Ψωνίζοντας τσάντες (στο τέλος του κόσμου)

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest

Ψωνίζοντας τσάντες (στο τέλος του κόσμου)

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest
unsplash
unsplash

Σε καταστάσεις κινδύνου, ο άνθρωπος αναπτύσσει αναπάντεχους μηχανισμούς επιβίωσης. Ο δικός μου ήταν κάτι με το οποίο ουδέποτε είχα ασχοληθεί: η μόδα.

Όσοι με γνωρίζουν δεν θα πιστέψουν ότι η αγωνία για τα όσα συμβαίνουν μπορεί σ’ εμένα να εκφράστηκε έτσι. Ούτε καν εγώ δεν το πιστεύω. Αν κάποιος μου έλεγε έναν μήνα πριν ότι θα πιάνομαι από πολύχρωμα, γυαλιστερά αντικείμενα για να μη λυγίσω, θα του χαμογελούσα με συγκατάβαση και θα επέστρεφα στο βιβλίο μου για να μη χάνω χρόνο με τέτοιες φαιδρότητες. Και όμως, να που ξαφνικά οι τσάντες, τα ρούχα, τα παπούτσια άρχισαν να επιτελούν για μένα μια άλλη λειτουργία, πέρα από τις συνήθεις: έγιναν μηχανές προβολής στο μέλλον. Απτές εικόνες των ημερών που θα έρθουν όταν τα δύσκολα θα έχουν περάσει. Υποσχέσεις πως η ζωή θα επιστρέψει στην κανονικότητα, και μάλιστα πιο πολύχρωμη από ποτέ. Και, φυσικά, αξεσουάρ μιας υπερ-ηρωίδας, πολύ πιο δυνατής από μένα.

Το πρώτο καμπανάκι ότι έβγαινα από τα ρούχα μου και έμπαινα σε αυτά κάποιας άλλης ήταν όταν –Κύριος οίδε πώς και γιατί– βρέθηκα ξαφνικά με ένα ζευγάρι μπότες σε απομίμηση φιδιού. Μια τέτοια επιλογή ήταν εξίσου παράξενη με το να αγόραζα, ας πούμε, βίδες αεροπλάνου. Και όμως, και μόνο που τις είχα δικές μου –χωρίς καν να τις φοράω– με έπιανα κάποιες στιγμές να κυκλοφορώ μέσα στο σπίτι με αέρα Καλάμιτι Τζέιν. Οι φιδίσιες μπότες μου, ακριβώς επειδή δεν είχαν καμία σχέση μ’ εμένα, με τροφοδότησαν επί μέρες με άπειρες φαντασιώσεις, στις οποίες εγώ δεν ήμουν εγώ, αλλά μια γυναίκα που φοράει φιδίσιες μπότες από τη μέρα που γεννήθηκε, που πάει στη δουλειά καβάλα στο άλογο, που φυσικά είναι σερίφης και όλη μέρα πατάσσει το άδικο. Με τόσο άδικο τριγύρω, οι συγκεκριμένες μπότες ήταν απολύτως decorous. Άρχισα να σκέφτομαι πως, αν είναι να με βρει κανένα κακό, ας με βρει έτσι: με φιδίσιες μπότες. Ήταν θέμα χρόνου να αρχίσω να τις φοράω και στη διαδρομή σαλόνι-κουζίνα-δωμάτιο.  

Όταν τα πράγματα σοβάρεψαν και ο κίνδυνος μπήκε πια μέσα στο σπίτι μας, η σκέψη αυτή –το πώς θα με βρει το κακό– σιγά σιγά έγινε αυτόματη. Μέρα με τη μέρα περνούσα από το απλό «τι θα φορέσω» στο γκροτέσκο «τι θα ντυθώ». Ήτοι, τι θα παριστάνω σήμερα πως είμαι, προκειμένου να μην είμαι εγώ, σήμερα, εδώ. Προκειμένου να μπορέσω κάπως να διαχειριστώ αυτά που πρέπει να διαχειριστώ εγώ σήμερα εδώ, ει δυνατόν με ελαφρότητα και διάθεση κανιβαλισμού απέναντι στα γεγονότα. Με τη σκέψη πως, αν αποτύχω να επιβιώσω, τουλάχιστον το κακό να με βρει εντός κάποιου ρόλου και εκτός πραγματικότητας. Με τη σκέψη πως, αν πετύχω, ξέρω ακριβώς πώς θα με βρει το καλό. Και εφόσον το έχω κάνει εικόνα, το έχω ήδη φέρει πιο κοντά μου. 

Κάθε μέρα, λοιπόν, χτίζω έναν ρόλο και σχεδιάζω το κοστούμι του. Δεν συμβαίνει συνειδητά – απλώς το πρώτο πράγμα που θέλω πια μόλις ανοίξω τα μάτια μου είναι να χαζέψω τσάντες, παπούτσια και φορέματα. Αυτό και μόνο. Εμμονικά. Σε βάρος άλλων –σημαντικότερων– πραγμάτων. Μόλις έρχομαι αντιμέτωπη με μια δυσάρεστη πληροφορία, η πρώτη μου αντίδραση είναι να καταφύγω στο app με τα used luxury items, στο οποίο αφιερώνω σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα τον χρόνο του εγκλεισμού μου. 

Με το ένα χέρι αγκαλιάζω τη φίλη μου που κλαίει και με το άλλο σκρολάρω τσάντες. Όχι, δεν διαβάζω την αδιάβαστη στοίβα μου. Δεν γράφω εκείνα που τόσο καιρό δεν προλάβαινα. Δεν κάνω binge watching τις σειρές που περιμένουν στη λίστα. Δεν δράττομαι της ευκαιρίας να δω όλες τις παραστάσεις, ταινίες, live αναμεταδόσεις που προσφέρονται δωρεάν αυτές τις μέρες. Κυρίως, δεν παράγω τίποτα καλλιτεχνικό, πνευματικό, «μοιράσιμο», τίποτα που θα μπορούσε να διασκεδάσει ή να ανακουφίσει τους άλλους έγκλειστους του διαδικτυακού μου κύκλου. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε από αυτά που θα έκανα σε συνθήκες κανονικότητας, αδυνατώ, δε, να συμμετάσχω στις πρωτοβουλίες των άλλων: Γράψτε μας κάτι. / Θα θέλαμε 200 λέξεις για τη ζωή μετά. / Διαβάστε μας κάτι που αγαπάτε. / Στείλτε μας μια selfie και 10 προτάσεις για μια αξέχαστη καραντίνα. / Συμπληρώστε τη φράση «Όταν τελειώσουν όλα αυτά…» / Πάρτε τέχνη. / Πάρτε κι άλλη τέχνη. / Καταναλώστε τέχνη αφειδώς, είναι παρηγορητική. / Μην καθόμαστε. Δεν πέφτουμε τώρα, δεν πέφτουμε. / Προβληθείτε, προσφέρετε, βοηθήστε ανέπαφα τον πλησίον σας. / Μείνετε δημιουργικοί. Παρόντες. Παραγωγικοί. / Μείνετε relevant. / Είναι ευκαιρία να κάνουμε θόρυβο. 

Δεν μπορώ να ανταποκριθώ. Λέω σε όλους ναι, αλλά δεν βρίσκω το κουράγιο να κλείσω την εφαρμογή με τα παλιόρουχα. Όλη μέρα απλώς χαζεύω τσάντες. Εγώ, ο άνθρωπος sneaker & backpack, η λιγότερο σχετική με τη μόδα συντάκτρια Vogue της υφηλίου, η νευρωτική οπαδός της δημιουργικότητας και η πρωθιέρεια της προτεσταντικής εργασιακής ηθικής, χαζεύω τσάντες και παπούτσια με τέτοια εμμονή, ώστε ξεχνάω να φάω. 

Προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό που με έχει βγάλει ξαφνικά από την αιώνια ενδοσκόπησή μου και με έχει ξεβράσει στα ρηχά. Αν κάποτε με ρωτήσουν τα εγγόνια μου «Γιαγιά, εσύ τι έκανες στην καραντίνα;» και πρέπει να απαντήσω ειλικρινά, οφείλω να πω: «Χάζευα τσάντες». Μια σπουδή στην αχρηστία. Θα μπορούσα να τους πω ότι διάβασα ολόκληρο το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο ή «Έγραψα αυτήν την τριλογία, από τα πνευματικά δικαιώματα της οποίας θα ζήσετε εσείς και τα εγγόνια σας», αλλά τελικά, όχι, η πάσα αλήθεια θα είναι ότι εγώ απλώς χάζευα τσάντες. Τα εγγόνια μου θα σκεφτούν τότε πως οι άνθρωποι γύρω πέθαιναν, ο πλανήτης θρηνούσε, πτώματα στοιβάζονταν, γιατροί και νοσηλευτές έπαιζαν τη ζωή τους κορόνα-γράμματα, πνευματικοί άνθρωποι κατέγραφαν την τραγωδία της ανθρωπότητας, αλλά η δική τους γιαγιά χάζευε τσάντες. Ο ψυχοθεραπευτής τους θα τα ρωτήσει: «Είχε εμμονή με τις τσάντες;». Και αυτά θα πρέπει να απαντήσουν: «Όχι. Δεν της άρεσαν καν οι τσάντες πριν από την καραντίνα». 

Η ολοήμερη έκθεσή μου σε εικόνες μόδας επηρεάζει, φυσικά, την καθημερινότητά μου. Κυκλοφορώ στο σπίτι λες και πρόκειται να πάω για δουλειά στο high profile γραφείο μου. Το πρόβλημα δεν είναι η καραντίνα, αλλά το ότι δεν έχω ούτως ή άλλως γραφείο. Εργάζομαι από το σπίτι φορώντας πιτζάμες τις 250 ημέρες του χρόνου. Η συνθήκη «εγκλεισμός» δεν μου είναι καινούργια. Η εξωτερική απειλή είναι. Και αυτή, προφανώς, με ωθεί να μεταμφιέζομαι. Και όμως, πιστεύω ότι η καινούργια μου ενασχόληση δεν είναι άρνηση της πραγματικότητας. Με έναν διεστραμμένο τρόπο, είναι η πλήρης αποδοχή της. 

Δεν είναι όλες μου οι στολές στολές υπερ-ηρωίδας. Αρκετές είναι απλώς εικόνες από το μέλλον (μου). Για παράδειγμα, χθες στο σούπερ μάρκετ ντύθηκα Επιβάτης φεριμπότ του προσεχούς Ιουλίου. Προχθές, βγήκα για περπάτημα ντυμένη Πρεμιέρα Λυρικής. Φόρεσα καλό φόρεμα, κόκκινο παλτό και βραδινή τσάντα. Έτρεμα μη χρειαστεί να με ελέγξουν – κανείς δεν θα πίστευε ότι βγήκα να ξεμουδιάσω με αυτή την περιβολή. Τις προάλλες, στο zoom meeting έκανα εμφάνιση ως Παρουσίαση επόμενου βιβλίου μου, με ένα κοστούμι βγαλμένο από το απώτερο μέλλον, καθώς δεν έχει γραφτεί ούτε η πρώτη παράγραφος. Μέχρι, δε, να τελειώσω αυτό το κείμενο, έχω βρει: το εξώπλατο λευκό φόρεμα που θα φορέσω τον Αύγουστο στα γενέθλια της κόρης μου, τότε που όλοι θα είμαστε μαζί, χαρούμενοι, υγιείς και εγώ –ζωντανή– θα μπαίνω στο small. Την τσάντα που θα κρατάω την επόμενη φορά που το περιοδικό θα με στείλει στο Μιλάνο ή στο Παρίσι – και όλοι εκεί θα είναι ξανά χαρούμενοι, υγιείς και θα ασχολούνται με τα επουσιώδη μιας όμορφης ζωής. Βρήκα και τα παπούτσια που θα φορέσω μια τυχαία Παρασκευή του Νοέμβρη, όταν έξω θα βρέχει καταρρακτωδώς κι εγώ κι αυτός θα είμαστε ασφαλείς σε ένα μπαρ, μεθυσμένοι, ακόμα ερωτευμένοι, ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους που θα πίνουν το ποτό τους και θα κοιτάζονται λιγωμένα κάνοντας σχέδια για τα Χριστούγεννα, το καλοκαίρι του ’21 και τα επόμενα πενήντα χρόνια. 

Ίσως είναι χαζό εκ μέρους μου, αλλά το να κρατάω στα χέρια μου αυτά τα αντικείμενα κάνει όλες αυτές τις εικόνες πιο απτές, λιγότερο μακρινές, πιο πιθανές να συμβούν. Ακόμα όμως και αν δεν γίνουν ποτέ πραγματικότητα, και μόνο οι εικόνες είναι ικανές να με κρατήσουν για καιρό όρθια. Σε κάθε περίπτωση, η σερίφης με τις φιδίσιες μπότες δεν θα άφηνε τίποτα να την πάρει από κάτω. Τη φαντάζομαι μάλιστα να μην τις βγάζει ούτε στον ύπνο της, για να μη χάσει το edge της στα δύσκολα.

Δημοσιεύθηκε στο τεύχος Μαΐου της Vogue Greece.

Διαβάστε επίσης | Στο ύψος των περιστάσεων

Scroll to Top