Illustration by Stasele Jakunskaite
Illustration by Stasele Jakunskaite
Illustration by Stasele Jakunskaite

Μαμά, mom, mamma, maman

Αυτή η σκηνή είναι όλη μας η ζωή. Θα έπρεπε έτσι να είναι η ζωή μας. Η μητέρα μας να είχε την ικανότητα να εμπιστεύεται τον εαυτό της και το παιδί της. Να εμπιστεύεται τους άλλους.

Στα αεροδρόμια, στις παιδικές χαρές, στους δρόμους, ακούς μια λέξη γνώριμη. Μαμά. Μπορεί να είναι με διαφορετική προφορά, με άλλον τονισμό, αλλά σε πολλές γλώσσες του κόσμου η λέξη είναι μία. Μαμά. Τα παιδιά προχωράνε μπροστά και φωνάζουν το πρόσωπο που έχουν ανάγκη, το πρόσωπο που τα φροντίζει, αυτή που έχουν μάθει για μαμά, βιολογική, θετή, το πρόσωπο που κοιμάται και ξυπνά με την έγνοια για αυτό το προσωπάκι που κλαίει, που πεινάει, που κάνει σκανταλιές, που έχει απορίες για αυτό τον κόσμο.

Ο μικρός μπόμπιρας μπροστά μου τρέχει μόνος του στο δρόμο. Έχει αφήσει τη μητέρα του και θέλει να χαθεί στον κόσμο. Είναι δεν είναι 4 χρόνων. Η μαμά του δυσκολεύεται αλλά αφήνει το χέρι του. Τον εμπιστεύεται, τον αφήνει να περπατήσει μόνος του, όπως το επιθυμεί. Οι κίνδυνοι πολλοί. Κάθε φορά οι κίνδυνοι είναι πολλοί. Μέσα μας και έξω από εμάς. Οι δρόμοι πολύβουοι, κακοτράχαλοι, τα αυτοκίνητα τρέχουν, ο μικρός χάνεται ανάμεσα στους πολλούς. Η μαμά του κοιτάζει, τον αφήνει από το χέρι, αλλά δεν τον αφήνει από τα μάτια της. Στη γωνία του δρόμου εκείνος τρομάζει. Νιώθει ότι δεν τη βλέπει πια, ότι έχει χαθεί ανάμεσα στους ανθρώπους, μέσα στα αυτοκίνητα, στους περαστικούς. Βάζει τα κλάματα. Το «μαμά» γίνεται πιο έντονο, τρομαγμένο, πιεστικό. Η μαμά τον έχει δει. Δεν τον αφήνει για πολύ μέσα στην αγωνία του. Τρέχει και τον αγκαλιάζει. Ο μικρός με δάκρυ που γλείφει το μαγουλάκι του ανακουφίζεται και της δίνει υποσχέσεις ότι δεν θα την αφήσει ξανά, δεν θα παρατήσει το χέρι της μαμάς. Λίγα μέτρα πιο κάτω, ο μικρός ξεθαρρεύει, αφήνει πάλι το χέρι της μαμάς του. Εκείνη γελάει και του υπενθυμίζει ότι χάθηκε μόλις πριν από λίγο. Του αφήνει το χέρι αλλά δεν τον αφήνει από τα μάτια της.
Αυτή η σκηνή είναι όλη μας η ζωή. Θα έπρεπε έτσι να είναι η ζωή μας. Η μητέρα μας να είχε την ικανότητα να εμπιστεύεται τον εαυτό της και το παιδί της. Να εμπιστεύεται τους άλλους. Να αγωνιά, να επαγρυπνεί, να μην εφησυχάζει, αλλά να επιτρέπει στο παιδί της να δοκιμάζει τα όρια και τις αντοχές του, να αγωνιά, να χάνεται, αλλά ευτυχώς, να ξαναβρίσκεται.

Ο μεγαλύτερος τρόμος για ένα παιδί δεν είναι να χαθεί. Αντιθέτως, υπάρχει τεράστια, ζωτικής σημασίας ανάγκη, για ένα παιδί να κρυφτεί από τους γονείς του. Αυτό που το απειλεί, εάν το αισθανθεί, είναι εάν δεν το ψάξει κανένας. Ότι δεν θα υπάρξει κανείς εκεί να το αναζητήσει. Και αυτό δεν αφορά μόνο στη φυσική του παρουσία αλλά κυρίως στον ψυχισμό, στα συναισθήματα.

Να νιώθεις και κανείς να μην ενδιαφέρεται για αυτά που νιώθεις. Κανείς να μην τα παρατηρεί, κανείς να μην προσπαθεί να δώσει νόημα στο μπερδεμένο κουβάρι της σκέψης σου.

Η μαμά, η αρκετά καλή μαμά, η μαμά που έχει αγάπη και σκέψη πάνω στο ρόλο της, είτε λέγεται μαμά, μητριά, Γονέας 1, κηδεμόνας, πρέπει να προσπαθήσει πολύ για να είναι ευ-αίσθητη. Ευαίσθητος δεν είναι αυτός που κλαίει. Ευαίσθητος είναι αυτός που ανοίγει τις κεραίες του, τις αισθήσεις του για τον κόσμο του άλλου, που παρατηρεί, και ερμηνεύει. Που δέχεται αυτό που φέρνει το παιδί του και το μετασχηματίζει σε κάτι καλύτερο, ομορφότερο, πιο σίγουρο και πιο ανθεκτικό. Το κάνει σχέση. Μόνον έτσι μπορούμε αργότερα να αφήσουμε για πάντα το χέρι του άλλου και να περιδιαβούμε μόνοι, αλλά ποτέ εγκαταλελειμμένοι, στους δρόμους του κόσμου, στους δρόμους της ψυχής μας.

 

*H Mαριαλένα Σπυροπούλου είναι ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια και συγγραφέας.

Scroll to Top