η-προσφορά-του-σκηνοβάτη-223434

Σας έχει τύχει να σταθεί κάποιος από πάνω σας την ώρα που πληκτρολογείτε; Είναι σαν το βλέμμα του να βάζει τρικλοποδιές στα δάχτυλά σας. Ελαφριά ταχυπαλμία. Είστε σίγουροι ότι τώρα θα κάνετε λάθος. Ο ειρμός σας χάνεται – τι έγραφα μόλις; Κενό. Τώρα, σκεφτείτε να στέκονται από πάνω σας πενήντα άνθρωποι. Πεντακόσιοι. Πέντε χιλιάδες. Σας σηκώνουν ψηλά, πάνω στο γραφείο σας, και βλέπουν όλοι την οθόνη σας. Τα δάχτυλά σας. Πόσο γρήγορα πληκτρολογείτε. Τι γράφετε. Τι σκέφτεστε.

Μπορούν να δουν το σώμα σας και ό,τι αυτό προδίδει. Την αμηχανία σας. Την αγωνία σας. Όλες τις ατέλειες που προσπαθήσατε να κρύψετε πριν βγείτε από το σπίτι. Δεν μπορείτε να ελέγξετε τις αντιδράσεις αυτών που σας κοιτούν, δεν τους ξέρετε, δεν τους βλέπετε καν· κάποιος μπορεί να φωνάξει κάτι εναντίον σας, να σας επιτεθεί, να χασμουρηθεί δυνατά ή να σηκώσει το τηλέφωνό του, επιδεικνύοντας τη βαρεμάρα του γι’ αυτό που κάνετε.

Νιώθετε ευάλωτοι, όπως στα όνειρα που περπατάμε γυμνοί ανάμεσα σ’ ένα πλήθος ντυμένων. Αυτό είναι το πρωταρχικό συναίσθημα όλων των ανθρώπων που βλέπετε πάνω σε μια σκηνή. Και με αυτό θα πολεμήσουν τις επόμενες ώρες μπροστά στα μάτια σας.

Έχω την τύχη να ζω τη σκηνή από 16 ετών. Στην αρχή από κάτω, ως μαθήτρια και θεατής, μετά πάνω της, ως ηθοποιός, τώρα πίσω της, ως θεατρική συγγραφέας. Θυμάμαι πολύ καλά το συναίσθημα εκείνου που εκτίθεται. Ήταν ελάχιστες οι φορές που κατάφερα να το νικήσω, γι’ αυτό και εγκατέλειψα.

©Unsplash
1/2
Native Share

Γρήγορα, ευτυχώς, κατάλαβα ότι ο πόλεμος με την έκθεση είναι μια μάχη που δεν είμαι φτιαγμένη να δίνω κάθε μέρα. Τώρα, κάθε φορά που σβήνουν τα φώτα ενός θεάτρου ή μιας μουσικής σκηνής, ξεφυσώ ανακουφισμένη που δεν χρειάζεται να είμαι εγώ εκεί πάνω. Απαιτείται ένα άλλο είδος προσωπικότητας για να μπορείς όχι μόνο να αντέχεις να θέτεις τον εαυτό σου στην κρίση των άλλων –όπως κι αν ξύπνησες, ό,τι κι αν σου συνέβη–, αλλά να το χαίρεσαι κιόλας, να το λαχταράς, να βρίσκεις εκεί τον λόγο της ύπαρξής σου.

Δεν ξέρω πόσο είναι συνειδητό αυτό στο κοινό: το να ανεβαίνεις στη σκηνή είναι μια άγρια διαδικασία. Ο δάσκαλός μου, Ανδρέας Βουτσινάς, έλεγε συχνά πως είμαστε σχοινοβάτες. Γιατί μας γοητεύουν οι σχοινοβάτες; Γιατί κάνουν κάτι που φαίνεται υπεράνθρωπο και επειδή μπορούν ανά πάσα στιγμή, μπροστά στα μάτια μας, να πέσουν. Αν τα καταφέρουν ως την άλλη άκρη του σχοινιού, προκαλούν τον θαυμασμό μας. Αν αποτύχουν, αποδεικνύουν προς ανακούφισή μας πως δεν είναι υπεράνθρωποι.

Το κοινό του σχοινοβάτη προσέρχεται στο θέαμα με ένα διττό αίτημα: από τη μία θέλει να μαγευτεί, από την άλλη εύχεται κρυφά να είναι παρόν στην πτώση. Η ζωντανή περφόρμανς είναι γοητευτική, γιατί φλερτάρει τόσο με το δέος όσο και με το λάθος. Τόσο με το θεϊκό όσο και με το ανθρώπινο.

Όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, η σχέση κοινού και περφόρμερ είναι μια σχέση εξουσίας. Το κοινό είναι φύσει πιο δυνατό: είναι πολλοί, είναι ανώνυμοι, είναι στο σκοτάδι και έχουν πληρώσει για να μαγευτούν. Ο περφόρμερ, από την πλευρά του, είναι ο «ηγέτης» της βραδιάς: στέκεται πιο ψηλά, φωτίζεται, ο λόγος τού ανήκει. Είναι εκεί για να μας πει μια ιστορία με τρόπο που θα κινητοποιήσει το συναίσθημα και τη σκέψη μας.

Για τις επόμενες ώρες, θα πάσχει ο ίδιος αντί για μας. Η δουλειά του είναι να γίνει ο καθρέφτης μέσα στον οποίο θα μας δούμε. Ο ερμηνευτής μάς προσφέρει το δικό του σώμα ως δέκτη και πομπό όλων των αόρατων δυνάμεων που συνέχουν τη ζωή μας. Είναι ένα medium, ένας ενδιάμεσος, μεταξύ ημών και αυτού που αιωρείται πάνω απ’ τα κεφάλια όλων μας: του συλλογικού ασυνείδητου.

Όσοι έχετε δημιουργήσει μία φορά στη ζωή σας έστω και κάτι ελάχιστο, ξέρετε αυτό το συναίσθημα. «Δημιουργώ» για μένα σημαίνει: σηκώνω τα χέρια ψηλά, πιάνω κάτι αόρατο –μια «ιδέα»– και του δίνω σχήμα. Το «ερμηνεύω» μέσω του σώματός μου. Άπαξ και κάτι πάρει σχήμα, μπορούν να το δουν και άλλοι, μπορεί να μοιραστεί. Το να πάρεις κάτι άυλο από τη σφαίρα των ιδεών και να το «κατεβάσεις» ανάμεσα στους ανθρώπους για να το μοιραστείτε είναι μια πράξη αδιανόητης χαράς. Για να το θέσω απλοϊκά: είναι σαν να πήγες κάπου «αλλού», να κατάλαβες κάτι για την ανθρώπινη κατάσταση και να το μοιράζεσαι με τους άλλους για να το ξέρουν κι αυτοί. Είναι μια προσφορά, ένα δώρο που σε συνδέει με τους γύρω σου και με τον εαυτό σου. Γι’ αυτό και, όσο άγρια κι αν είναι η συνθήκη τού «στέκομαι πάνω σε μια σκηνή», άλλο τόσο είναι και λυτρωτική. Και γι’ αυτόν που τη ζει εκεί πάνω, και για όσους τη ζουν από κάτω. Σκεφτείτε πώς νιώθετε όταν συνδέεστε με έναν άνθρωπο.

Τώρα σκεφτείτε πώς θα νιώθατε αν συνδεόσασταν με πενήντα. Πεντακόσιους. Πέντε χιλιάδες. Μια παράσταση δεν είναι παρά μια θρησκευτική τελετή όπου όλοι, ανεξαρτήτως θρησκείας, πιστεύουν για λίγο στον ίδιο θεό: τον άνθρωπο. Ή –για να είμαι πιο ακριβής– διαπραγματεύονται αυτή τους την πίστη όλοι μαζί.

Πιθανότατα θα έχετε ζήσει τέτοιες βραδιές σε παραστάσεις ή συναυλίες, με ένα χαρισματικό «τέρας» επί σκηνής κι εσάς από κάτω καθηλωμένους, να μη νιώθετε πια μονάδα, αλλά κομμάτι ενός ενιαίου ανθρώπινου σώματος, συνδεδεμένοι και με τον ερμηνευτή και με τους γύρω σας. Είναι σπάνιες –ίσως όλο και πιο σπάνιες– αλλά, όταν συμβαίνουν, τις θυμόμαστε για το υπόλοιπο της ζωής μας, γιατί κάτι μέσα μας «κουνήθηκε».

©Unsplash
2/2
Native Share

Με αυτή την ελπίδα της συν-κίνησης, της εσωτερικής αλλαγής που προκαλείται από άλλους και μαζί με άλλους, αγοράζουμε το εισιτήριό μας, αυτήν προσδοκούμε από τους ερμηνευτές. Το ίδιο προσδοκούν κι αυτοί από τον εαυτό τους, τους συνεργάτες τους και το κοινό: τη μέθεξη. Τη στιγμή της ψυχικής συνάντησης όλων.

Του συντονισμού σε μια συχνότητα, σε ένα συναίσθημα, σε ένα γενναιόδωρο πάρε-δώσε ενέργειας. Είναι η στιγμή που η εξουσία ερμηνευτή και κοινού μοιράζεται εξίσου και στους δύο: ο ερμηνευτής χαρίζει την ενέργειά του στο κοινό κι αυτό του τη γυρίζει πίσω πολλαπλάσια.

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Γιατί, μένοντας κι εγώ για καιρό χωρίς το τακτικό μου «εκκλησίασμα» σε θεατρικές αίθουσες και μουσικές σκηνές, θυμήθηκα τι ήταν εκείνο το μαγικό που με τραβούσε υπνωτισμένη σ’ αυτές τις τελετές, πριν γίνει το θέατρο για μένα δουλειά και υποχρέωση και –όπως για μεγάλη μερίδα του κοινού– κοινωνική εκδήλωση.

Αυτή ήταν η ευγενική απάντηση του γιατί τα λέω. Στην πραγματικότητα, θέλω απλώς να πω: Σεβαστείτε αυτούς που βρίσκονται εκεί πάνω για όσα προσφέρουν σε εμάς εκεί κάτω. Έχουν σάρκα και οστά, δεν είναι ολογράμματα, δεν μας χωρίζει απ’ αυτούς μια οθόνη, βρίσκονται σε διάλογο μαζί μας· μας βλέπουν και μας ακούν και εισπράττουν ανά πάσα στιγμή την ενέργειά μας. Κοινώς, κλείστε σας παρακαλώ τα τηλέφωνά σας, τα ακούν. Μη στέλνετε μηνύματα, βλέπουν τη φωτεινή οθόνη σας. Μην τους σχολιάζετε εκείνη τη στιγμή, περιμένετε να βγείτε από την αίθουσα. Μην τους τραβάτε φωτογραφίες: το ότι επιλέγουν να εκτίθενται δεν σημαίνει πως είναι εκθέματα.

Αν αγανακτήσετε με αυτό που βλέπετε, να θυμάστε πως ίσως κι εκείνοι έχουν αγανακτήσει πριν από σας με τον σκηνοθέτη ή το έργο ή το κρύο στα παρασκήνια ή τους πόνους στο σώμα τους ή τον μισθό που ο παραγωγός καθυστερεί και αυτόν τον μήνα. Θα προσπαθήσουν γενναία να μην καταλάβετε τίποτε απ’ αυτά, αλλά μη θεωρήσετε ότι, επειδή τους βλέπετε εκεί φωτισμένους, γοητευτικούς, υπεράνθρωπους, δεν νιώθουν. Είναι άνθρωποι και είναι εκεί για να μοιραστούν μαζί σας τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.