μια-μικρή-κουβέντα-με-τον-andre-leon-talley-208436
©Getty Images

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τον André Leon Talleyόμως εκείνο το βράδυ, στα μέσα των ‘90s, ήταν η πρώτη φορά που ήμουν αποφασισμένη να του μιλήσω. Ήταν ώρα-για-κοκτέιλ στο Pavillon Elysée, στο Νο.10 της λεωφόρου Champs-Élysées στο Παρίσι και με εναλασσόμενα, flute-ποτήρια σαμπάνιας στο χέρι, το happy crowd της μόδας γιόρταζε την άφιξη της Αμερικανίδας Joan Juliet Buck στο ultra chic τιμόνι της γαλλικής Vogue.

Είχα δει τον Talley να μπαίνει στον χώρο, άλλωστε η πληθωρική του παρουσία δεν υπήρχε περίπτωση να περάσει ποτέ απαρητήρητη. Ετοιμάζουν, λοιπόν, για κρούση και υπήρχε λόγος. Ως βοηθός, τότε, της θρυλικής Suzy Menkes, ανήκα στο support staff, το “υποστηρικτικό” προσωπικό της International Herald Tribune. Εμείς οι “μικροί” δεν είχαμε δικαίωμα να γράφουμε άρθρα στην εφημερίδα, όμως εκείνη την εποχή είχε ανοιξει ένα τόσο δα παραθυράκι, μια μίνι στήλη σε μια από τις πολιτιστικές σελίδες, όπου διεθνείς προσωπικότητες μιλούσαν για το εκάστοτε βιβλίο που βρισκόταν στο κομοδίνο τους. Και σε αυτό το μικρό “κουτί”, στο κέντρο της σελίδας, μπορούσαμε να συνεισφέρουμε και εμείς.

©Getty Images

Η βραδιά ήταν ιδανική για να επιχειρήσω το διεθνές δημοσιογραφικό μου ντεμπούτο. Βρισκόμασταν εν μέσω εβδομάδας μόδας και οι αίθουσες του Pavillon Elysée ήταν γεμάτες από δημιουργούς, μοντέλα και έτερους παίκτες του χώρου. Ο πρώτος που προσέγγισα ήταν ο John GallianoΜε αξιοσημείωτη, για τα δεδομένα μου, αποφασιστικότητα, του συστήθηκα και του ζήτησα να μου μιλήσει για ένα από τα βιβλία που διάβαζε εκείνο το διάστημα. Ανταποκρίθηκε αμέσως και με ένα ιδιαίτερο κράμα ντροπαλοσύνης και σιγουριάς μου είπε ότι διάβαζε το Dressed to Kill: Sex, Power and Clothes, του Colin McDowell, δίνοντας μου ένα συμπαθέστατο quote για τη νέα μίνι στήλη.

Ο συνδυασμός απόλυτου άγχους και απόλυτης απειρίας που καθόριζε τις κινήσεις μου εκείνο το βράδυ με είχε ήδη οδηγήσει σε ένα κρίσιμο λάθος: όσο μου μιλούσε ο John, τον άκουγα μεν με δέος, αλλά, όμως, χωρίς να σημειώνω εκείνα που μου έλεγε. Για καλή μου τύχη, η πολυπόθητη φράση που μου έδωσε ήταν σχετικά μικρή και απόλυτα κατανοητή.

Eπόμενος στόχος μου ήταν ο Talley. Όπως και με τον Galliano, παρακολουθούσα τις κινήσεις του για να τον πετύχω κάπως μόνο. Διόλου εύκολο, καθώς ο πανύψηλος Talley βρισκόταν μονίμως σε κάποιο πηγαδάκι, μιλώντας, γελώντας και σκορπίζοντας, γενικά, καλή ενέργεια. Τον πέτυχα, τελικά, την ώρα που κατευθυνόταν προς την έξοδο. Τον σταμάτησα ευγενικά, του είπα ότι ήμουν η βοηθός της Suzy και τον ρώτησα αν θα ήθελε να μου πει κάτι για τη στήλη μας.

©Getty Images

Χαμογέλασε πλατιά και αμέσως άρχισε να μου μιλάει για ένα-δύο από τα βιβλία που διάβαζε εκείνες της μέρες. Μιλούσε με ενθουσιασμό, ευφράδεια και ταχύτητα, κάνοντας χρήση ενός ωραιότατου λεξιλογίου. Τον κοίταζα και τον άκουγα πανευτυχής, όμως, και πάλι, χωρίς να κρατάω σημειώσεις. Όταν τελείωσε η μικρή μας κουβέντα, εκείνος αποχώρησε και εγώ προσπάθησα, άλλη μια φορά εκ των υστέρων, να σημειώσω στα γρήγορα κάποια από αυτά που μου είχε πει, ήταν όμως τόσα πολλά και πλούσια, που μου ήταν αδύνατο να απομωνώσω κάποιες φράσεις έτσι ακριβώς όπως μου τις είχε μεταφέρει.

Τελικά, η συμπυκνωμένη φράση του John Galliano συνοδεύτηκε από την πρώτη μου υπογραφή στο μικρό “κουτί” της πολιτιστικής σελίδας της Trib, όπως την λέγαμε όλοι χαϊδευτικά. Ο μικρός, χειμαρρώδης λόγος του André Leon Talley δεν μπήκε ποτέ στην έντυπη έκδοση, έμεινε όμως χαραγμένος στη μνήμη μου ως βασικό μάθημα δημοσιογραφίας, αλλά και της γενναιοδωρίας ενός μύθου απέναντι σε μια “μικρή”, η οποία εκείνο το βράδυ έκανε, εμφανώς, τα πρώτα της βήματα.