Με έκδηλο αισθησιασμό, καλλιτεχνική καταγωγή και μια επαγγελματική διαδρομή που χτίζεται μέσα από δημοφιλείς τηλεοπτικούς ρόλους εποχής και έντονου μελοδράματος, η Ιζαμπέλλα Φούλοπ μοιάζει να φέρει περισσότερες από μία αφηγήσεις. Κόρη του Ούγγρου ζωγράφου Tibor Fulop και με ποντιακή καταγωγή από την πλευρά της Ελληνίδας μητέρας της, μεγάλωσε ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτισμικές αναφορές, ιστορίες και παραστάσεις. Τη σεζόν που ξεκινά, επιστρέφει τηλεοπτικά μέσα από τις Μπλε ώρες στον ΣΚΑΪ, και αυτή είναι η ιδανική στιγμή για μια συζήτηση μαζί της γύρω από τη θηλυκότητα, την ελευθερία, την κριτική, το στιλ, την ηθική της τηλεόρασης, αλλά και το πώς μια γυναίκα ηθοποιός μαθαίνει να διεκδικεί τον χώρο της πέρα από την εικόνα που οι άλλοι προβάλλουν πάνω της.
Ιζαμπέλλα, μεγάλωσες με πατέρα ζωγράφο. Σε έχει καθορίσει αυτό;
Απόλυτα. Η επαφή με την τέχνη από μικρή ηλικία διευρύνει τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο· καλλιεργεί την ευαισθησία, τη φαντασία, την ενσυναίσθηση. Εγώ μεγάλωσα μέσα στη ζωγραφική, αλλά και με ερεθίσματα από τη μουσική και το θέατρο, οπότε η τέχνη υπήρχε γύρω μου σαν κάτι φυσικό. Από την άλλη, το να ζεις με έναν άνθρωπο που έχει κάνει την τέχνη του επάγγελμα σημαίνει ότι έρχεσαι από νωρίς σε επαφή και με την αβεβαιότητά της. Δεν υπάρχει πάντα σταθερότητα, πρόγραμμα, ασφάλεια…
Θυμάσαι την πρώτη φορά που κατάλαβες ότι θέλεις να ασχοληθείς με την υποκριτική;
Δεν μπορώ να ανακαλέσω μια συγκεκριμένη στιγμή, γιατί από πολύ μικρή έλεγα ότι ήθελα να γίνω ηθοποιός. Περνούσαν τα χρόνια και αυτό δεν άλλαζε. Οπότε, δεν υπήρξε μια αποκάλυψη. Ήταν σύμφυτο με την εξέλιξή μου.

Έχεις συμμετάσχει σε αρκετές τηλεοπτικές δουλειές τα τελευταία χρόνια. Ποια είναι τα σημαντικότερα μαθήματα που έχεις πάρει;
Κάθε δουλειά έχει κάτι να σου δώσει. Για μένα, το μεγαλύτερο μάθημα δεν ήρθε από την τηλεόραση, αλλά από μία από τις πρώτες μου θεατρικές απόπειρες. Ήταν ένας μονόλογος που είχα γράψει η ίδια σε μικρή ηλικία και τον είχε σκηνοθετήσει ο Γιώργος Νινιός. Όλη αυτή η διαδικασία, από τις πρόβες μέχρι το ανέβασμα, λειτούργησε για μένα σαν μια δεύτερη υποκριτική σχολή. Έκανα πάρα πολλή δουλειά μόνη μου, ήταν ένα έργο που γεννήθηκε από δική μου ανάγκη και η συνεργασία μου με αυτόν τον άνθρωπο με δίδαξε πάρα πολλά.
Θα μείνω στην τηλεόραση, γιατί σε έχουμε δει σε πολλές δημοφιλείς και εμπορικές σειρές, συχνά με έντονο μελοδραματικό στοιχείο. Ήταν συνειδητή επιλογή ή έτυχε;
Αποφοίτησα από τη δραματική σχολή με την πεποίθηση ότι η τηλεόραση είναι ένα μέσο που «σκοτώνει» την τέχνη μας. Ότι οι καλοί ηθοποιοί κάνουν θέατρο. Κάτι που κουβαλούσα για αρκετά χρόνια μετά. Κάποια στιγμή, όμως, κατάλαβα ότι η ποιότητα που έχεις ως καλλιτέχνης και ως προσωπικότητα σε ακολουθεί όπου κι αν βρεθείς. Είτε παίζεις έναν μεγάλο ρόλο στην Επίδαυρο είτε σε μια τηλεοπτική σειρά, θα τη φέρεις μαζί σου. Αυτό κάπως με ξεμπλόκαρε. Κατάλαβα ότι μπορώ και θέλω να κάνω τηλεόραση και άρχισα να το κυνηγάω περισσότερο. Οπότε, πιστεύω ότι ναι, ό,τι έχω κάνει ήταν επιλογή μου· κάτι που ήθελα και το πέτυχα.

Θεωρείς ότι υπάρχει σεξισμός στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι γυναικείοι ρόλοι στην ελληνική τηλεόραση;
Σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, θεωρώ ότι υπάρχει βελτίωση. Δεν σου κρύβω ότι πολλές φορές συζητάμε μεταξύ μας πως πάντα δίνεται βαρύτητα στους ανδρικούς ρόλους. Όμως αυτό έχει αρχίσει να αλλάζει και χαίρομαι ιδιαίτερα, γιατί οι γυναικείοι ρόλοι είναι που, τελικά, κινούν τα νήματα κάθε ιστορίας.
Εννοώ ότι συχνά οι ιδιότητες που προσδίδονται στους γυναικείους ρόλους της ελληνικής τηλεόρασης ίσως είναι κάπως στερεοτυπικές – η γυναίκα ως νοικοκυρά, ως θύμα, ως πόρνη…
Πιστεύω ότι είναι και θέμα ανάγνωσης. Βλέπεις μια σειρά και μπορεί να μείνεις απλώς στο ότι μια γυναίκα είναι πόρνη ή νοικοκυρά, χωρίς να αναγνώσεις το βάθος και τον ψυχισμό της. Ίσως ακόμα δεν είμαστε όλοι εκπαιδευμένοι να το δούμε έτσι. Άλλωστε, και οι ανδρικοί χαρακτήρες είναι συχνά στερεοτυπικοί: ο μπράβος, ο επιχειρηματίας κ.τ.λ. Το σημαντικό είναι να μη μένουμε στην πρώτη ανάγνωση.
Σε παλαιότερη συνέντευξή σου ανέφερες ότι ο γυναικείος αισθησιασμός εξακολουθεί να προκαλεί αμηχανία ή θυμό. Γιατί πιστεύεις ότι συμβαίνει αυτό;
Δεν είμαι ψυχολόγος, οπότε δεν μπορώ να πω ακριβώς από πού πηγάζει. Όμως, κάποτε η ψυχοθεραπεύτριά μου μου είχε πει ότι αυτό που μας θυμώνει πραγματικά είναι είτε μια πτυχή του χαρακτήρα μας που καθρεφτίζουμε στον άλλον είτε ένα στοιχείο που βλέπουμε και θα θέλαμε να το έχουμε οι ίδιοι. Άρα, μια αισθησιακή γυναίκα πρέπει ακόμα να απολογείται γι’ αυτό που είναι;
Δυστυχώς, υπάρχουν πολλοί που ακόμα κρίνουν τις επιλογές μας σε όλα τα επίπεδα. Και, ναι, εν έτει 2026 μια γυναίκα πρέπει συχνά να απολογείται όταν είναι αισθησιακή. Εσύ το βιώνεις αυτό;
Ευτυχώς, έχω ανθρώπους δίπλα μου που δεν ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Είναι πολύ σημαντικό να περιστοιχίζεσαι από άτομα που σε αγαπούν και σε σέβονται γι’ αυτό που είσαι. Όμως, το βιώνω κοινωνικά. Κάνω μια δουλειά που με αναγκάζει να εκτίθεμαι σε κάθε είδους σχολιασμό. Μάλιστα, δέχομαι κριτική και σεξισμό όχι μόνο από άνδρες, αλλά και από γυναίκες.

Αυτό έχει να κάνει και με την εμφάνιση;
Όχι. Δεν νομίζω ότι έχει να κάνει τόσο με την εμφάνιση, όσο με το πώς εσύ νιώθεις με τον εαυτό σου. Όσο πιο μεγάλη αυτοπεποίθηση έχεις και όσο πιο ελεύθερος αισθάνεσαι, τόσο περισσότερο γίνεσαι βορά για κριτική, θυμό και μίσος.
Πώς διαχειρίζεσαι το να σε κοιτούν ως ηθοποιό και ως γυναίκα; Όχι απλώς να σε αναγνωρίζουν, αλλά να σε παρατηρούν επίμονα;
Είμαι η περίπτωση του ανθρώπου που δεν τα καταλαβαίνει πολύ αυτά. Είμαι λίγο στον κόσμο μου, όχι και τόσο παρατηρητική. Δηλαδή, πρέπει να είμαι με παρέα και να μου πουν οι άλλοι ότι με κοιτάνε. Γενικά, δεν έρχομαι εύκολα σε δύσκολη θέση.
Παντρεύτηκες πριν από ενάμιση χρόνο και το έχεις επικοινωνήσει με μεγάλη χαρά. Σκέφτομαι μήπως, τελικά, στην εποχή όπου κανείς δεν θέλει να παντρευτεί και η single ζωή όλο και παρατείνεται, ο γάμος είναι πιο κουλ από ποτέ.
Χαίρομαι που το λες, γιατί το πιστεύω κι εγώ. Δεν ξέρω αν είναι κουλ ο γάμος, αλλά σίγουρα είναι κουλ το να βρίσκεις έναν σύντροφο με τον οποίο μπορείς να πορευτείς και υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός. Κάπως έχει γίνει μόδα η αγένεια και θεωρείται «εντάξει» το να μειώνεις κάποιον επειδή έτσι γουστάρεις. Όπως επίσης έχει γίνει παντιέρα η φράση «δεν συμβιβάζομαι». Όταν το να μη συμβιβάζεσαι εσύ καταργεί την ανάγκη του άλλου, χάνεται ο σεβασμός. Ωραίο είναι να έχεις τα στάνταρ και τις απαιτήσεις σου, αλλά πρέπει να έχεις και επίγνωση των επιθυμιών του άλλου.
Τι δεν ξέρουν οι άλλοι για σένα βλέποντας μόνο την εικόνα σου; Ίσως με την πρώτη ανάγνωση να δείχνω πιο comme il faut, ήσυχη, συντηρητική, με πολλά κουτάκια. Κάτι που δεν ισχύει.

Τι θεωρείς προσωπικό στιλ; Ένα ρούχο, τη στάση του σώματος, τον τρόπο που μπαίνεις σε έναν χώρο; Όλα αυτά και πολλά περισσότερα. Μου αρέσει πολύ η μόδα και για μένα στιλ είναι να την προσαρμόζεις στην προσωπικότητά σου. Και σίγουρα στιλ είναι το πώς κινείσαι σ’ έναν χώρο, πώς εκφράζεσαι, ακόμη και οι επιλογές ζωής που κάνεις.
Θα μπορούσες να περιγράψεις το δικό σου στιλ με τρεις λέξεις; Πολυεπίπεδο, δυναμικό και με στοιχεία έκπληξης.
Πότε νιώθεις πιο πολύ ο εαυτός σου, μπροστά στην κάμερα ή όταν κανείς δεν σε κοιτά; Το ίδιο. Αγαπώ πολύ τη δουλειά μου και νομίζω ότι πλέον έχω βρει τους μηχανισμούς ώστε να νιώθω ο εαυτός μου μπροστά στην κάμερα και αντίστοιχα να είμαι ανάλαφρη και χαλαρή όταν δεν με κοιτάει κανείς.
Σε σχέση με τα επόμενα βήματά σου έχεις κάποια στόχευση ή αφήνεις τη μία δουλειά να φέρει την άλλη; Υπάρχει κάτι που θέλεις πολύ να κάνεις;
Πολλά! Ρόλους, κινηματογράφο, θέατρο… Γενικά, δεν επαναπαύομαι. Μόλις τα τελευταία χρόνια έχω αρχίσει να μην έχω το συνεχές άγχος και καταφέρνω να απολαμβάνω περισσότερο τις επιτυχίες μου και να ζω τις στιγμές.




