Δεν μου αρέσει και πολύ η λέξη «χωρίζω». Κάποτε είχε νόημα. Υπονοούσε όλα εκείνα τα πρακτικά πράγματα που έπρεπε να χωριστούν και να μοιραστούν με το τέλος μιας σχέσης. Πάντα, όμως, άφηνε εκτός συζήτησης αυτόν τον πόνο και αυτό το κενό που δεν μπορείς ποτέ να «χωρίσεις». Και έπειτα, υπάρχουν κι όλα εκείνα τα είδη χωρισμού που δεν περιλαμβάνουν δικηγόρους και συμφωνίες. Χωρισμοί από δουλειές, από συναδέλφους, από γνωστούς και από παρέες. Χωρισμοί που μοιάζουν ανώδυνοι, μέχρι που τελικά αποδεικνύονται οι πιο δύσκολοι. Ειδικά, όταν απέναντι βρίσκεται ο καλύτερος μας φίλος.
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Το να χάνεις κάποιον για τον οποίον νοιάζεσαι είναι πάντα επώδυνο, ανεξαρτήτως των χρόνων και του είδους της σχέσης. Στον έρωτα, υπάρχει εξ αρχής ο φόβος πως κάποια στιγμή μπορεί και να τελειώσει. Στις φιλίες, ωστόσο, η ίδια ιδέα μοιάζει με έναν κακό εφιάλτη που κανείς δεν θέλει να συζητήσει. Τους φίλους μας τους αντιμετωπίζουμε συχνά ως δεδομένους. Ξέρουμε ότι είναι εκεί, έστω κι αν δεν τους βλέπουμε καθημερινά. Είναι εκείνο το τηλεφώνημα σε μια ώρα ανάγκης, η έξοδος που κανονίζουμε τη τελευταία στιγμή, το νεύμα που πάντα και οι δύο καταλαβαίνουμε.
Φίλοι, καθημερινότητα και υποχρεώσεις
Στην ενήλικη ζωή, αυτή είναι η πραγματικότητα όλων μας. Η απομάκρυνση είναι αναπόφευκτη, αλλά ο χωρισμός δεν είναι πάντα αναγκαίος. Σίγουρα υπάρχουν οι περιπτώσεις των τοξικών φίλων, όπως και εκείνες οι μονόπλευρες φιλίες όπου ο ένας καταβάλλει όλη την προσπάθεια. Υπάρχουν επίσης και εκείνες οι σχέσεις που όσο μεγαλώνουμε μας μοιάζουν ξένες. Τα ενδιαφέροντα χάνονται και οι άνθρωποι αλλάζουν. Ο χωρισμός και η λήξη μιας σχέσης δεν είναι από μόνα τους αρνητικά. Όλοι έχουμε βρεθεί σε αυτήν τη θέση και όλοι μας σίγουρα θα ξαναβρεθούμε εκεί. Σημασία έχει οι χωρισμοί αυτοί να είναι ήπιοι, ευγενικοί και κυρίως οργανικοί.
Αν το πρόβλημα είναι η επικοινωνία και η επακόλουθη απόσταση που δημιουργεί η έλλειψή της, δεν μπορούμε απλά να θέσουμε στον άλλον πως φτάσαμε στο τέλος αυτής της σχέσης. Τα χρόνια και η τριβή φέρνουν κούραση και αυτή με τη σειρά της πολλές φορές μεταφράζεται ως βία. Ειδικά στους φιλικούς χωρισμούς οφείλουμε να δίνουμε ακόμη μεγαλύτερη προσοχή στα συναισθήματα του άλλου, σεβόμενοι το κοινό παρελθόν και όσα έχουμε μοιραστεί. Όταν πρόκειται να αποχωριστούμε έναν φίλο, συνήθως διστάζουμε, καθώς δεν ξέρουμε πώς να του το ανακοινώσουμε. «Αυτό παρατείνει ακόμη περισσότερο την αμηχανία», εξηγεί η Miriam Kirmayer, θεραπεύτρια και ερευνήτρια στον τομέα των φιλικών σχέσεων στη Βρετανική Vogue. «Σηματοδοτεί την απώλεια όχι μόνο της φιλίας σας, αλλά, σε πολλές περιπτώσεις, και του κοινού σας κοινωνικού κύκλου».
Τα μαθηματικά των σχέσεων
Αυτό απέδειξε, άλλωστε, και το «And Just Like That» όπου η τέταρτη της παρέας έμοιαζε πια σαν φάντασμα, το οποίο κανείς δεν αναζητούσε. «Πιστεύω ότι ορισμένες γυναίκες νιώθουν μπερδεμένες από την ένταση των συναισθημάτων που συνοδεύουν την απώλεια μιας στενής φίλης. Υπάρχει μια αίσθηση ντροπής που συνδέεται με αυτό: “Δεν θα έπρεπε να νιώθω έτσι για μια φίλη. Τι πρόβλημα έχω;” Η ντροπή συχνά μας κάνει να σιωπούμε, οπότε δεν μιλάμε γι’ αυτό», γράφει στη Vogue Σιγκαπούρης η θεραπεύτρια Natalia Rachel.
«Πολλοί από εμάς έχουμε την τάση να θέλουμε να ευχαριστήσουμε τους άλλους. Στην ψυχολογία του τραύματος, αυτό είναι γνωστό ως “αντίδραση της υποταγής”. Ουσιαστικά, το να διατηρούμε την ειρήνη και να κάνουμε τους άλλους ευτυχισμένους μας κάνει να νιώθουμε ασφαλείς ή αξιόλογοι», λέει η Rachel. «Όταν κάνουμε πίσω, εγκαταλείπουμε κατά κάποιον τρόπο τον εαυτό μας. Δεν ικανοποιούμε τις δικές μας ανάγκες ούτε θέτουμε όρια, προκειμένου να διατηρήσουμε τις σχέσεις μας. Αυτό συχνά οδηγεί σε ένα αίσθημα έλλειψης αγάπης και δυσαρέσκειας, το οποίο με την πάροδο του χρόνου γίνεται ανεξέλεγκτο. Πρέπει να μάθουμε να βάζουμε όρια και να φροντίζουμε τον εαυτό μας, ώστε να προσανατολιζόμαστε προς σχέσεις που είναι υγιείς και αμοιβαίες».
Σύμφωνα με τη Rachel, κάθε τέλος λειτουργεί και ψυχολογικά ως μια νέα αρχή. «Το τέλος των σχέσεων είναι μια ευκαιρία για αυτοαναζήτηση: γιατί συνέβη αυτό και τι πρέπει να κάνω για να καλλιεργήσω το είδος των σχέσεων που θέλω;», ρωτά εκείνη και το ερωτηματικό της αντηχεί στον χώρο. Όσο πιο ξεκάθαρα θέτουμε αυτά που θέλουμε στις σχέσεις μας, τόσο πιο πιθανό είναι να τα λάβουμε. Οι σχέσεις απαιτούν εξηγήσεις και επαναπροσδιορισμούς. Την επόμενη φορά που θα νιώσετε πως μια σχέση φτάνει στο τέλος της, ρωτήστε τον εαυτό σας αν είχατε προηγουμένως εξηγήσει όλα αυτά που σας ενοχλούν και όλα αυτά που περιμένατε αλλά δεν λάβατε. Ίσως εκεί να βρείτε καλύτερες απαντήσεις από το «χωρίζω».




