Όποιος παρακολουθεί τον Dr. Gabor Maté, ξέρει καλά ότι δεν μιλάει σαν άνθρωπος που θέλει να σε εντυπωσιάσει, αλλά σαν κάποιος που θέλει, επιτέλους, να σε κάνει να κοιτάξεις λίγο πιο ειλικρινά τον εαυτό σου. Γι’ αυτό και ήμασταν τυχεροί όσοι τον ακούσαμε το περασμένο Σαββατόβραδο, στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης, να συζητά ζωντανά με την Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Ιδρύματος Ωνάση, Αφροδίτη Παναγιωτάκου.
Σε μια εποχή όπου όλοι μοιάζουν να μιλούν ασταμάτητα για το «wellness», ο κορυφαίος συγγραφέας και ομιλητής επέλεξε να μιλήσει για κάτι πολύ πιο δύσκολο: το ψυχικό τραύμα, τη γονεϊκότητα, την ανάγκη για σύνδεση και τη βαθιά ανθρώπινη επιθυμία να νιώσουμε, έστω για λίγο, πραγματικά αποδεκτοί.

Χωρίς εύκολες απαντήσεις, χωρίς στόμφο, αλλά με εκείνη τη σπάνια ηρεμία ανθρώπων που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στο να ακούν, o περιζήτητος γιατρός, συγγραφέας διεθνών best seller βιβλίων και ομιλητής, που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην κατανόηση του ψυχικού τραύματος, της παιδικής ηλικίας, της γονεϊκότητας, των εξαρτήσεων, του χρόνιου στρες και του ADHD, μέσα από τη μέθοδό του, Compassionate Inquiry (Συμπονετική Διερεύνηση), έχει εμπνεύσει χιλιάδες επαγγελματίες της ψυχικής υγείας να βοηθήσουν ανθρώπους να επανασυνδεθούν με το σώμα και το συναίσθημά τους.
«Λέω πάντα στους ανθρώπους: “Αν φοβάστε ότι θα κάνετε ζημιά στα παιδιά σας, μην ανησυχείτε. Θα κάνετε. Αλλά να το πω αλλιώς: κάποτε ένας θεραπευτής μου είπε πως αν οι γονείς σου σου έδωσαν τόση “σαβούρα” κι εσύ δώσεις στα παιδιά σου λιγότερη, τότε κάνεις καλή δουλειά. Οπότε μην πανικοβάλλεστε», τόνισε ο Mate, απαντώντας στην ερώτηση μιας μητέρας απ’ το κοινό, που αναρωτήθηκε πώς μπορεί ως γονέας να μην τραυματίσει ποτέ τα παιδιά της.
«Τα παιδιά έχουν ανθεκτικότητα. Αν εσύ πέρασες δύσκολα παιδικά χρόνια αλλά κατάφερες να θεραπεύσεις κάποια κομμάτια σου, μπορούν κι εκείνα να το κάνουν. Δεν είναι φτιαγμένα από γυαλί. Δεν χρειάζεται να είσαι τέλειος γονιός. Άλλωστε δεν πρόκειται ποτέ να είσαι τέλειος».

Σύμφωνα με τον Mate «οι γυναίκες κουβαλούν μέσα τους το “φως της ζωής”. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα ενδιαφέρον: τα αγόρια, τα αρσενικά βρέφη, είναι πιο ευάλωτα και εύθραυστα από τα κορίτσια για κάποιο λόγο. Κι όμως, τα αντιμετωπίζουμε πιο σκληρά.
Τα κορίτσια μεγαλώνουν με περισσότερη τρυφερότητα, παρότι στην πραγματικότητα είναι το πιο δυνατό φύλο. Και όταν ένα παιδί δεν καλύπτεται συναισθηματικά, θυμώνει με τον κόσμο. Αλλά για ένα παιδί, η μητέρα είναι ολόκληρος ο κόσμος.
Οπότε όταν ένας πατέρας κακομεταχειρίζεται έναν γιο, ξέρεις με ποιον θυμώνει ο γιος; Με τη μητέρα. Όχι με τον πατέρα. Με τη μητέρα που δεν τον προστάτεψε. Οι γυναίκες παίρνουν συνεχώς το μήνυμα ότι “δεν πρέπει να θυμώνουν”. Οπότε, ακόμη κι αν υπάρχει θυμός μέσα τους, μαθαίνουν να τον καταπιέζουν».
Στη συγκλονιστική ερώτηση μιας γυναίκας απ’ το κοινό, που αναρωτήθηκε γιατί δεν κατάλαβε ποτέ τη σεξουαλική κακοποίηση που είχε υποστεί σε παιδική ηλικία η κόρη της από συγγενικά της πρόσωπα, ο Mate επισήμανε:
«Δεν αντιλήφθηκες τι συνέβαινε με την κόρη σου, όχι επειδή δεν την αγαπούσες, όχι επειδή δεν θα θυσίαζες τη ζωή σου γι’ αυτήν. Θα το έκανες. Αλλά δεν το είδες, γιατί ήσουν τυφλή και κουφή, πειδή είχες αποσυνδεθεί από τον εαυτό σου ως παιδί. Και γι’ αυτό συνέβη η κακοποίηση, γιατί ο θύτης κατάλαβε ότι αυτό το παιδί δεν ήταν προστατευμένο. Και όταν συνέβη, δεν ήρθε σε σένα, οπότε είτε ένιωθε υπερβολικά υπεύθυνη να σε προστατεύσει από τον πόνο της είτε ίσως δεν ένιωθε αρκετά ασφαλής για να έρθει σε σένα. Δεν φταις εσύ. Είναι διαγενεακό. Έτσι λειτουργεί το τραύμα. Αυτό όμως που λέω είναι ότι δεν ήσουν πραγματικά εκεί για εκείνη. Ήθελες να είσαι. Μακάρι να μπορούσες να είσαι. Αν το γνώριζες, θα ήσουν. Αλλά αυτό που σου προτείνω να σκεφτείς, χωρίς καμία απολύτως επίρριψη ευθύνης προς εσένα, γιατί έκανες ό,τι καλύτερο μπορούσες, είναι πως δεν κατάφερες να είσαι εκεί για εκείνη, επειδή δεν μπορούσες να είσαι εκεί για τον εαυτό σου, αφού είχες αποσυνδεθεί όταν ήσουν παιδί».
Μιλώντας για το μείζον θέμα της γυναικείας κακοποίησης, που λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις στις σύγχρονες κοινωνίες, τόνισε:
«Το πρόβλημα είναι το εξής: παρότι το τραύμα συμβάλλει σημαντικά σε πάρα πολλές ασθένειες και προβλήματα, ο μέσος γιατρός δεν παρακολουθεί ούτε μία διάλεξη για το τραύμα. Έτσι, μια γυναίκα μπορεί να πηγαίνει στον γιατρό της για χρόνια και εκείνος να μην τη ρωτήσει ποτέ αν έχει βιώσει κάποιο τραύμα ή αν υφίσταται κακοποίηση. Απλώς δεν τους περνά από το μυαλό.
Η αστυνομία είναι εντελώς ανεκπαίδευτη πάνω σε αυτό το θέμα και πολλές φορές κάνει το θύμα να αισθάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά με το ίδιο επειδή τόλμησε να μιλήσει. Ο μέσος δικηγόρος, ο μέσος αστυνομικός, ο μέσος δικαστής δεν έχει ακούσει ούτε μία διάλεξη για το τραύμα. Ο μέσος δάσκαλος, επίσης. Άρα η κουλτούρα είναι “τυφλή” απέναντι στο τραύμα. Αυτό αλλάζει κάπως, αλλά διεθνώς η κατάσταση παραμένει αρκετά άσχημη.
Και θα έλεγα πως σε μια έντονα πατριαρχική κοινωνία όπως η Ελλάδα, είναι πιθανότατα ακόμη χειρότερα. Είναι άσχημο ακόμη και στον λεγόμενο προηγμένο δυτικό κόσμο.
Τι μπορείς να κάνεις γι’ αυτό; Δεν είναι ατομικό ζήτημα. Είναι πολιτικό ζήτημα. Είναι θέμα συλλογικής δράσης, οργάνωσης, συσπείρωσης με άλλους ανθρώπους, διεκδίκησης και πολιτικής παρέμβασης. Μόνο αυτό μπορεί να το αλλάξει. Δεν έχω μια απλή απάντηση να δώσω, αλλά θα χρειαστεί πολλή δουλειά από πολλούς ανθρώπους για να αλλάξει η κατάσταση».
Ο Maté γεννήθηκε στη Βουδαπέστη το 1944, σε εβραϊκή οικογένεια. Οι παππούδες του από την πλευρά της μητέρας του, σκοτώθηκαν στο Άουσβιτς όταν εκείνος ήταν πέντε μηνών. Η θεία του εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ ο πατέρας του υπέστη καταναγκαστική εργασία από το ναζιστικό καθεστώς.
Όταν ο Maté ήταν ενός έτους, η μητέρα του τον άφησε για περισσότερο από πέντε εβδομάδες στη φροντίδα μιας άγνωστης γυναίκας για να του σώσει τη ζωή. Όταν ξανασυναντήθηκαν, ο Maté ένιωσε εγκαταλελειμμένος από τη μητέρα του και για αρκετές ημέρες δεν την κοιτούσε καν.
Ο ίδιος έχει αναφέρει ότι το τραύμα της «εγκατάλειψης, της οργής και της απόγνωσης» εξακολουθεί να επηρεάζει την ενήλικη ζωή του, πυροδοτώντας παρόμοιες συγκρούσεις που ο ίδιος ερμηνεύει ως απειλές εγκατάλειψης, ιδιαίτερα μέσα στον γάμο του.
Αναφερόμενος στις ρίζες του, ο εβραϊκής καταγωγής επιστήμονας, καυτηρίασε τη στάση του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, τονίζοντας πως το 2022 βρέθηκε στην Παλαιστίνη δουλεύοντας με γυναίκες που υποφέρουν από μετατραυματικό στρες έπειτα από βασανιστήρια που είχαν υποστεί σε ισραηλινές φυλακές.
Ο Gabor Maté, μιλώντας σε άλλο σημείο της συζήτησης για τους μηχανισμούς επιβίωσης που αναπτύσσουμε από την παιδική ηλικία και τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για σύνδεση και αυθεντικότητα, τόνισε πως η τάση να προσπαθούμε διαρκώς να ευχαριστούμε τους άλλους δεν αποτελεί πραγματική ανάγκη αλλά έναν τρόπο προσαρμογής.
Όπως εξήγησε, ο άνθρωπος είναι «βιολογικά προγραμματισμένος» για τη φροντίδα και τον δεσμό με τους άλλους, καθώς χωρίς αυτή τη σύνδεση κανένα θηλαστικό δεν θα μπορούσε να επιβιώσει. «Σε όλη μας τη ζωή θέλουμε να συνδεόμαστε, να αγαπάμε, να μας αγαπούν και να φροντίζουμε τους άλλους. Αλλά ποτέ δεν χρειαζόμαστε αυτή τη σύνδεση τόσο απελπισμένα όσο όταν είμαστε μικρά παιδιά», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι πέρα από την ανάγκη της προσκόλλησης υπάρχει και μια δεύτερη, εξίσου θεμελιώδης ανάγκη: η αυθεντικότητα, δηλαδή η ανάγκη να μπορεί κανείς να είναι πραγματικά ο εαυτός του.
Για να εξηγήσει, μάλιστα, τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για αποδοχή και στην εσωτερική μας αλήθεια, απευθύνθηκε στο κοινό με μια απλή αλλά αποκαλυπτική ερώτηση: «Σας έχει τύχει ποτέ να έχετε ένα πολύ δυνατό προαίσθημα για κάτι, να το αγνοήσετε και μετά να το μετανιώσετε;», θέλοντας να δείξει πόσο συχνά οι άνθρωποι μαθαίνουν να απομακρύνονται από το ένστικτο και τα συναισθήματά τους προκειμένου να διατηρήσουν έναν δεσμό ή να αισθανθούν ασφαλείς.
Όπως ανέφερε, ο άνθρωπος εξελίχθηκε μέσα στη φύση βασιζόμενος στο ένστικτό του και στη σύνδεση με τον εαυτό του, γι’ αυτό και η αυθεντικότητα δεν είναι «πολυτέλεια» αλλά μια θεμελιώδης ανθρώπινη ανάγκη. «Δεν θα δείτε ποτέ ένα άγριο ζώο να αγνοεί το ένστικτό του. Δεν θα επιβίωνε», σημείωσε χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως η απομάκρυνση από τα πραγματικά συναισθήματα και τις εσωτερικές μας ανάγκες είναι κάτι που ο άνθρωπος μαθαίνει κοινωνικά.
Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα στη στιγμή όπου ένα παιδί λαμβάνει το μήνυμα ότι δεν θα γίνει αποδεκτό αν εκφράζει ελεύθερα τον εαυτό και τα συναισθήματά του. Τότε, όπως είπε, δημιουργείται ένα ασυνείδητο δίλημμα ανάμεσα στον δεσμό και στην αυθεντικότητα. «Το παιδί δεν έχει την πολυτέλεια να χάσει τη σύνδεση. Άρα εγκαταλείπει τον εαυτό του», τόνισε, περιγράφοντας αυτή τη διαδικασία ως έναν αυτόματο μηχανισμό προσαρμογής.
Σύμφωνα με τον Maté, από εκεί ξεκινά συχνά και η διαρκής ανάγκη για αποδοχή και επιβεβαίωση από τους άλλους. «Αναπτύσσουμε μια προσωπικότητα που έχει στόχο να ευχαριστεί τους άλλους για να γίνεται αποδεκτή. Και κάπως έτσι εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας», ανέφερε, προσθέτοντας πως το τίμημα αυτής της απώλειας της αυθεντικότητας μπορεί να είναι βαρύ τόσο ψυχικά όσο και σωματικά.
Μάλιστα, περιέγραψε με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο την υπαρξιακή κρίση που συχνά εμφανίζεται αργότερα στη ζωή: «Γίνεσαι 40 ή 45 ετών, μπορεί να έχεις ακόμη και επιτυχία, και ξαφνικά αναρωτιέσαι: Τη ζωή ποιανού ζω τελικά; Σίγουρα όχι τη δική μου!», τόνισε ο σπουδαίος επιστήμονας, καταλήγοντας πως το πρόβλημα δεν είναι η ανάγκη για αγάπη ή αποδοχή, αλλά το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι έχουν μεγαλώσει με την πεποίθηση ότι αν είναι πραγματικά ο εαυτός τους, δεν θα αγαπηθούν.




