_I3X4673

Η Idra Kayne μεγάλωσε ακούγοντας συνέχεια «δε σε παίζω γιατί είσαι μαύρη»

Η Vogue επιχειρεί να ανοίξει τη μεγάλη συζήτηση για τον ρατσισμό, ζητώντας από αναγνωρισμένους μαύρους καλλιτέχνες της εγχώριας σκηνής να μιλήσουν σε πρώτο πρόσωπο για τις εμπειρίες τους. Η Ελληνίδα τραγουδίστρια Idra Kayne με καταγωγή από την Ουγκάντα, ξεκινά την μεγάλη κουβέντα.

Ο πατέρας μου είναι από την Ουγκάντα. Ήρθε στην Αθήνα τη δεκαετία του ’70 για να σπουδάσει στη Σχολή Ευελπίδων, γνώρισε την Ελληνίδα μητέρα μου, ερωτεύτηκαν γρήγορα, παντρεύτηκαν και γέννησαν εμένα και τον αδερφό μου. Μεγάλωσα στην Κυψέλη, μια περιοχή που φιλοξενεί μεγάλη μερίδα της αφρικανικής κοινότητας της Αθήνας. Εκεί πήγα σχολείο, εκεί έκανα τους πρώτους μου φίλους, εκεί άκουσα για πρώτη φορά «Δε σε παίζω γιατί είσαι μαύρη». Από μικρή ηλικία κατάλαβα καλά ότι το χρώμα του δέρματός μου, θα μου φέρει δυσκολίες, ότι η καταγωγή μου μπορεί για κάποιους να γίνει αιτία χλευασμού, σκληρού ρατσισμού, λεκτικής βίας, περιθωριοποίησης κι ενός αδιανόητου μίσους.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήθελα να γίνω τραγουδίστρια. Πάντα πίστευα ότι η μουσική είναι ο μαγικός τρόπος που ενώνει τους ανθρώπους, κάτι που μπορεί να μας φέρει κοντά -έστω και για λίγο-. Γράφτηκα, λοιπόν, στο Ωδείο της γειτονιάς μου, δίπλα στο οποίο στεγαζόταν ένα δημόσιο Γυμνάσιο. Σχεδόν κάθε φορά που περνούσα για να πάω στο μάθημά μου, έπεφτα πάνω σε μια παρέα συνομηλίκων μου, που έφτυναν και με έβριζαν χυδαία. «Μαύρη, άντε από ‘κει ρε μαύρη», ήταν το πιο light που άκουγα. Νομίζω ότι έχω άπειρα τέτοια περιστατικά να αφηγηθώ. Μια φορά, θυμάμαι, είχα πάει παρέα με τον πατέρα μου στο super market. Στην ουρά στο ταμείο, ένα παιδάκι μπροστά μας έκλαιγε με λυγμούς και ο πατέρας του, στην προσπάθειά του να το κάνει να σταματήσει, γυρίζει προς το μέρος μας, μας καρφώνει με το βλέμμα του και του λέει θυμωμένος: «Ή θα σταματήσεις να κλαις ή θα σε δώσω στον μαύρο να σε φάει».

Στο Λύκειο, τα πράγματα έγιναν πιο σκληρά. Είχα μεγαλώσει αρκετά, τα χαρακτηριστικά του σώματός μου είχαν ωριμάσει και για πολλούς ήμουν η «πόρνη». Έμπαινα στο τρόλει και με ρωτούσαν «πόσα παίρνω», σίγουροι ότι για να είμαι μαύρη, δεν υπήρχε περίπτωση να μην εξασκώ την πορνεία. Αργότερα, ως φοιτήτρια, δούλευα σέρβις σ’ ένα μπαρ στου Ψυρρή. Κάθε βράδυ, όταν τελείωνα τη δουλειά, έβγαινα στην Αθηνάς για να πάρω ταξί. Η ίδια ιστορία κι εκεί. Δεν μπορούσα να είμαι μια κοπέλα που μόλις έχει τελειώσει τη δουλειά της και ψάχνει μεταφορικό για να επιστρέψει σπίτι της. Ήμουν, ξανά, μια μαύρη πόρνη που έκανε την πιάτσα της.

Έχω την εντύπωση ότι επειδή είμαι γυναίκα έχω γλιτώσει τα πιο σκληρά περιστατικά. Δεν έχω υπάρξει, ας πούμε, θύμα σωματικής βίας, όπως έχουν υπάρξει μαύροι άνδρες στις γειτονιές της Αθήνας. Ένα βράδυ ήμουν έξω με δυο φίλους μου, αφρικανικής καταγωγής και ψάχναμε να βρούμε ταξί στην Πανεπιστημίου. Μου λένε «Βγες καλύτερα να σταματήσεις εσύ το ταξί, γιατί αν δουν εμάς, δεν υπάρχει περίπτωση να σταματήσουν». Είχαν δίκιο. Όταν η Χρυσή Αυγή ήταν στα ντουζένια της, δεν τολμούσαν καν να κυκλοφορήσουν στο δρόμο. Όπου και να τους έβλεπαν, τους έπαιρναν στο κυνήγι. Στη αρχή, πριν μπουν στη Βουλή, τους βλέπαμε να κάνουν κάτι μικρές συγκεντρώσεις και νομίζαμε ότι είναι μια χούφτα γραφικών φασιστών, κάναμε όμως λάθος. Έχουν δημιουργήσει έναν τεράστιο πυρήνα μίσους και βίας στην καρδιά της πόλης.

Όταν έμαθα για τον George Floyd ένιωσα αυτό που λένε «πάγωσε το αίμα μου». Όσοι ξέρουν πώς είναι να σου παγώνει το αίμα, μπορούν να καταλάβουν πώς ένιωσα. Την πρώτη φορά που είδα το βίντεο της δολοφονίας του, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι είναι αληθινό. Χρειάστηκε να το δω ξανά και ξανά για να συνειδητοποιήσω ότι «ναι, αυτό μπορεί να συμβαίνει το 2020 στην πιο ανεπτυγμένη χώρα του πλανήτη, μπροστά στα μάτια εκατοντάδων περαστικών, σαν κάτι φυσιολογικό. Πρώτα θύμωσα, μετά στενοχωρήθηκα και στο τέλος ένιωσα ένα άγχος να με κυριεύει. Ένας λευκός μπορεί να αισθάνθηκε μόνο θυμό και στενοχώρια για το περιστατικό. Ένας μαύρος, όμως, θα αισθανθεί σίγουρα και φόβο. Σε όποιο μέρος του πλανήτη κι αν βρίσκεται.

Η Ελλάδα, φυσικά, δεν πάει πίσω. Η αστυνομική βία είναι μια πραγματικότητα και για εμάς. Ξέρεις για πόσους μαύρους μαθαίνω ότι συλλαμβάνονται στο κέντρο της πόλης και μετά εξαφανίζονται χωρίς να μάθει ποτέ κανείς το πώς και το γιατί; Δεν είναι μόνο ότι θα σε βρίσουν στο δρόμο γιατί είσαι μαύρος, δεν είναι ότι θα αρνηθούν να κάτσεις δίπλα τους στην κενή θέση του λεωφορείου. Είναι ότι το μίσος ορισμένων, μπορεί να κοστίσει τη ζωή σου.

Μεγάλωσα σε μια οικογένεια που μου έδωσε πολλή αγάπη, που με έμαθε να σέβομαι τους ανθρώπους: ψηλούς, κοντούς, ξανθούς, μελαχρινούς, μορφωμένους, αμόρφωτους, ισχυρούς και ανίσχυρους. Στο κομμάτι, όμως, των προσωπικών μου σχέσεων είχα και θα έχω πάντα μια αμφιβολία. Θα τους πειράξει το χρώμα μου; Η οικογένεια του συντρόφου που έχω επιλέξει να έχω στη ζωή μου, θα είναι ποτέ εντάξει μ’ αυτό ή πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού τους θα υπάρχει η σκέψη ότι η καταγωγή μου δεν τους ταιριάζει; Ναι, αυτές είναι σκέψεις που πάνε και έρχονται στο μυαλό μου πάντα, στις προσωπικές μου σχέσεις.

Στα επαγγελματικά μου, δεν θα έλεγα ότι έχω βιώσει τον ρατσισμό. Αντιθέτως, στη μουσική, μάλλον προσόν θεωρείται το χρώμα μου. «Για να είναι μαύρη, θα έχει φωνάρα», λένε οι περισσότεροι. Κι αυτό στερεότυπο, βέβαια, είναι, το οποίο με γεμίζει με άγχος. Οι απαιτήσεις είναι θετικές, αλλά δεν παύουν να είναι απαιτήσεις. Το μόνο που με στενοχωρεί στο κομμάτι του θεάτρου και της τηλεόρασης, κυρίως, είναι ότι χάνω ρόλους εξαιτίας του χρώματός μου. Το «δεν μπορείς να παίξεις αυτό το ρόλο γιατί είσαι μαύρη» το έχω ακούσει χιλιάδες φορές. Έχεις δει να υπάρχουν μαύροι ηθοποιοί στις παραστάσεις ή στα σίριαλ που βλέπεις; Άντε να δεις έναν. Η Ελλάδα είναι μια από τις πιο ζωντανές πολυπολιτισμικές κοινότητες κι ακόμα στην τηλεόραση βλέπουμε παντού λευκούς.

Τα μέσα ενημέρωσης δεν έχουν το ρόλο που θα έπρεπε στο θέμα. Θα μπορούσαν να κάνουν μεγάλο καλό στην αποφυγή ρατσιστικών επιθέσεων και στην εξάλειψη της κουλτούρας του μίσους. Επιλέγουν να αναπαράγουν στερεοτυπικές αντιλήψεις. Πάρε για παράδειγμα τον τρόπο που παρουσίαζαν τους ένοχους στη δίκη της Ελένης Τοπαλούδη. Ήταν ο «Ροδίτης» και ο «Αλβανός». Έχω την τάση να πιστέψω ότι ο ρατσισμός στην Ελλάδα έχει γίνει χειρότερος απ’ ότι ήταν στο παρελθόν. Τα social media βοήθησαν πολύ σ’ αυτό. Είναι σαν να έχουν νομιμοποιήσει την ελευθερία να υποστηρίζεις ότι θες, ακόμα και την πιο ακραία άποψη, χωρίς κανένα κόστος. Αυτό με τρομάζει πολύ.

Ο ρατσισμός είναι τόσο σύνθετος. Ακόμα κι αν δεν θες να είσαι ρατσιστής, μπορεί να γίνεις στην υπερπροσπάθειά σου να συμπεριφέρεσαι ως «πολιτικά ορθός». Ήμουν κάποτε σε μια παρέα και μου λέει ένας «Ξέρω κι άλλους μαύρους», υπονοώντας ότι είναι κουλ, ψύχραιμος, δεν έχει κανένα πρόβλημα μ’ αυτό. Ήταν σαν να γύριζα εγώ και να του έλεγα «Κι εγώ ξέρω κι άλλους ξανθούς!». Πολλές φορές κι αυτό είναι κουραστικό.

Τώρα ετοιμάζω το πρώτο μου ελληνόφωνο single και ελπίζω να τα καταφέρουμε να κυκλοφορήσει μέσα στο καλοκαίρι αν όλα πάνε καλά, δεδομένων των δύσκολων συνθηκών με τον ιό και τις ανατροπές που έχει φέρει στους καλλιτέχνες. Είναι μια δική μου, πειραγμένη διασκευή, σ’ ένα παλιό ελληνικό τραγούδι που μ’ αρέσει πολύ. Η Ελλάδα είναι η χώρα μου, είναι βαθιά μέσα μου, κομμάτι του εαυτού μου. Θα ‘θελα μια μέρα να μπορώ να αναπνέω λίγο πιο ελεύθερα στα σύνορά της. Χωρίς το χρώμα του δέρματός μου να δυσκολεύει τις ανάσες μου.

Διαβάστε επίσης | When They See Us: Η μίνι σειρά του Netflix που πρέπει να (ξανα) δεις

Scroll to Top