μας και αλλάζουν τη σχέση μας με την ομορφιά, την επιθυμία, τη δημιουργία. Ο Meunier επιστρέφει για μία τελευταία φορά στην έννοια της «διαφθοράς» — όχι ως απώλεια, αλλά ως μεταμόρφωση. «Ίσως με διέφθειρε όμορφα», λέει χαμογελώντας.
Και ίσως αυτή να είναι η ουσία ολόκληρης της συλλογής, σκέφτομαι ακούγοντάς τον να μου την περιγράφει. Η μόδα, όταν ξεπερνά τη λειτουργία της, δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο προς θέαση. Είναι μια εμπειρία που μπορεί να εισχωρήσει στη σκέψη, να μετακινήσει βεβαιότητες, να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κατοικούμε το σώμα μας και αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας.
Για τον Sébastien Meunier, η δημιουργία δεν αφορά την αναζήτηση μιας τελικής μορφής. Αφορά τη διαρκή διαδικασία της μεταμόρφωσης. Γιατί, όπως ο ίδιος υπενθυμίζει, όταν η ματιά αλλάξει και εμβαθύνει, δεν υπάρχει πραγματικά καμία επιστροφή.





