© Nick Knight
© Nick Knight
© Nick Knight

Η Λένα Κιτσοπούλου και το άγχος της πρόκλησης

Το μίνι φιλμ της Λένας Κιτσοπούλου «Λάλκα» για το project «Enter» του Ιδρύματος Ωνάση, φλερτάρει με μια ανούσια πρόκληση γι' αυτό χάνει και κάθε ουσία.

Σε μια παλιά της συνέντευξη δήλωνε: «Θα ήθελα να μη δουλεύω, να μην κοπιάζω και να παίρνω μόνο βραβεία». Το νέο της μίνι φιλμ, «Λάλκα», την επιβεβαίωσε. Δεν φάνηκε ούτε να δούλεψε, ούτε να κόπιασε ιδιαίτερα για να το παράξει. Αντίθετα, το βραβείο που φάνηκε να αναζητά το πήρε και με το παραπάνω: έγινε αφορμή για ακόμα έναν εμφύλιο στα social media, κερδίζοντας μια πρόσκαιρη δημοσιότητα. Όχι ότι την είχε ανάγκη. Κάθε έργο που παρουσιάζει, φροντίζει να φλερτάρει έντονα με τα άκρα και ως γνωστόν κάθε άκρο εγείρει προβληματισμούς.

Αυτή τη φορά, μας προτείνει «να αγαπήσουμε τα ένστικτά μας, να τα γιορτάσουμε, τουλάχιστον να μην τα καταπιέζουμε άλλο στον βωμό μιας δήθεν πολιτισμένης και ανελεύθερης ζωής», όπως έγραψε στο σημείωμα που συνοδεύει το φιλμ, μέρος του project Enter του Ιδρύματος Ωνάση. Κάπως έτσι είδαμε την εξονυχιστική σφαγή και εκδορά ενός ζαρκαδιού, είδαμε ωμοφαγία, είδαμε άφθονο αίμα και πολλά αυτάρεσκα, ξεπερασμένα, συμπλεγματικά ευφυολογήματα του στιλ «Μην κόβετε το κάπνισμα όσοι καπνίζετε. Δεν είναι ευπαθής ομάδα ο καπνιστής. Ευπαθής ομάδα είναι αυτοί που δεν καπνίσανε ποτέ».

Υπάρχουν καλλιτέχνες που γκρεμίζουν μόνοι τους όσα χτίζουν με το μυαλό τους. Κάτι παρόμοιο έγινε κι εδώ. Μπορεί η ιδέα της να μιλήσει για «το δικαίωμα του ανθρώπου να αφήνει τον χρόνο να κυλάει χωρίς την έπαρση του να πράττει όλη την ώρα καλοσύνες και σπουδαία έργα» να ήταν ένα ενδιαφέρον πεδίο διερεύνησης, ο τρόπος όμως που επέλεξε να το κάνει πράξη, ήταν ρηχός, νηπιακός, δήθεν, άξεστος, επιπόλαιος, σχεδόν προσβλητικός γι’ αυτόν που το παρακολουθεί. Δεν θα σταθώ στις αντιρρήσεις για τις σφαγές των ζώων. Είναι μια πραγματικότητα που υπάρχει, τίποτα το σπάνιο ή το περίεργο. To πρόβλημα είναι στην εκτέλεση. Μια εκτέλεση που αν δεν ξέραμε ποια είναι η Κιτσοπούλου που υπογράφει (μια καλλιτέχνης που έχει δώσει άριστα δείγματα γραφής στο παρελθόν, με εξαιρετικές δουλειές και έργα-προτάσεις), θα συμφωνούσαμε ότι είναι ακατάλληλη γι’ αυτό που κάνει.

Η «Κοκκινοσκουφίτσα» της, μια δουλειά που έφτιαξε το 2014 πάλι για τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, ήταν εξίσου προκλητική. Είχε, όμως, ρυθμό, καλοκουρδισμένες ερμηνείες, έξυπνο χιούμορ. Σατίριζε την πρωτοπορία, όντας πρωτοποριακή. Σε καλούσε να συγκρουστείς με τη σκέψη της στα ίσα. Στην προκειμένη, μοιάζει σαν να σε καλεί να συγκρουστείς με κάποιον που δεν έχει τίποτα να χάσει. Κι αυτό είναι πάντα ενοχλητικό. Απ’ την πρώτη σκηνή, ο αέρας της υπερφίαλης βεβαιότητας «εγώ θα σας πω τι γίνεται στον κόσμο» που εκπέμπει με όλο της το είναι, είναι τόσο αλαζονικός και πομπώδης, που δεν πείθει κανέναν. Όταν πέρσι ο Ίβο Βαν Χόβε (αυτός ο κορυφαίος Βέλγος σκηνοθέτης) παρουσίασε στην Επίδαυρο τη σκηνοθετική του πρόταση στις τραγωδίες του Ευριπίδη «Ηλέκτρα / Ορέστης», όλοι χειροκροτήσαμε το μέγεθος του καλλιτέχνη που απέδειξε ότι ένα έργο τέχνης μπορεί να είναι ακραίο και ποιητικό ταυτόχρονα, μπορεί να σε ανατριχιάζει με τις σκηνές του, χωρίς να είναι αποκρουστικό.

Η «Λάλκα» έχασε αυτή τη μαγική ισορροπία. Το πιο απογοητευτικό είναι ότι μοιάζει να μην την αναζήτησε καν. Και κάτι ακόμα. Όταν, σήμερα, οι καλλιτέχνες της χώρας, από τους πιο βολεμένους μέχρι τους πιο ονειροπόλους, βιώνουν μια κατάσταση πένθους, βλέποντας τα πάντα να γκρεμίζονται στη δίνη του κορωνοϊού, κάνοντας σκέψεις οριστικής αποχώρησης από έναν χώρο που υπηρέτησαν με αίμα και ιδρώτα γιατί αδυνατούν να βιοποριστούν, δεν σε τιμά καθόλου να βάζεις την υπογραφή σου σε μια τέτοια προχειρότητα. Πόσο μάλλον όταν την παράγεις για λογαριασμό ενός Ιδρύματος που προάγει, πληρώνει καλά, συντηρεί και έχει κάνει σημαία του την «καλή τέχνη», εντός και εκτός συνόρων.

Διαβάστε επίσης | Σας έλειψαν φέτος οι Κάννες; Δείτε τους 10 «Χρυσούς Φοίνικες» που έγραψαν ιστορία

Scroll to Top