the-x-file-γωγώ-404327
©Shutterstock

Μια φορά στην παραλία, πριν πολλά πολλά χρόνια, μια κοπέλα ψηλή κι όμορφη κοιμόταν στην ξαπλώστρα. Κοιμόταν γλυκά. Απέναντι της, ένας φωτογράφος, κρυμμένος πίσω από ένα θάμνο, την έβγαζε φωτογραφίες. Ηταν η Γωγώ Μαστροκώστα. Έγινα έξαλλη κι ήμουν έτοιμη να πάω να την ξυπνήσω για να της πω ότι κάποιος τη βγάζει κρυφά φωτογραφίες. Οι φίλοι μου με σταμάτησαν. Μου είπαν ότι η ωραία κοιμωμένη είναι στο κόλπο. Οτι ξέρει πως τη φωτογραφίζουν. Και συναινεί σε όλο αυτό. Οτι παριστάνει ενδεχομένως την κοιμισμένη για να βγουν πιο αληθοφανείς οι παπαράτσικες φωτογραφίες. Παρόλο που δεν πείστηκα ακριβώς, δεν πήγα τελικά να την ξυπνήσω. Μου φάνηκε εξίσου παραβιαστικό να διακόψω τον ύπνο (;) της με τη δήθεν (;) αδιάκριτη φωτογράφιση. Δεν ξέρω, ειλικρινά κι ίσως δεν έχει και πολύ νόημα αυτή η αναδρομική ενοχή.

Σκέφτομαι όμως τώρα ότι όλη αυτή η σκηνή είναι ένα σύμβολο εκείνης της εποχής. Γυναίκες της διπλανής πόρτας με καθημερινά ονόματα (Γωγώ, Βίκυ, Τζένη) που εργαλειοποίησαν την ομορφιά τους, έβγαλαν χρήματα κι άρα χειραφετήθηκαν μέσα από το ανδρικό βλέμμα. Εκαναν ότι κοιμούνται αλλά στην πραγματικότητα ήξεραν ότι της βγάζουν φωτογραφία πίσω από τους θάμνους. Διαχειρίστηκαν το σώμα τους με επίγνωση. Their body-their choice.

Εμένα που μεγάλωσα με αυτές τις γυναίκες, τις όμορφες, κάπως με ανακουφίζει όλο αυτό. Είδα την πορεία τους. Δεν έγιναν trophy wifes, να μαγειρεύουν σιωπηλά στις κουζίνες τους και να το βουλώσουν για πάντα. Εκαναν πρώτα εύκολα λεφτά, μετά τα επένδυσαν, έκαναν επιχειρήσεις, κάποιες με επιτυχία, άλλες όχι, μίλησαν περισσότερο ή λιγότερο, για θέματα ενδιαφέροντα ή και όχι ιδιαίτερα, παντρεύτηκαν και χώρισαν, έμαθαν τη μοναξιά και τη φθορά. Τα κορίτσια της διπλανής πόρτας με τα συνηθισμένα ονόματα απέδειξαν πόσο γήινα και θνητά είναι.

Η Γωγώ πέθανε. Νεκρολογίες γράφτηκαν κάμποσες από αληθινούς ανθρώπους και ΑΙ. Άλλοι θρηνούν το κορίτσι, άλλοι την εποχή. Άλλοι την ομορφιά, άλλοι την αξιοπρέπεια, άλλοι τη μάχη. Η κόρη τη μαμά της.

Εγώ θα τη θυμάμαι όπως την είδα πρώτη φορά: με κλειστά μάτια.

MHT