«Η φωνή του Ομάρ αντήχησε σαν κεραυνός στο δωμάτιο. “Μη φοβάσαι, μικρή μου, μπορεί να είμαι αδυσώπητος, αλλά εσένα δεν θα σε πειράξω”». Για τους φαν των Απαράδεκτων, το επεισόδιο στο οποίο η Δήμητρα βυθίζεται στις σελίδες ενός Άρλεκιν με πρωταγωνιστές τον βάναυσο-τρυφερό Ομάρ και την ανυπεράσπιστα παραδομένη σε αυτόν Σίρλεϊ, παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα της σειράς. Η Δήμητρα, αποτυπώνοντας την Ελληνίδα νοικοκυρά που οι γύρω της θεωρούσαν κατώτερή τους επειδή δεν είχε σπουδάσει, δεν εργαζόταν και περνούσε τις μέρες της στο σπίτι, βρίσκει καταφύγιο στην αισθηματική λογοτεχνία λίγο πριν από την επέτειο των οκτώ χρόνων του γάμου της. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της, φαντασιώνεται παθιασμένες περιπέτειες με έναν άνδρα που μπορεί ακόμη να τη συναρπάσει, σε αντίθεση με τον σύζυγό της, τον Σπύρο, που στα μάτια της έχει γίνει πια «φλώρος» – δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα διαφημιστικά σλόγκαν στην Ελλάδα των δεκαετιών του ’80 και του ’90 ήταν το περίφημο «Με ένα Άρλεκιν ξεχνιέσαι».
Η επιτυχία των Απαράδεκτων οφείλεται στο ότι η σειρά κατέγραφε με οξυδέρκεια και χιούμορ πλευρές της ελληνικής πραγματικότητας που σπάνια έβρισκαν θέση στη δημόσια συζήτηση. Στο εν λόγω επεισόδιο αποτύπωνε εύστοχα το στίγμα που συνόδευε για δεκαετίες την αισθηματική λογοτεχνία, είδος που διάβαζαν εκατομμύρια γυναίκες σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά λίγες παραδέχονταν δημόσια ότι απολάμβαναν. Στα μικρά αυτά βιβλία τσέπης, που κόστιζαν όσο ένα πακέτο τσιγάρα και υπόσχονταν λίγες ώρες εξωτικής απόδρασης, η ηρωίδα ήταν συνήθως νέα, αθώα και απροστάτευτη, μέχρι να γνωρίσει τον ισχυρό, πλούσιο και συχνά αλαζόνα άνδρα που θα άλλαζε τη ζωή της. Στα χρόνια που ακολούθησαν, συγγραφείς όπως η Judith Krantz έδωσαν στο είδος και στις γυναίκες περισσότερη αυτενέργεια, σεξ και αγοραστική δύναμη. Πρωτοπόρος του είδους «sex and shopping» και συχνός στόχος κριτικών που την αντιμετώπιζαν ως βασίλισσα της trash λογοτεχνίας, η Krantz πούλησε περισσότερα από 80 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, καθώς, μέσα από τις ιστορίες γεμάτες πάθος, φιλοδοξία και χλιδή, προσέφερε στις αναγνώστριές της κάτι που πίστευε ότι τους άξιζε εξαρχής: τον έλεγχο της ζωής τους. Οι ηρωίδες της ήταν τρισδιάστατοι άνθρωποι που διεκδικούσαν επιθυμίες, εξουσία, χρήματα, ακριβά ρούχα και σεξουαλική αυτονομία, οραματιζόμενες τον εαυτό τους ως πρωταγωνίστριες της δικής τους ιστορίας. Έχοντας πουλήσει περισσότερα από μισό δισεκατομμύριο αντίτυπα σε όλο τον κόσμο, το ίδιο έκανε και η θρυλική Jackie Collins, η σημαντικότερη συμβολή της οποίας ήταν το ότι τοποθέτησε απροκάλυπτα τη γυναικεία επιθυμία και τις βαθιά χειραφετημένες ηρωίδες της στο κέντρο της εμπορικής αφήγησης, αμφισβητώντας παγιωμένα πατριαρχικά στερεότυπα γύρω από το φύλο, το σεξ και την εξουσία.

Η νέα εποχή
Φυσικά, πολλές από αυτές τις ιστορίες ήταν προϊόντα της εποχής τους και λειτουργούσαν μέσα στα όρια και στις προκαταλήψεις της, αλλά το ότι οι παλιές φόρμουλες δεν ανταποκρίνονται πλέον στις προσδοκίες του σύγχρονου κοινού δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε η ανάγκη που εξυπηρετούσαν. Αντιθέτως, τα τελευταία χρόνια η αισθηματική λογοτεχνία γνωρίζει εντυπωσιακή αναγέννηση, μόνο που αυτή τη φορά οι ηρωίδες είναι συχνά οικονομικά ανεξάρτητες, οι ερωτικές σχέσεις περισσότερο ισότιμες, ενώ το είδος έχει διευρυνθεί σημαντικά, ώστε να περιλαμβάνει αφηγήσεις και χαρακτήρες που μέχρι πρόσφατα έμεναν εκτός του είδους. Για πολλούς νέους συγγραφείς και εκδότες αισθηματικής λογοτεχνίας, όμως, η βασική αποστολή παραμένει η ίδια: η δημιουργία ιστοριών που τοποθετούν στο επίκεντρο τη γυναικεία επιθυμία, απόλαυση και χαρά.
«Το ότι η αισθηματική λογοτεχνία γνωρίζει σήμερα μια τόσο μεγάλη άνθιση είναι σημαντικό σε οποιοδήποτε πλαίσιο, αλλά αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε μια εποχή που τα δικαιώματα των γυναικών αμφισβητούνται ξανά και η γυναικεία σεξουαλικότητα επιχειρείται να περιοριστεί στον αναπαραγωγικό της ρόλο», δήλωσε πρόσφατα η Claire Mazur, συνιδρύτρια του ανεξάρτητου εκδοτικού οίκου 831 Stories μαζί με την Erica Cerulo. Οι δύο φίλες στράφηκαν στην αισθηματική λογοτεχνία στη διάρκεια της πανδημίας, όταν βρήκαν παρηγοριά σε ιστορίες που υπόσχονταν ένα ευτυχισμένο τέλος σε μια περίοδο αβεβαιότητας. Μέσα σε λίγα χρόνια, το 831 Stories εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα νέα εγχειρήματα του χώρου, εξασφαλίζοντας χρηματοδότηση εκατομμυρίων δολαρίων και, πρόσφατα, μια συμφωνία με το Hulu για την ανάπτυξη τηλεοπτικών σειρών βασισμένων στους τίτλους του. Παράλληλα, οι Mazur και Cerulo έχουν διαμορφώσει μια σαφή φιλοσοφία για τις ιστορίες που εκδίδουν, καθώς οι πρωταγωνίστριές τους είναι αυστηρά ενήλικες γυναίκες άνω των 25 ετών, με διαμορφωμένη ταυτότητα και στόχους, ενώ ο έρωτας δεν έρχεται να τις ολοκληρώσει, αλλά να προστεθεί σε μια ήδη πλήρη ζωή. Και παρότι το σεξ παραμένει αναπόσπαστο στοιχείο του είδους, η έμφαση δεν δίνεται στη φαντασίωση της διάσωσης της «δεσποσύνης σε κίνδυνο», αλλά στην εξερεύνηση της επιθυμίας, στην επιλογή και στην προσωπική ελευθερία. Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η αισθητική που χτίζει το 831 stories γύρω από το είδος της αισθηματικής λογοτεχνίας, καθώς τα μικρού μεγέθους βιβλία του δεν θυμίζουν τα κλασικά εξώφυλλα με τα ημίγυμνα μοντέλα των προηγούμενων δεκαετιών. Αναθέτοντας τον σχεδιασμό τους στο creative studio C47, υπεύθυνο για branding projects πολυτελών οίκων μόδας, όπως Bottega Veneta, Valentino και Prada, ένα 831 stories βιβλίο παραπέμπει σε πολιτιστικό αξεσουάρ για μια νέα γενιά αναγνωστριών που δεν νιώθουν πλέον την ανάγκη να κρύψουν τι διαβάζουν.
Η επιτυχία του 831 Stories δεν βασίζεται μόνο στα βιβλία που εκδίδει, αλλά και στην κοινότητα που έχει καταφέρει να δημιουργήσει γύρω από αυτά, επενδύοντας σε εκδηλώσεις και λέσχες ανάγνωσης που φέρνουν κοντά αναγνώστριες οι οποίες μέχρι πρόσφατα κατανάλωναν το αγαπημένο τους είδος ιδιωτικά. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συνεργασία τους με το Vogue Book Club, μέσα από την οποία έχουν παρουσιάσει αποκλειστικά δοκίμια, πλαισιωμένα από ειδικές λογοτεχνικές εκδηλώσεις στη Νέα Υόρκη. Έτσι, παράλληλα με την άνοδο της ρομαντικής λογοτεχνίας, αυξάνεται και ο αριθμός των βιβλιοπωλείων που αφιερώνονται αποκλειστικά στο είδος, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Ripped Bodice στο Μπρούκλιν, σημείο συνάντησης μιας εξαιρετικά ενεργής κοινότητας αναγνωστριών, οι οποίες μοιράζονται δημόσια κάτι που για δεκαετίες αντιμετωπιζόταν ως ένοχη απόλαυση.
Η σύγχρονη άνθηση της αισθηματικής λογοτεχνίας δεν αφορά, όμως, μόνο τις αναγνώστριες, αλλά και τις ίδιες τις συγγραφείς. Ένα πρόσφατο ρεπορτάζ των New York Times κατέγραψε την περίπτωση των γυναικών συγγραφέων ερωτικής λογοτεχνίας στη βόρεια Νιγηρία, όπου η Σαρία, δηλαδή ο ισλαμικός θρησκευτικός κώδικας διαβίωσης, συνυπάρχει με το κοσμικό δίκαιο και τα πιο τολμηρά βιβλία έχουν κατά καιρούς λογοκριθεί ή ακόμη και καεί δημόσια. Αυτό δεν εμπόδισε γυναίκες συγγραφείς, όπως η δημοφιλής Fauziyya Tasiu Umar, από το να βρίσκουν νέους τρόπους να προσεγγίσουν το κοινό τους, δημοσιεύοντας τμηματικά τις ιστορίες τους μέσω κλειστών –και αποκλειστικά για γυναίκες– γκρουπ στο WhatsApp. «Πιστεύω ότι η ερωτική λογοτεχνία είναι ζωτικής σημασίας για την κοινωνία. Μιλάει για πράγματα που συμβαίνουν στην πραγματική ζωή και μέσα από αυτές τις ιστορίες οι άνθρωποι μπορούν να τα κατανοήσουν καλύτερα», δήλωσε η Umar. Χρησιμοποιώντας ιστορίες που μιλούν ανοιχτά για τον έρωτα, την επιθυμία και τις ερωτικές σχέσεις, πολλές από αυτές τις γυναίκες έχουν καταφέρει να χτίσουν ένα πιστό αναγνωστικό κοινό, να περάσουν μηνύματα γυναικείας ενδυνάμωσης και, παράλληλα, να αποκτήσουν μια πηγή εισοδήματος σε μια κοινωνία όπου οι επαγγελματικές ευκαιρίες για τις γυναίκες παραμένουν πολύ περιορισμένες.
Για δεκαετίες, η αισθηματική λογοτεχνία αντιμετωπίστηκε ως μια ανάλαφρη απόδραση από την πραγματικότητα. Μαζί της στιγματίστηκαν και οι αναγνώστριές της, που συχνά παρουσιάζονταν ως γυναίκες με περιορισμένα λογοτεχνικά κριτήρια, που ενδιαφέρονταν περισσότερο για ρομαντικές περιπέτειες παρά για τα «σοβαρά» ζητήματα της ζωής και της τέχνης – όπως η Δήμητρα στους Απαράδεκτους. Σε αντίθεση με τα λογοτεχνικά είδη από άνδρες συγγραφείς που θεωρούνταν σοβαρά ή οικουμενικά, η αισθηματική λογοτεχνία υποβαθμίστηκε ως ένα ανάγνωσμα χωρίς πνευματική αξία, ακριβώς επειδή απευθυνόταν πρωτίστως σε γυναίκες. Στην πράξη, όμως, υπήρξε συχνά κάτι πολύ ουσιαστικότερο: ένας χώρος όπου οι γυναίκες μπορούσαν να φανταστούν διαφορετικές εκδοχές του εαυτού τους, να μιλήσουν για την επιθυμία τους με τους δικούς τους όρους και, όλο και συχνότερα, να διεκδικήσουν μέσα από αυτήν απόλαυση, φωνή, κοινότητα και οικονομική δύναμη. Όταν κάποτε ρώτησαν την Jackie Collins τι θα ήθελε να γράφει η ταφόπλακά της, η απάντησή της ήταν χαρακτηριστική της σχέσης που είχε με το κοινό της: «Έδωσε σε πάρα πολλούς ανθρώπους πάρα πολλή ευχαρίστηση».




